Η κόρνα του γκολφ καρτ που οδηγεί ο καπετάν Παναγιώτης Τσάκος αντηχεί σε κάθε μικρό και μεγαλύτερο στενό, από το Μάρμαρο μέχρι την εκκλησία του Σταυρού. Σαν την μπουρού του βαποριού όταν πιάνει λιμάνι, δίνει το σήμα στους συντοπίτες του ότι έχει επιστρέψει. Άνθρωποι ξεπροβάλλουν στα ανοιχτά παράθυρα: καλωσορίσματα, αγκαλιές, ζεστασιά και νόστος. Κάθε επίσκεψή του είναι ένα χαρμόσυνο γεγονός. Είτε καταφτάνει με διεθνούς βεληνεκούς προσκεκλημένους, όπως παλαιότερα ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και πιο πρόσφατα ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, είτε ιδιωτικά για μια ήσυχη επανασύνδεση με τη γη και τη θάλασσα που τον ανέθρεψε. Πίσω στο σπίτι, στην ηλιόλουστη αυλή, το τραπέζι στρώνεται για το μεσημεριανό: χταπόδι ξιδάτο, χορτόπιτα, κολοκυθοανθοί γεμιστοί, γιαπράκια, παντζάρια σαλάτα, το μεγαλείο της απλότητας. Στην παρέα μας, φίλοι και συνεργάτες του καπετάνιου, μαζί και η γειτόνισσα, η κυρία Διαμαντούλα, που σπεύδει να τον καλοδεχτεί και συμπληρώνει ζωηρά την αφήγηση με τις δικές της αναμνήσεις, την εποχή που ο σιδεράς πατέρας της έπαιρνε τον καπετάν Παναγιώτη κοντά του, μαθητή ακόμη, να κάνει τα πρώτα του μεροκάματα.

Όταν αρκετές εβδομάδες νωρίτερα, είχαμε εκφράσει τη σκέψη να περάσουμε με τον καπετάνιο μια ημέρα στον γενέθλιο τόπο του, ήταν αφοπλιστικός ο ενθουσιασμός με τον οποίο αποδέχτηκε την πρότασή μας. Είναι μια αγάπη παλαιάς κοπής, αγνή και ακατέργαστη, που συνδέει τον Χιώτη εφοπλιστή με το νησί του και εκφράζεται έμπρακτα σε κάθε ευκαιρία, αθόρυβα και ταπεινά. «Όλοι οι πρόγονοί μου και οι αγαπημένοι μου που έφυγαν από τη ζωή είναι εδώ. Γι’ αυτούς έρχομαι», θα πει, μνημονεύοντας τον θείο και νονό του, καπετάν Δημήτρη Γραίγο, που χάθηκε στη θάλασσα όταν εκείνος ήταν παιδί. «Δεν ήμασταν δυστυχισμένοι. Τα χτυπήματα ήταν αναμενόμενα, ήμασταν προετοιμασμένοι. Η φτώχεια και η ναυτοσύνη μάς δίδαξαν. Μαθαίναμε να διαβάζουμε τη θάλασσα. Να την προβλέπουμε. Ήξερες ότι, αν τη σέβεσαι, θα την κουμαντάρεις. Η αλήθεια είναι πως την προκάλεσα πολλές φορές και τόλμησα πράγματα που, με τα σημερινά μυαλά και την εμπειρία μου, δεν θα έκανα».
«Η μητέρα μου δεν γκρίνιαζε ποτέ, δεν μεμψιμοιρούσε. Ό,τι κι αν έφερνε η ζωή, στεκόταν βράχος. Όπως όλες οι Καρδαμυλίτισσες, ήταν ένας άνθρωπος του μέτρου και του καθήκοντος».

