Εκτός από την άνεση που προσφέρει ως μέσο μαζικής μεταφοράς στις πόλεις του κόσμου, το μετρό ξεχωρίζει συχνά και για την αρχιτεκτονική του, προσφέροντας μια ιδιαίτερη εμπειρία σε ντόπιους και επισκέπτες. Δεν είναι λίγες εξάλλου οι πόλεις που επενδύουν σε αυτό ως χώρο πολιτισμού και η Ιταλία τραβά το βλέμμα με δύο νέους σταθμούς που άνοιξαν πρόσφατα τις πύλες τους για το κοινό.
Έχοντας μετατρέψει μια γραμμή του μικρού ομολογουμένως δικτύου της σε υπόγεια γκαλερί με περισσότερες από 250 καλλιτεχνικές εγκαταστάσεις, η Νάπολη προσέθεσε πριν από λίγους μήνες στη λίστα των «Σταθμών Τέχνης», όπως ονομάζονται, αυτόν του Monte Sant’ Angelo, με το θεαματικό γλυπτό του Βρετανού καλλιτέχνη Ανίς Καπούρ να περικυκλώνει την είσοδο.

Στον αντίποδα, η Ρώμη παραμένει πιο «συγκρατημένη». Το μετρό της δεν επιδιώκει τόσο να εντυπωσιάσει αισθητικά, όσο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας πόλης που χτίστηκε πάνω σε αρχαία θεμέλια. Τα πρόσφατα εγκαίνια του υπόγειου σταθμού του Κολοσσαίου, ο οποίος άνοιξε τον Δεκέμβριο του 2025, αποτελεί, ωστόσο, εξαίρεση στον κανόνα. Σύγχρονος και καθαρός, παρουσιάζει στο κοινό πλούσια αρχαιολογικά ευρήματα, γοητεύει με το κομψό ντιζάιν του και εντάσσεται διακριτικά σε ένα δίκτυο μεταφοράς που προτάσσει τη λειτουργικότητα.
Νάπολη: Με έμπνευση από τον Βεζούβιο και τον Δάντη
Στη μία είσοδο, ένα γλυπτό από πατιναρισμένο χάλυβα βάρους 220 τόνων, που μοιάζει σκουριασμένος, αναδύεται από το έδαφος, παραπέμποντας σε ένα αφηρημένο μόρφωμα που θυμίζει «στόμα» ή «πύλη». Στην άλλη είσοδο, το μεταλλικό γλυπτό λειτουργεί ως αντίστιξη. Η αυστηρότητα και η λιτότητα επικρατούν, δίνοντας την αίσθηση πως οι δύο είσοδοι αποτελούν κομμάτια ενός ενιαίου έργου τέχνης.

«Σε μια πόλη που ορίζεται από τον Βεζούβιο και τη μυθική κάθοδο του Δάντη στην Κόλαση, ένιωσα πως ήταν σημαντικό να αναμετρηθώ με το τι σημαίνει πραγματικά η κατάβαση στο υπέδαφος», έγραψε ο Βρετανός γλύπτης σερ Ανίς Καπούρ στο σημείωμά του για τα γλυπτά που σχεδίασε στην είσοδο του σταθμού Μόντε Σαντ’ Άντζελο στην περιοχή Τραϊάνο της Νάπολης. Ο σχεδιασμός έγινε το 2002, αλλά ο σταθμός άνοιξε επίσημα τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Ο σταθμός αποτελεί κομμάτι των νέων στάσεων της μητροπολιτικής γραμμής 7, οι οποίες σχεδιάστηκαν με κεντρικό άξονα το τρίπτυχο «τέχνη, αρχιτεκτονική και αρχαιολογία», όπως αποδεικνύει και ο βραβευμένος σταθμός Τολέδο που έχει συμπεριληφθεί σε λίστες ειδησεογραφικών οργανισμών με τους ομορφότερους σταθμούς του κόσμου. Με την παρέμβαση του Καπούρ, η Νάπολη συνεχίζει να επενδύει στη συνύπαρξη αρχιτεκτονικής και τέχνης στον δημόσιο χώρο.
Ρώμη: Αρχαιότητες και μετρό, μια δύσκολη εξίσωση
Στην περίπτωση της Ρώμης, η επέκταση της γραμμής C του «ηλικιωμένου» μετρό της ιταλικής πρωτεύουσας προς το Κολοσσαίο, διήρκησε έντεκα ολόκληρα χρόνια κυρίως λόγω των αρχαιολογικών ανασκαφών, που έφερναν συνεχώς νέα ευρήματα στο φως. Ωστόσο, το Δεκέμβριο του περασμένου έτους υποδέχθηκε τους πρώτους επιβάτες.

Με μήκος 240 μ. και βάθος 32 μ., το έργο του σταθμού Colosseo – Fori Imperiali, κατασκευάστηκε με απόλυτο σεβασμό σε έναν από τους πιο εύθραυστους αρχαιολογικούς χώρους του πλανήτη. Πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε εκσκαφή, οι μηχανικοί σταθεροποίησαν το έδαφος με 900 μικροπασσάλους και διαφραγματικούς τοίχους από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ παράλληλα εκατοντάδες αισθητήρες τοποθετήθηκαν στο Κολοσσαίο, στον Ναό της Αφροδίτης και της Ρώμης και στη Βασιλική του Μαξεντίου, καταγράφοντας σε πραγματικό χρόνο μικροκινήσεις και δονήσεις.
Κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκαλύφθηκαν εξαιρετικής σημασίας αρχαιολογικά ευρήματα, όπως μια ρωμαϊκή οικία της περιόδου της Res Publica (509 π.Χ- 27 π.Χ), κατεστραμμένη από τη μεγάλη πυρκαγιά του 64 μ.Χ., τμήματα των θεμελίων του συμπλέγματος ανακτόρων του Νέρωνα, Domus Aurea, υδραυλικές κατασκευές και μια μνημειακή κρήνη.

Ο σταθμός έχει σχεδιαστεί ως υπόγειο μουσείο ανοιχτό για όλους. Πέντε εκθεσιακές ενότητες αφηγούνται την εξέλιξη της πόλης, με τις γήινες αποχρώσεις και τις απαλά σκιασμένες επιφάνειες του επιπέδου διακίνησης να καθοδηγούν τον επισκέπτη σε μια ήσυχη διαδρομή μέσα στον χρόνο. Με αυτό τον τρόπο, η κατασκευή του σταθμού δίνει την αίσθηση πως συνδέει δύο περιόδους της Ρώμης: τη σύγχρονη, η οποία κινείται βιαστικά, και την αρχαία, η οποία υπενθυμίζει διαρκώς την παρουσία της, ακόμη και κάτω από την επιφάνεια της γης.

