Το Μόναχο είναι η πόλη της Γερμανίας που περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη φέρει βαρύ το στίγμα του ναζιστικού παρελθόντος. Εδώ ξεκίνησε τη δράση του το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, εδώ στα 1923 επιχείρησε ο Χιτλερ να καταλύσει την εξουσία με το περίφημο Πραξικόπημα της Μπιραρίας, εδώ σύχναζε και στρατολογούσε οπαδούς πριν πάρει την εξουσία, εδώ έβγαζε στη συνέχεια τους παραληρηματικούς του λόγους κάθε χρόνο στις 8 Νοεμβρίου στα πλήθη που συγκεντρώνονταν να τον επευφημήσουν στην Odeonplatz. Σε απόσταση μάλιστα 30 χλμ. από την πόλη, στήθηκε το πρώτο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, το περίφημο Νταχάου.
Η Οικία της Τέχνης χθες και σήμερα

Περπατώντας στην Παλιά Πόλη του Μονάχου με τον Γάλλο ξεναγό μας, τον Jean, σταματάμε σε διάφορα σημεία και εκείνος μας περιγράφει πολύ παραστατικά όσα προηγήθηκαν, τα οποία, όπως ο ίδιος τονίζει, «δεν πρέπει να ξεχαστούν». Την επόμενη μέρα ο δρόμος με βγάζει συμπτωματικά σε ένα ογκώδες κτίριο κοντά στους αγγλικούς κήπους, το Haus der Kunst (Οικία της Τέχνης). Μπαίνοντας μέσα για να το εξερευνήσω, βλέπω μικρά παιδιά συνοδεία των γονιών τους να ζωγραφίζουν με πολύχρωμες κιμωλίες το πάτωμα της κεντρικής αίθουσας. Στη συνέχεια, παρακολουθώ μια εκπληκτική ταινία με τίτλο Η Μουσική του Νερού του Γάλλου καλλιτέχνη Σιπριέν Γκαγιάρντ, που συνδυάζει ζωγραφική, γλυπτική, φωτογραφία, βίντεο και εικαστική παρέμβαση με μια ποιητική και ανατρεπτική διάθεση. Το ίδιο αίσθημα μου δημιουργεί και η έκθεση της Χιλιανής Σάντρα Βάσκες ντε Λα Όρα, με τίτλο Είμαι Ενέργεια, που πειραματίζεται με το γυναικείο σώμα, συνδυάζοντας προσωπικές και πολιτισμικές μνήμες από τη γενέτειρά της.
Αργότερα μαθαίνω ότι το κτίριο που επισκέφτηκα οικοδομήθηκε κατ’ εντολή του Χίτλερ μεταξύ 1933-1937 ως Μουσείο της Γερμανικής Τέχνης. Στο δάπεδο που πριν από σχεδόν 90 χρόνια πατούσαν οι καλογυαλισμένες μπότες του Χιτλερ και των αξιωματικών του, τώρα παιδάκια διασκεδάζουν χρωματίζοντάς το. Στις αίθουσες του μουσείου, πρωτοποριακοί καλλιτέχνες απ’ όλο τον κόσμο εκθέτουν τα έργα τους.
Τέχνη του δρόμου σε όλους τους δρόμους

Διαβάζω ότι αυτή τη στιγμή στο Μόναχο λειτουργούν 50 γκαλερί εκτός από τα 10 περίπου μεγάλα μουσεία τέχνης, τρία εκ των οποίων έχουν ανοίξει την τελευταία δεκαετία και ειδικεύονται στη σύγχρονη αστική τέχνη, που περιλαμβάνει και τη street art. Ένα από αυτά είναι και το MUCA, που διαθέτει ψηφιακό τοίχο στον οποίο οι επισκέπτες επιτρέπεται να «ψεκάσουν» με ηλεκτρονικό σπρέι. Τα βήματά μου θα με οδηγήσουν κατευθείαν εκεί, όπου μια ευγενέστατη νέα κοπέλα θα με καθοδηγήσει να εξερευνήσω τη street art του Μονάχου.

Πρώτος σταθμός μου, το Bahnwärter Thiel, ένας πολυχώρος πολιτισμού σε απόσταση μισής ώρας με τα πόδια από την Παλιά Πόλη, όπου λειτουργούν μπαρ, καφετέριες και φιλοξενούνται εκθέσεις, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, διαλέξεις, εργαστήρια τέχνης. Άνοιξε για το κοινό το 2015, αξιοποιώντας παλιά βαγόνια τρένου, τραμ και τροχόσπιτα, που στεγάζουν τις δράσεις του και είναι διακοσμημένα με γκραφιτι. Προβλέπεται να συνεχίσει να λειτουργεί τουλάχιστον έως το 2027, ωστόσο σε εκκρεμότητα βρίσκεται αδειοδότηση σύμφωνα με την οποία στην περιοχή θα χτιστούν κτίρια κατοικίας. Αν βρεθείτε στο Bahnwärter Thiel, αξίζει να το επισκεφθείτε για καφέ ή ποτό — μέχρι και οι New York Times έχουν γράψει για την νυχτερινή του ζωή.