«Καλός καπετάνιος»
Ο καπετάν Παναγιώτης Τσάκος γεννήθηκε στα Καρδάμυλα το 1936, σε ναυτική οικογένεια, που ήξερε να τα βγάζει πέρα με τα λίγα. Η μητέρα του, Μαρία Γραίγου, θα στεκόταν μάνα και πατέρας μαζί στα χρόνια της Κατοχής και της ανέχειας, φροντίζοντας να μη λείψει τίποτε από τα παιδιά της κατά την πολυετή απουσία του ναυτικού συζύγου της – γύρισε στη Χίο το 1947, έχοντας χάσει την ακοή του από τους τορπιλισμούς. «Στον πόλεμο είχαμε πάντα τα φρούτα μας, τα λαχανικά, το λάδι μας. Αλλά επειδή στερούμασταν το αλεύρι και τα όσπρια, φόρτωνε τον γάιδαρο και πηγαίναμε στα άλλα χωριά και κάναμε ανταλλακτική οικονομία. Η μητέρα μου δεν γκρίνιαζε ποτέ, δεν μεμψιμοιρούσε. Ό,τι κι αν έφερνε η ζωή, στεκόταν βράχος. Όπως όλες οι Καρδαμυλίτισσες, ήταν ένας άνθρωπος του μέτρου και του καθήκοντος. Δεν τη θυμάμαι να με έχει φιλήσει το βράδυ για καληνύχτα. Πριν ξαπλώσουμε, μας έλεγε “πλύνετε τα χέρια σας και τα πόδια σας’’, γιατί ήμασταν ξυπόλυτοι. Και έτσι πηγαίναμε στα κρεβάτια μας».

«Καλός καπετάνιος» ήταν η ευχή που έδιναν τότε στους Καρδαμυλίτες γιους, κι έτσι ο νεαρός Παναγιώτης, μετά το Καρράδειο Δημοτικό Σχολείο, θα φοιτήσει στο Λιβάνειο Ναυτικό Γυμνάσιο, ακολουθώντας την προδιαγεγραμμένη πορεία των αγοριών του χωριού. Αυτό θα είναι και ο πρώτος σταθμός της περιήγησής μας, όταν μετά το γεύμα θα μας συστήσει τα Καρδάμυλα που τον διαμόρφωσαν και πάνω στα οποία έχτισε τα θεμέλια της δικής του πορείας. Στην είσοδο, δεσπόζει η προτομή του «πατριάρχη» –όπως τον αποκαλεί ο καπετάν Παναγιώτης– Γεωργίου Μ. Λιβανού, ο οποίος, ιδρύοντας το σχολείο, έδωσε τη δυνατότητα στους νέους του χωριού σε δύσκολους καιρούς να μορφώνονται χωρίς να φεύγουν από τον τόπο τους, δημιουργώντας ένα φυτώριο μετέπειτα πλοιάρχων και πλοιοκτητών. Και στη βάση της, η γλάστρα με τον βασιλικό, που ο καπετάνιος έχει αναλάβει προσωπικά να φροντίζει ως έκφραση ευγνωμοσύνης προς τον έτερο Καρδαμυλίτη εφοπλιστή και ευεργέτη.
«Μαθαίναμε να διαβάζουμε τη θάλασσα. Να την προβλέπουμε. Ήξερες ότι, αν τη σέβεσαι, θα την κουμαντάρεις. Η αλήθεια είναι πως την προκάλεσα πολλές φορές και τόλμησα πράγματα που, με τα σημερινά μυαλά και την εμπειρία μου, δεν θα έκανα».

