Τριγύρω δεν υπάρχει ψυχή, μόνο κάτι σκυλιά στο βάθος, ένα παρκαρισμένο αμάξι στην είσοδο και ο φύλακας που βιάζεται να φύγει. Έχει ζέστη για Σεπτέμβρη, αλλά από το βουνό κατεβαίνει ένα δροσερό αεράκι. Βρισκόμαστε στις φοιτητικές εστίες στα Κιμμέρια, έξω από την πόλη, γύρω στα δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο. Είναι η περίοδος που οι περισσότεροι έχουν κλειστεί στα δωμάτιά τους για να διαβάσουν για την εξεταστική. Στα δεξιά το αμφιθέατρο «Καραθεοδωρή», όπου γίνονται οι ορκωμοσίες και οι φοιτητικές παραστάσεις. Στα αριστερά η λέσχη, κλειστή ακόμη, γιατί δεν έχει ξεκινήσει η ακαδημαϊκή χρονιά· εδώ σιτίζονται οι φοιτητές.

Οι εστίες αποτελούνται από οκτώ κτίρια, από τα οποία τα τρία παραμένουν άδεια λόγω εργασιών ανακαίνισης. Στον ίδιο χώρο στεγάζεται και η «Γέφυρα», ο παλαιότερος πολιτιστικός σύλλογος των φοιτητών της Ξάνθης.
Από εδώ ξεκινάει για πολλούς η νέα τους ζωή στην πόλη· στις εστίες, στα αμφιθέατρα, στην Πολυτεχνική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Λειτουργεί από το 1974 και στεγάζεται κατά το ήμισυ στο κέντρο και κατά το άλλο μισό στην Πανεπιστημιούπολη των Κιμμερίων, στα βορειοανατολικά. Έχει πέντε τμήματα πενταετούς φοίτησης: Πολιτικών Μηχανικών, Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών, Μηχανικών Περιβάλλοντος, Αρχιτεκτόνων Μηχανικών και Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης. Η Ξάνθη έχει μάθει να ζει με τους φοιτητές της· ο πληθυσμός τους δίνει παλμό στην αγορά, στα καφέ και στις γειτονιές, και για πολλούς κατοίκους η παρουσία τους είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του τόπου.

Συναντάμε τον Γρηγόρη Κασιτερόπουλο, φοιτητή του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, και τη Στέλλα Παραστασίδου, που σπουδάζει αρχιτεκτονική· μαζί θα περάσουμε μια ολόκληρη μέρα. «Είμαστε γύρω στα 40 λεπτά από την πόλη με τα πόδια, αλλά έχει σχετικά συχνά λεωφορεία – κάθε μία ώρα», λέει η Στέλλα. «Τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα δεν έχει καθόλου», συμπληρώνει ο Γρηγόρης.