Το ίδιο απόγευμα κοντά στο κέντρο της πόλης αντικρίζω την τοιχογραφία του γνωστού Ισπανού καλλιτέχνη Escif, που φέρει τον τίτλο Ειπωμένο μέσα από τα λουλούδια. Απεικονίζει ένα τεράστιο βάζο με λουλούδια, στο οποίο την προσοχή τραβά μια ουσιαστική «λεπτομέρεια». Το βάζο είναι διακοσμημένο με τανκς, στρατιωτικά αεροπλάνα και χειροβομβίδες, αναφορά στο γεγονός ότι στο Μόναχο είναι εγκαταστημένες δύο από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές βιομηχανίες της Γερμανίας, η MTU και η KNDS Deutschland GmbH & Co.
Το δίδυμο Loomit και Won

Λίγο πιο κάτω, στην Bayerstrasse 69, κοντά στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό, οι Γερμανοί καλλιτέχνες ο Loomit και ο Won έχουν φτιάξει μια άλλη μεγάλη τοιχογραφία, αποτίνοντας φόρο τιμής στον Georg Esler, τον ξυλουργό που στις 8 Νοεμβρίου 1939 επιχείρησε να ανατινάξει με εκρηκτικά την αίθουσα στην οποία 10 λεπτά νωρίτερα ο Χιτλερ έβγαζε λόγο στους αξιωματικούς του. Ο Loomit (ψευδώνυμο του Μathias Koehler) και ο Won (Marcus Müller) είναι οι πρωτεργάτες της street art στο Μόναχο. Το 1985 οι δυο τους μαζί και με άλλους πέντε έφηβους έφεραν το γκράφιτι στην Γερμανία και συγκεκριμένα στο Μόναχο, που θεωρείται πρωτοπόρος σε ολόκληρη τη χώρα στη συγκεκριμένη μορφή τέχνης. Φορώντας πλαστικά γάντια και σκούφους, που άφηναν μόνο τα μάτια να φαίνονται, έβαψαν με σπρέι ένα ολόκληρο βαγόνι στον σιδηροδρομικό σταθμό, πριν συλληφθούν και κατηγορηθούν ως τρομοκράτες, βάσει του αυστηρού νομικού πλαισίου που ίσχυε εκείνη την εποχή. Ο Loomit και ο Won συνεχίζουν να υπηρετούν την τέχνη τους, διοργανώνοντας σεμινάρια και γυρίζοντας τον πλανήτη, ενώ παράλληλα προσκαλούν καλλιτέχνες από κάθε γωνιά της γης, για να εμπνευστούν και να δημιουργήσουν στο Μόναχο.

Ένα από τα γνωστότερα έργα του Won βρίσκεται στην περιοχή Giesing. Πρόκειται για μια μεγάλη τοιχογραφία σε ροζ, μπλε και μπεζ αποχρώσεις που αναφέρεται στους πρωτεργάτες της Επανάστασης της Βαυαρίας του 1918-1919, όταν σοσιαλιστές και αναρχικοί ανακήρυξαν τη Βαυαρία Ελεύθερη Δημοκρατία. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές του έργου έχουν σώμα από κτίρια, σαν πιόνια σε σκακιέρα.

Την τελευταία μου μέρα στην πόλη αποφασίζω να περιπλανηθώ κατά μήκος του ποταμού Ίζαρ, για να δω τα γκράφιτι στους τοίχους και στις κολόνες των γεφυρών, καθώς και στον υπόγειο διάδρομο κάτω από το Μνημείο του Άγγελου της Ειρήνης (Friedensengel), ο οποίος είναι γεμάτος από τοιχογραφίες καλλιτεχνών του δρόμου απ’ όλο τον κόσμο. Πλήθος αστέγων βρίσκουν καταφύγιο εδώ, σε αυτή την υπαίθρια πινακοθήκη.
Το Μόναχο, με πρωταγωνίστρια τη street art και τους εκπροσώπους της, έχει καταφέρει το αξιοθαύμαστο: να επανακτήσει τον δημόσιο χώρο από το τραυματικό σκοτεινό παρελθόν και να του δώσει άλλο χαρακτήρα, κτήμα των ίδιων των κατοίκων και της καθημερινότητάς τους.