Στα χνάρια του Λιβανού βάδισε, κατά μία έννοια, και ο ίδιος. Με την ανέγερση του κελιού, της αίθουσας του Ιερού Ναού του Τιμίου Σταυρού, στη μνήμη της μητέρας του, όπου φυλάσσεται και η κολυμβήθρα στην οποία βαπτίστηκε ο καπετάνιος και αργότερα ο συνονόματος εγγονός του. Με το Κοινωφελές Ίδρυμα «Μαρία Τσάκος» – Διεθνές Κέντρο Ναυτικής Έρευνας και Παράδοσης, που από το 2010 δραστηριοποιείται στην προβολή και στη διάδοση της ναυτικής κουλτούρας και εκπαίδευσης μέσα από ένα ευρύ πλέγμα δράσεων. Με το «Σπίτι της Μαρίας», τη δομή φιλοξενίας που στέγασε το 2013 στο σπίτι της πολυαγαπημένης κόρης του –η οποία έφυγε πρόωρα από τη ζωή–, για υπότροφα αγόρια από όλη την Ελλάδα, τα οποία επιλέγονται με αξιοκρατικά και κοινωνικά κριτήρια, για να παρακολουθούν μαθήματα στο Λιβάνειο Γυμνάσιο και στο Επαγγελματικό Λύκειο Καρδαμύλων, στηρίζοντας τη βιωσιμότητά τους. Με το TEENS (Τσάκος Ελληνικά Εκπαιδευτήρια Ναυτικών Σπουδών), το πρότυπο ιδιωτικό ναυτικό λύκειο δωρεάν φοίτησης που δημιούργησε το 2018 στην πόλη της Χίου. Με την πρώτη ιδιωτική Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα στην Ελλάδα, που εγκαινίασε πέρυσι υπό τη σκέπη του Ιδρύματος «Μαρία Τσάκος». Αλλά και με τόσα άλλα, για τα οποία φροντίζει σιωπηλά, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. «Έχω την επίγνωση πως δεν είχα ποτέ τον πλούτο ως αυτοσκοπό. Την περιπέτεια και τη δημιουργία κυνηγούσα. Και δεν το μετάνιωσα», λέει.

Το πρώτο μπάρκο
Ναυτικό φυλλάδιο θα βγάλει το 1954, μπαρκάροντας ως υπεράριθμος με δικά του έξοδα με το πλοίο Λίμπερτυ «S/S ΚΥΜΑ» στη Δουνκέρκη. «Ξεκίνησα σε ηλικία 13 ετών στα καΐκια. Μεταφέραμε εσπεριδοειδή στη βόρεια Ελλάδα και επιστρέφαμε με όσπρια. Για να γίνεις καπετάνιος, όμως, έπρεπε να πας σε μεγάλο βαπόρι. Εγώ είχα μια συγγένεια με τον Λιβανό. Ήταν Νοέμβριος, μάζευα ελιές κι ακούω τη μάνα μου να με φωνάζει “ε, Παναγιώτη, μάζεψέ τα κι έλα, πρέπει να παρουσιαστείς στο γραφείο του Λιβανού”. Της απαντούσα, δεν με άκουγε, οπότε συνέχισα να μαζεύω τις ελιές, τις φόρτωσα στον γάιδαρο και κατέβηκα κάτω. Κι αφού με ενέκρινε ο Λιβανός το ίδιο κιόλας πρωί, μπήκα στο πλοίο για το Μπρίντιζι, πήρα το τρένο για τη Γαλλία και, μόλις ξημέρωσε, πήγα να με δει ο καπετάνιος, που ήταν επίσης Χιώτης, αλλά από άλλο χωριό».
«Ξεκίνησα στα καΐκια σε ηλικία 13 ετών. Μεταφέραμε εσπεριδοειδή στη βόρεια Ελλάδα και επιστρέφαμε με όσπρια. Για να γίνεις καπετάνιος, όμως, έπρεπε να πας σε μεγάλο βαπόρι. Έτσι, το 1954 μπάρκαρα ως υπεράριθμος με το πλοίο “S/S ΚΥΜΑ” στη Δουνκέρκη».