Μια μικρή κοινωνία
Κατευθυνόμαστε προς τα δωμάτιά τους. Τους ρωτάω αν νιώθουν ασφάλεια στις εστίες. «50-50 θα πω», μου απαντά ο Γρηγόρης. Ο χώρος φυλάσσεται, αλλά όχι επαρκώς. Εξωτερικά τα κτίρια δείχνουν καλοδιατηρημένα, ακόμα και όσα δεν έχουν ανακαινιστεί πρόσφατα. Όσο προχωράμε προς τα μέσα, η εικόνα αλλάζει: ταβάνια μισογκρεμισμένα, καλώδια που κρέμονται, κοινόχρηστοι χώροι φθαρμένοι. Υπάρχουν πλυντήρια και δωμάτια για το άπλωμα των ρούχων, ενώ η κουζίνα, αν και παλιά, δείχνει ότι οι ένοικοι προσπαθούν να τη διατηρούν αξιοπρεπή. «Έχουμε ακόμα και καφετιέρα για γαλλικό καφέ», λένε γελώντας. Στα εργαστήρια των εστιών βλέπουμε φοιτητές να φτιάχνουν μακέτες, κάτι πολύ χρήσιμο, αφού τα εργαστήρια της σχολής δεν λειτουργούν όλες τις ώρες. «Ίντερνετ, ρεύμα και νερό είναι οι τρεις πληγές του Φαραώ», λέει ο Γρηγόρης. «Σαββατοκύριακο δεν υπάρχουν τεχνικοί, και δυσκολευόμαστε πολύ. Τον χειμώνα, με τις μπόρες και τον αέρα, πάντα περιμένουμε ζημιές». Για το φαγητό υπάρχουν δύο λέσχες, ανοιχτές για όλους τους φοιτητές, αλλά «το φαγητό είναι κάτω του μετρίου», θα πουν.
Ο Γρηγόρης είναι τελειόφοιτος και η Στέλλα μπαίνει στο τέταρτο έτος· και οι δύο από τη Δράμα. «Στην αρχή πηγαίναμε συχνά στους δικούς μας, τώρα πιο αραιά. Έχουμε συνηθίσει την ανεξαρτησία μας, μας αρέσει», διαπιστώνει η Στέλλα. «Είναι φουλ ωραία, έχω φίλους που μένουν πιο κάτω. Μαγειρεύουμε, αράζουμε, διαβάζουμε, κάνουμε πάρτι, είμαστε μια μικρή κοινωνία. Υπάρχουν μέρες που ξυπνάμε, πάμε στο μπαλκόνι και καθόμαστε με τις ώρες χωρίς να σκεφτόμαστε τίποτα. Αλλά το χορτάσαμε. Νιώθω έτοιμη να ξεκινήσω τη ζωή μου».
Στην είσοδο του πολιτιστικού συλλόγου «Γέφυρα» φιλοξενείται έκθεση φωτογραφίας. Κάποιοι διαβάζουν εφημερίδες, άλλοι εκπέμπουν τη ραδιοφωνική τους εκπομπή κι άλλοι συμμετέχουν στην έκδοση του φοιτητικού περιοδικού Gum.
Μπαίνουμε στο δωμάτιο του Γρηγόρη. «Είμαι τυχερός», λέει. Ο προηγούμενος ένοικος, αρχιτέκτονας, είχε φτιάξει πατάρι για το κρεβάτι. «Full basic για αφίσα, το ξέρω», λέει γελώντας, καθώς μας δείχνει το πόστερ από την ταινία Pulp Fiction στον τοίχο. «Η σχολή δυσκολεύει όσο περνάνε τα χρόνια. Δεν είναι μόνο τα μαθήματα· πρέπει να είσαι παρών, να μιλάς με καθηγητές, να δουλεύεις ώρες. Είναι ωραίο γιατί έχεις επαφή με το αντικείμενο, αλλά όταν έχεις έξι τέτοια μαθήματα…» Σταματά. «Αποφεύγω να σκέφτομαι το μέλλον, με αγχώνει. Κάνω ένα βήμα τη φορά. Ήταν η πρώτη μου επιλογή, αλλά τότε ήμουν 17 χρονών. Δεν ήξερα ούτε πώς είναι το πανεπιστήμιο ούτε αν θα μου αρέσει. Δεν είναι χάλια, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχω δεύτερες σκέψεις». Η Στέλλα παρεμβαίνει: «Έχουμε πολύ ωραία vibes στη σχολή». Και οι δύο συμφωνούν πως η Ξάνθη είναι ιδανική για φοιτητική ζωή.
Όλοι στη «Γέφυρα»

Αν οι εστίες είναι το πρακτικό κομμάτι της ζωής εδώ, η «Γέφυρα» είναι το δημιουργικό καταφύγιο πολλών φοιτητών. Στην είσοδο του συλλόγου, που ιδρύθηκε το 1994 για δημιουργική εκτόνωση και στη συνέχεια έγινε σύλλογος με καταστατικό, φιλοξενείται έκθεση φωτογραφίας. Κάποιοι διαβάζουν εφημερίδες, άλλοι εκπέμπουν live τη ραδιοφωνική τους εκπομπή από τον σταθμό τους, τον Underground. Υπάρχει και σκοτεινός θάλαμος, που βρίσκεται αυτή την εποχή υπό συντήρηση, ενώ εκδίδεται και το περιοδικό του συλλόγου, το Gum. Μια προσεγμένη έκδοση με άρθρα, διηγήματα, ποίηση, φωτογραφίες. «Σκέφτομαι να συνεχίσω με τη φωτογραφία στο Ναύπλιο, από όπου κατάγομαι», λέει ο Βαγγέλης, που σπουδάζει ηλεκτρολόγος μηχανικός, αλλά έχει καταλάβει ότι αγαπά περισσότερο τη φωτογραφία. «Το πτυχίο θα το πάρω. Μπορεί να μου φανεί χρήσιμο», λέει.
Το θέατρο είναι η αγαπημένη ασχολία του Γρηγόρη· η «Γέφυρα» έχει συστήσει θεατρική ομάδα από το 2000. «Φέτος ανεβάσαμε τα Κόκκινα φανάρια», λέει. «Οι πρόβες και η προετοιμασία της παράστασης είναι ένας τρόπος κοινωνικοποίησης, ερχόμαστε πιο κοντά». Ωστόσο, οι συμμετοχές έχουν μειωθεί, αφού οι φοιτητές, λαμβάνοντας υπόψη το όριο φοίτησης ν+2, αποφεύγουν να αφιερώσουν χρόνο σε δραστηριότητες εκτός σχολής.
Πραγματική ζωή

