Αραμπάδες και παϊτόνια, ράφτες και μοδίστρες, ντουρντουβάκια στα βουλγαρικά τάγματα εργασίας, στιγμιότυπα από πανηγύρια και χαρές, οικογενειακά πορτρέτα, σκηνές δρόμου, γειτονιές. Ο πλούτος της παλιάς Ξάνθης ζωντανεύει μέσα από τις 30.000 εικόνες της ομάδας «Παλιές Φωτογραφίες της Ξάνθης», που δημιούργησε το 2011 στο Facebook ο Τάσος Τεφρωνίδης. Περίπου 2.000 από αυτές ανήκουν στην προσωπική του συλλογή και περιλαμβάνουν, εκτός από τυπωμένες φωτογραφίες, καρτ ποστάλ και έναν μικρό αριθμό γυάλινων πλακών, ενώ με δικό τους υλικό, σχόλια και πληροφορίες συνδράμουν τακτικά και τα περισσότερα από 21.000 μέλη της.

Μέσα στα χρόνια, η σελίδα εξελίχθηκε σε πηγή γνώσης και τεκμηρίωσης για ερευνητές, φοιτητές Αρχιτεκτονικής, Ιστορίας και Εθνολογίας, που μελετούν το παρελθόν της Ξάνθης. Τοπία και κτίρια μονοπωλούσαν αρχικά τις αναρτήσεις, ωστόσο το ενδιαφέρον δεν άργησε να στραφεί στις οικογενειακές φωτογραφίες. «Αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμα αυτά τα πορτρέτα. Βλέπαμε πρόσωπα, που τα συνδυάζαμε με άλλα, ανακαλύπταμε σχέσεις και ανθρώπους που θεωρούσαμε χαμένους. Ο ένας μάθαινε από τη φωτογραφία του άλλου, έπιανε το νήμα, έβρισκε σημεία αναφοράς της προσωπικής και οικογενειακής του ιστορίας», λέει ο Τάσος Τεφρωνίδης.

Ο ίδιος εξάλλου είναι πρόσωπο-κλειδί για όποιον θέλει να σκαλίσει το ξανθιώτικο χθες, αναζητώντας φωτογραφικά και άλλα τεκμήρια. Παθιασμένος φιλοτελιστής, αγόρασε την πρώτη του καρτ ποστάλ σε δημοπρασία έναντι 5.000 δραχμών, σε ηλικία 20 ετών. Το θέμα της ήταν η δυτική κοίτη του ποταμού Κόσυνθου και είχε εκδοθεί από το βουλγαρικό τυπογραφείο Μπλάτσκο. Στη σφραγίδα αναγραφόταν το έτος της ταχυδρομικής αποστολής της (1899). «Η εικόνα χρονολογείται γύρω στο 1885. Τη συγκεκριμένη καρτ ποστάλ είχε στείλει κάποιος έμπορος από την Ξάνθη στην Τεργέστη, πιθανόν στην οικογένειά του, για να δηλώσει την παρουσία του εδώ. Μετά απέκτησα και τις υπόλοιπες του ίδιου εκδότη, δεκαέξι συνολικά. Και κάπως έτσι ξεκίνησε αυτή η περιπέτεια». Για κάθε παλιά φωτογραφία που προστίθεται στη συλλογή του, ο Τεφρωνίδης σημειώνει πού είχε τραβηχτεί, τι έχει αλλάξει από τότε, ποια κτίρια έχουν παραμείνει, ποια χάθηκαν, αλλά και πότε. Μέχρι και το σημείο όπου είχε στήσει το τριπόδι του ο φωτογράφος εντοπίζει και καταγράφει. Του αρέσει να χρησιμοποιεί τη λέξη «χρονοσημείο» για να περιγράψει τον ρόλο των κτιρίων, των μηχανικών έργων, των μοτίβων στη χρονολόγηση των εικόνων.

Το αρχείο του είναι ψηφιοποιημένο σήμερα, έχει όμως άλλη χάρη να κρατάς στα χέρια σου τις τυπωμένες φωτογραφίες που συγκεντρώνει εδώ και δεκαετίες από παλαιοπωλεία και δημοπρασίες, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια, το άλμπουμ Γερμανού οπλίτη, ο οποίος έφτασε στην Ξάνθη από τον Εχίνο τον Απρίλιο του 1941. Πολλοί στρατιώτες των ναζί συνήθιζαν να φωτογραφίζουν ερασιτεχνικά ό,τι τους έκανε εντύπωση – από τα τζαμιά και τους Πομάκους μέχρι τα τοπία και τη φύση. Αρκετές, βέβαια, είναι και οι εικόνες που του έχουν εμπιστευτεί οι ίδιοι οι Ξανθιώτες, γνωρίζοντας πως έτσι το πολύτιμο υλικό τους θα αξιοποιηθεί όπως πρέπει.

Μας μιλάει για τους σημαντικότερους επαγγελματίες φωτογράφους που πέρασαν από την Ξάνθη τον προηγούμενο αιώνα – ανάμεσά τους ξεχωρίζουν γύρω στο 1910 ο Μιχαήλ Ευαγγελίδης, αγιογράφος που υιοθέτησε το αγιογραφικό στιλ και στα πορτρέτα του, και ο Κωνσταντινουπολίτης Γεώργιος Κεσσίνης, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά στην πόλη από το 1927 έως το 1938. «Στις εικόνες του Κεσσίνη βλέπουμε διαφορετικές γυναίκες να φορούν τα ίδια κοσμήματα και διαφορετικούς άνδρες να φορούν την ίδια γραβάτα. Ή τα φορέματα να είναι τρυπωμένα, προσαρμοσμένα ανάλογα με το ύψος του μοντέλου. Ποια πληροφορία μάς δίνει αυτή η διαπίστωση; Ότι οι πελάτες του έφταναν από τα χωριά να βγουν μια καλή φωτογραφία και τους έντυνε ο φωτογράφος στο στούντιό του».

Ιδιαίτερη μνεία κάνει στον Ξανθιώτη Κωνσταντίνο Παράσχο, ο οποίος το 1904 ήρθε από το Λονδίνο όπου ζούσε και έβγαλε τις πρώτες πανοραμικές φωτογραφίες. Αναφέρεται επίσης στις κομοτηναίικες επιχειρήσεις Παπαζάχος και Φωτό-Βαττής, που δραστηριοποιήθηκαν μεταπολεμικά στην ευρύτερη περιοχή ως εκδότες καρτ ποστάλ, καθώς και στον Ξανθιώτη φωτογράφο Κομνηνό, ο οποίος διατηρούσε για χρόνια φωτογραφείο στο κέντρο της Ξάνθης. «Τόσα χρόνια μετά, δεν έχω σταματήσει να βρίσκω καινούργια πράγματα», λέει. «Δεν στέκομαι τόσο στην καλλιτεχνική αξία κάθε εικόνας, όσο στην πληροφορία που μπορεί να μου δώσει. Συχνά πρόκειται για λεπτομέρειες, για σπαράγματα που, για να τα εντοπίσεις, το μάτι σου πρέπει να είναι πολύ εκπαιδευμένο. Ψάχνω την Ξάνθη που δεν υπάρχει πια…»

