Μας ανοίγει την πόρτα με τα ρούχα της δουλειάς: μια βερμούδα κι ένα κοντομάνικο μπλουζάκι, με τα οποία νιώθει άνετα να αλωνίζει τον κήπο του σπιτιού του, να μαστορεύει, να καθαρίζει τα αγριόχορτα. Δουλειά, εν προκειμένω, δεν είναι το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, όπου δίδαξε τους φοιτητές του από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι το 2010, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Είναι η γη του, ο τόπος που τον υποδέχθηκε ως μέτοικο πριν από σχεδόν 50 χρόνια, κι εκείνος με τη σειρά του ρίζωσε, τον έκανε σπίτι και δεύτερη πατρίδα του. Κι όσο ο καιρός περνούσε, τόσο αγωνιζόταν με πάθος για τη διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης ως ιδρυτικό μέλος του Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης (ΠΑΚΕΘΡΑ) με τις ιδέες και τα γραπτά του, αλλά και με την αξίνα και το φτυάρι του ως ταπεινός εργάτης πεδίου, όποτε αυτό ήταν απαραίτητο.
«Σπούδασα μηχανικός, ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγαλύτερου αδελφού μου. Όμως δεν με ενδιέφερε να χτίζω πολυκατοικίες. Τι κέρδισα δουλεύοντας στο Πανεπιστήμιο; Έμεινα νέος, γιατί είχα να κάνω με νέους ανθρώπους».
Ένας σεμνός άνθρωπος είναι ο Βασίλης Αϊβαλιώτης. Ξανθιώτης από επιλογή, τράβηξε τον δικό του ήσυχο δρόμο στη ζωή, δεν κυνήγησε τίτλους και αξιώματα, ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου, έμαθε να απολαμβάνει τις χαρές που προσφέρουν τα απλά και τα λίγα. «Στην Ξάνθη βρέθηκα με ένα τηλεφώνημα. Είχα τελειώσει τις σπουδές μου ως πολιτικός μηχανικός στο Μετσόβιο και είχα μάθει ότι ζητούσαν προσωπικό. Παίρνω λοιπόν και λέω: “Είμαι ο τάδε, έχω κάνει αυτά, μπορείτε να μου δώσετε κάποιες παραπάνω πληροφορίες;”. Και η άγνωστη φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής με ρώτησε αν μπορούσα να ξεκινήσω τη Δευτέρα· με συνοπτικές διαδικασίες. Κάπως έτσι μπήκα στο Πολυτεχνείο, ως βοηθός, χωρίς ακαδημαϊκές φιλοδοξίες – το διδακτορικό με το οποίο έγινα λέκτορας το έκανα αργότερα. Εγώ το μόνο που ήθελα τότε ήταν μια δουλειά που να μου δίνει ελεύθερο χρόνο, και το πανεπιστήμιο μου το εξασφάλιζε αυτό. Μηχανικός είχα σπουδάσει, ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγαλύτερου αδελφού μου. Όμως δεν με ενδιέφερε να χτίζω πολυκατοικίες. Τι κέρδισα; Έμεινα νέος, γιατί είχα να κάνω με νέους ανθρώπους».
Ένα σπίτι χειροποίητο

Μεγάλωσε στο Χαϊδάρι, σε ένα μικρό σπιτάκι με δέντρα και αυλή. Ο χωροφύλακας πατέρας του, πρόσφυγας από το Αϊβαλί, κατέρρευσε ψυχολογικά στην Κατοχή και νοσηλεύτηκε στο Δρομοκαΐτειο, όπου η μάνα του, γεννημένη στον Πόντο, εργαζόταν ως νοσοκόμα. Εκείνος τραγουδούσε, εκείνη γοητεύτηκε από τη φωνή του, αγαπήθηκαν και παντρεύτηκαν χωρίς τη συγκατάθεση της οικογένειάς της. «Η πρώτη επαφή μου με τα έντυπα και με το διάβασμα ήταν στην τουαλέτα, το “μέρος’’ όπως λέγαμε τότε. Χρησιμοποιούσαμε κομμάτια από εφημερίδες και περιοδικά, γιατί δεν υπήρχε χαρτί υγείας. Δεν είχα άλλα ερεθίσματα, πέρα από κάτι βιβλία του Ιουλίου Βερν που μας έφερνε ο πατέρας μου. Δεν με παρότρυνε κανείς να γίνω αναγνώστης, η φτώχεια δεν άφηνε χώρο για τίποτε άλλο. Η μάνα μου είχε κάνει σχολείο στην Ανάπα, όπου μάθαιναν ηχητικά το ελληνικό αλφάβητο που είχε φτιάξει ένας κομμουνιστής Πόντιος: ένα ι, το γιώτα, ένα ο, το όμικρον, ένα ε, το έψιλον. Μέχρι να πεθάνει, έγραφε το όνομά μου με δύο γιώτα: Βασίλις».