Τέσσερα χρόνια θα κρατήσει αυτό το πρώτο μπάρκο, θητεία απαραίτητη για να αποκτήσει την απαιτούμενη προϋπηρεσία και να δώσει εξετάσεις για το πτυχίο του Γ΄ πλοιάρχου, έπειτα του υποπλοιάρχου και ύστερα, σχεδόν μία δεκαετία μετά τον πρώτο απόπλου, του καπετάνιου. «Το ποντοπόρο πλοίο ήταν τεράστια αναβάθμιση για τον ναυτικό. Νιώθαμε σαν να πηγαίναμε κρουαζιέρα. Είχαμε την καμπίνα μας με το φωτάκι για να διαβάζουμε, ηλεκτρικό ψυγείο, ζεστό νερό», θυμάται. «Έπρεπε όμως όλα να γίνουν στην ώρα τους. Αν έσπαγες και γυρνούσες νωρίτερα ή αν καθυστερούσες, σήμαινε πως δεν μπορούσες να αντεπεξέλθεις». Και είχες ασφαλώς, πέρα από την προσωπική σου «αποτυχία», να διαχειριστείς και τα σχόλια της τοπικής κοινωνίας, που δεν συγχωρούσε εύκολα τέτοιου είδους πισωγυρίσματα.

Γερά θεμέλια
Καθώς οδηγεί το γκολφ καρτ στα στενά σοκάκια, μιλά με συγκίνηση για τη σοφία με την οποία ήταν χτισμένα τα παραδοσιακά καρδαμυλίτικα σπίτια, πετρόχτιστα και κυβόσχημα, τηρώντας ευλαβικά τις ίδιες διαστάσεις επτά επί δώδεκα – στη δωρική αυτή αρμονία οφείλει ο οικισμός τον χαρακτήρα του.

Προέκτασή τους ήταν το κηπάριό τους, σαν αυτό που βλέπουμε στο πατρικό του με τις χαμηλές πόρτες και τα οικογενειακά πορτρέτα στους τοίχους – έναν από αυτούς κοσμεί και το απολυτήριο γυμνασίου του καπετάνιου με την αναλυτική βαθμολογία του. Κι έπειτα, η κουβέντα έρχεται στη «Γιατρό», την αείμνηστη σύντροφό του Ειρήνη Σαρόγλου-Τσάκου, «τον πιο μεγάλο λαχνό που τράβηξα στη ζωή», όπως θα πει. Δωρεά δική της κάτω στην παραλία, το άγαλμα της Καρδαμυλίτισσας, που σηκώνει το χέρι να σκιάσει τα μάτια της περιμένοντας το πλοίο με τους δικούς της να ξεπροβάλει στον ορίζοντα.

Με ιδιαίτερη περηφάνια θα μιλήσει για τον γιο του Νίκο, τη νύφη του Σίλια και τα εγγόνια του, Παναγιώτη, Ειρήνη και Ελισάβετ, που μπορεί να μη μεγάλωσαν στα Καρδάμυλα, τα έχουν όμως βαθιά στην καρδιά τους, γιατί ο καπετάνιος τούς το ενέπνευσε με το προσωπικό του παράδειγμα. Κι όταν, αργά πια, θα μας ανεβάσει στον επάνω οικισμό για κρασί και μεζέ στην πλατεία κάτω από τα πλατάνια, θα έρθει να τον προϋπαντήσει ο ασυρματιστής Στέφανος Γεωργιλής και πρώην αξιωματικοί του στόλου του, να μοιραστούν τρυφερές ιστορίες από τα παλιά τους μπάρκα. Και κάπως έτσι θα τους αφήσουμε, αγκαλιασμένους και ευτυχείς, με το χιώτικο αεράκι να καθαρίζει τη σκέψη και να βάζει σε σειρά όσα σκόρπισε η θάλασσα.
«Στο ποντοπόρο πλοίο είχαμε την καμπίνα μας με το φωτάκι για να διαβάζουμε, ηλεκτρικό ψυγείο, ζεστό νερό. Έπρεπε όμως όλα να γίνουν στην ώρα τους. Αν έσπαγες και γυρνούσες νωρίτερα ή αν καθυστερούσες, σήμαινε πως δεν μπορούσες να αντεπεξέλθεις».

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 13ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Χίος», Ιούλιος 2025.