Όταν αφήνουν πίσω τους τη «Γέφυρα», η πόλη ανοίγεται μπροστά τους. Καφέ, αγορές, βιβλιοπωλεία, που έχουν γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Η επόμενή μας στάση είναι το καφέ Μπαχάμες στο κέντρο της Ξάνθης. Ένα από τα αγαπημένα τους στέκια, μιας και είναι κατάλληλο και για μελέτη. «Τι άλλο κάνετε όταν δεν διαβάζετε;» τους ρωτάω. «Εκδρομές στη φύση, συχνά για πεζοπορίες: στον Νέστο, στο Πόρτο Λάγος. Για ψώνια βγαίνουμε το Σάββατο στο παζάρι: έχει απ’ όλα, πολλά τοπικά προϊόντα, ακόμα και φρέσκα ψάρια. Στη δημοτική αγορά πηγαίνουμε για λουκάνικα».
Μιλάμε για τα οικονομικά τους, προσέχουν πολύ για να μην ξεφεύγουν. Ο Γρηγόρης ξοδεύει γύρω στα 250 ευρώ τον μήνα, χωρίς ενοίκιο, αφού μένει στις εστίες. Η Στέλλα πληρώνει ενοίκιο και φτάνει τα 400-450. «Αν θέλεις να βγεις το βράδυ, το μεσημέρι πρέπει να φας στη λέσχη που είναι δωρεάν. Μόνο με σούπερ μάρκετ δεν βγαίνει, ούτε να παραγγέλνεις κάθε μέρα». Κάποιοι βρίσκουν part-time δουλειές, αλλά δυσκολεύονται λόγω των υποχρεώσεων που έχουν στη σχολή τους.
Το μέλλον φέρνει στη Στέλλα αμηχανία. «Νιώθω περίεργα που σε λίγο θα πρέπει να αποφασίσω τι θα κάνω από εδώ και πέρα. Είναι δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί, όπως και κάθε κύκλος που κλείνει».

Περπατάμε στο κέντρο. «Η Ξάνθη είναι πολυπολιτισμική, και αυτό είναι πολύ όμορφο», συμφωνούν. Συμμετέχουν ενεργά στα ξανθιώτικα δρώμενα: στο καρναβάλι, στις Γιορτές της Παλιάς Πόλης. «Θα μπορούσα να ζήσω μόνιμα στην Ξάνθη», συνεχίζει η Στέλλα. «Έχει παρόμοια ενέργεια με την πατρίδα μου, τη Δράμα. Αλλά για να μείνεις σε έναν τόπο πρέπει να έχεις δουλειά, και οι μικρές πόλεις δεν το προσφέρουν αυτό». Το μέλλον τής φέρνει αμηχανία. «Νιώθω περίεργα που σε λίγο θα πρέπει να αποφασίσω τι θα κάνω από εδώ και πέρα. Είναι δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί, όπως και κάθε κύκλος που κλείνει».
Η φοιτητική ζωή στην Ξάνθη δεν τελειώνει με το πτυχίο. Μένει στα τραγούδια, στις μνήμες, στα όνειρα που βρήκαν έδαφος εδώ για να φυτρώσουν. Στο μαγαζί όπου καταλήγει η βόλτα μας, ακούμε από τα ηχεία τον Ξανθιώτη ράπερ Bloody Hawk. Οι ρίμες του δίνουν θάρρος στα παιδιά. «Εκείνος φαίνεται να τα κατάφερε», λέει ο Γρηγόρης και οι ελπίδες αναπτερώνονται: 11 Σεπτέμβρη, 6 το πρωί / Εξεταστική, ως συνήθως σερί / Χρωστάω ακόμα πολλά στην κωλοσχολή / Και λέω να πάω να δώσω μήπως κάτσει η τυχερή / Μένω στην Ξάνθη, άρα η Κομοτηνή / Δεν είναι και μεγάλη διαδρομή / Στις 7 το πρώτο λεωφορείο αναχωρεί / Θα ακούσω στον δρόμο δυο μαλακίες, στις 8 θα είμαι εκεί / Τελευταία είμαι okay, όχι άδικα / Ο κόσμος λέει ότι σάρωσα / Το tour μου έγινε sold out, τον δίσκο μου τον αγάπησαν / Κι αν μη τι άλλο, έβγαλα πολλά χιλιάρικα / Επιτέλους πάω σε νέα πόλη / Με νέο σπίτι, νέο πορτοφόλι.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 14ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Ξάνθη», Οκτώβριος 2025.