Μαζί με έναν φίλο του αγοράζουν ένα οικόπεδο στο χωριό Κιμμέρια, λίγο έξω από την πόλη της Ξάνθης, και χτίζουν δύο κατοικίες για να ζήσουν παρέα. Ο Αϊβαλιώτης, από άποψη, δεν χρησιμοποιεί ρεύμα για τις ανάγκες της οικοδομής. «Όσα ξύλα βλέπεις γύρω σου, τρυπήθηκαν με χειροκίνητο τρυπάνι», λέει. «Πηγαίναμε και μαζεύαμε τα τούβλα που πετούσαν όταν γκρέμιζαν τα παλιά κτίρια στην πόλη, γιατί ήταν συμπαγή, από τα καλύτερα μονωτικά υλικά. Με αυτά ντύσαμε όλο το σπίτι». Για λίγα χρόνια οι ανάγκες καλύπτονται από φωτοβολταϊκά συστήματα, ψυγείο γκαζιού και άλλες αντίστοιχες λύσεις. «Ώσπου κάποια στιγμή έρχεται η μάνα μου να με δει. Για μία εβδομάδα είχε συνέχεια συννεφιά και είχαν αδειάσει τα πάντα. Γυρίζει λοιπόν και με ρωτά: “Μα όλη σου τη ζωή έτσι θα είσαι από εδώ και πέρα;”. Ε, την επόμενη μέρα το πήρα απόφαση και συνδέθηκα με τον ηλεκτρισμό».

Προσφέροντας έργο

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, κάνοντας διακοπές στη Σαμοθράκη, γνωρίζει τη δεύτερη σύζυγό του, Σμαρώ Ψαλτοπούλου. Είναι περίπου την ίδια περίοδο που μαζί με μια παρέα ανήσυχων φίλων, δραστήριων σε θέματα πολιτισμού, ιδρύουν το Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης (ΠΑΚΕΘΡΑ), προκειμένου να πλαισιώσουν πρωτοβουλίες και ενέργειες που ήδη αναλάμβαναν στην πόλη. «Προσκαλούσαμε πολιτικούς, διανοουμένους, επιστήμονες και οργανώναμε ανοιχτές συζητήσεις για το κοινό, για θέματα της επικαιρότητας και όχι μόνο. Ονειρευτήκαμε λοιπόν έναν φορέα που θα μπορούσε να έχει λόγο στα πράγματα. Νοικιάσαμε ένα κτίριο στην Παλιά Πόλη, το οποίο ήταν σε πολύ κακή κατάσταση, το συνεφέραμε με ατέλειωτες ώρες προσωπικής εργασίας και ξεκινήσαμε».

Το 2001, με αποκλειστική χορηγία του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη, το ΠΑΚΕΘΡΑ θα αποκτήσει την ιδιόκτητη έδρα του, ένα τριώροφο διατηρητέο του 1903 στην οδό Μάρκου Μπότσαρη. Μετά την αποκατάστασή του, που ολοκληρώνεται το 2012, θα στεγάσει τις δράσεις του Κέντρου, το πλούσιο εκδοτικό του έργο αλλά και μια βιβλιοθήκη 20.000 βιβλίων και περιοδικών, τα οποία –στο μεγαλύτερο μέρος τους– προέρχονται από το προσωπικό αρχείο του Αϊβαλιώτη. «Υπάρχουν τριών λογιών συλλέκτες: οι φαραώ, που θέλουν να ταφούν μαζί με τα αποκτήματά τους, οι συλλέκτες-παγόνια, οι οποίοι επαίρονται και τα επιδεικνύουν, και οι σκυταλοδρόμοι, οι οποίοι μαζεύουν και μετά δίνουν. Εγώ ανήκω στην τρίτη κατηγορία. Ασχολήθηκα με την έννοια “τόπος”, ένα πεδίο ανεξάντλητο. Όσες ζωές και να έχεις, δεν θα το τελειώσεις. Το μόνο που ίσως καταφέρεις είναι να το κατανοήσεις. Συγκέντρωσα χιλιάδες βιβλία λαογραφίας, ιστορίας και κάποια λογοτεχνίζοντα, για τη Θράκη, τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τα νησιά, για όλη την Ελλάδα. Και για τον ελληνισμό της Αιγύπτου, για τον οποίο είχα πάντα μια ιδιαίτερη πετριά. Έψαχνα με μανία στα παλιατζίδικα, στις δημοπρασίες, στα ταξίδια μου, δεν σταμάτησα ποτέ».
«Υπάρχουν τριών λογιών συλλέκτες: οι φαραώ, που θέλουν να ταφούν μαζί με τα αποκτήματά τους, οι συλλέκτες-παγόνια, οι οποίοι επαίρονται και τα επιδεικνύουν, και οι σκυταλοδρόμοι, οι οποίοι μαζεύουν και μετά δίνουν. Εγώ ανήκω στην τρίτη κατηγορία».

Με το ίδιο πάθος θα μελετήσει την προσωπικότητα και το έργο του Κομοτηναίου Νέστορα Τσανακλή, που από απλός καπνεργάτης στην Αίγυπτο εξελίχθηκε σε ισχυρό καπνοβιομήχανο, ίσως τον πιο επιτυχημένο της εποχής του. Έχοντας συλλέξει πλήθος αντικειμένων και τεκμηρίων που αφορούν τη ζωή και την επιχειρηματική του δραστηριότητα, ο Αϊβαλιώτης τα δώρισε πριν από τρία χρόνια στον Δήμο Κομοτηνής, προκειμένου να εκτεθούν σε αίθουσα του Τσανακλείου Μεγάρου της πόλης, το οποίο λειτουργεί σήμερα ως Δημοτική Βιβλιοθήκη. Σχεδιάζει επίσης να προσφέρει στην πόλη μία ακόμη συλλογή του, σχετική με την πολυσχιδή δράση των Αιγυπτιωτών καπνοβιομηχάνων. Πρόσφατα δε, με ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Κομοτηνής, για την προσφορά του στο πολιτιστικό της γίγνεσθαι.
«Ασχολήθηκα με την έννοια “τόπος”, ένα πεδίο ανεξάντλητο. Όσες ζωές και να έχεις, δεν θα το τελειώσεις. Το μόνο που ίσως καταφέρεις είναι να το κατανοήσεις».

Την επομένη της συνάντησής μας, δίνουμε ξανά ραντεβού νωρίς το πρωί στο Εβραϊκό Νεκροταφείο. Η αποκατάσταση του χώρου ως τόπου μνήμης υπήρξε έργο του ΠΑΚΕΘΡΑ και σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της δικής του προσωπικής εργασίας. «Όταν επέστρεφε, τα ρούχα του είτε έπρεπε να πλυθούν έξω στον κήπο είτε να πεταχτούν», θα πει η Σμαρώ. «Το νεκροταφείο είχε περιέλθει σε άθλια κατάσταση», συμπληρώνει ο ίδιος. «Μπήκαμε μέσα με γερανούς, μηχανήματα και πιάσαμε δουλειά. Να κάνουμε τα ερείπια έναν χώρο επισκέψιμο. Ο τάφος του μεγαλεμπόρου Ισαάκ Ντανιέλ, αυτό το εντυπωσιακό ολόγλυφο μνημείο, είχε διαλυθεί σε έξι-επτά κομμάτια πεσμένα στη γη. Καταγράψαμε και αριθμήσαμε τα μνήματα, καταφέραμε να διαβάσουμε όσες επιγραφές είχαν απομείνει –διότι έρχονταν οι μαρμαράδες και τις ξήλωναν για να τις χρησιμοποιήσουν αλλού ή διάφοροι ρέκτες τις έπαιρναν για τη συλλογή τους–, αποδελτιώσαμε την πληροφορία και ευπρεπίσαμε τον χώρο. Ήταν η ευθύνη και το χρέος μας απέναντι στην κοινότητα. Στους προγόνους εκείνων των ανθρώπων που έφυγαν για την Τρεμπλίνκα και δεν γύρισαν ποτέ πίσω…»

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 14ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Ξάνθη», Οκτώβριος 2025.

