Ταξίδι στην Κοττάνη: Πομάκικη παράδοση και γεύσεις στα σύνορα
ταξίδι-στην-κοττάνη-πομάκικη-παράδοσ-564003151
Ο Τζεμίλ και η Μουσγιέν Χαλίλογλου υποδέχονται τους πάντες με χαμόγελο και καλό φαγητό. (Φωτογραφίες: Νίκος Κοκκαλιάς)

Ταξίδι στην Κοττάνη: Πομάκικη παράδοση και γεύσεις στα σύνορα

Η ξακουστή ταβέρνα της ακριτικής Κοττάνης γίνεται αφορμή για μια γνωριμία με την πομάκικη κουλτούρα

Ο Τζεμίλ και η Μουσγιέν Χαλίλογλου υποδέχονται τους πάντες με χαμόγελο και καλό φαγητό. (Φωτογραφίες: Νίκος Κοκκαλιάς)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Χάζευα αχόρταγα από το παράθυρο του συνοδηγού. Στο τιμόνι ήταν ο φίλος μας ο Τάσος, που ήξερε τη δύσκολη διαδρομή απέξω και ανακατωτά. Ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας με φιδίσιες στροφές και ξαφνικές λακκούβες, με στενωπούς και σημεία χωρίς ορατότητα. Είχαμε αφήσει πίσω μας την Ξάνθη, τα μεγάλα Πομακοχώρια, τη Σμίνθη και τον Εχίνο, και κατευθυνόμασταν προς την Κοττάνη, στην κορυφογραμμή με τη Βουλγαρία. Σε μια γοητευτική εσχατιά, στην οποία μας έκανε έως ένα σημείο παρέα ο ποταμός Κόσυνθος και ύστερα ο Κομψάτος, με τα παλιά πέτρινα γεφύρια τα οποία είχαν φτιάξει Ηπειρώτες μάστορες που πέρασαν από την περιοχή.

Ταξίδι στην Κοττάνη: Πομάκικη παράδοση και γεύσεις στα σύνορα-1
Η πομάκικη κουζίνα φημίζεται για την καλή ποιότητα κρέατος (αρνί, κατσίκι και μοσχάρι), ενώ τα τουρσιά συμπληρώνουν
το μενού.

Κινούμασταν σε αυτό που αναφέρεται λακωνικά ως «Ορεινός Όγκος», για να περιγράψει δίχως επιθετικούς προσδιορισμούς την περιοχή στην οποία ζουν Έλληνες διαφορετικού θρησκεύματος. Κάποτε η ζώνη αυτή χωριζόταν από την πόλη με μπάρες και φυλάκια στα οποία γινόταν έλεγχος στοιχείων για είσοδο και έξοδο. Η αστυνόμευση σταμάτησε τη δεκαετία του 1990, όταν είχε πια καταρρεύσει το Ανατολικό Μπλοκ και μαζί του ορισμένα στερεότυπα παλαιών εποχών, που στοίχισαν αρκετά στη χώρα. Οι Πομάκοι είχαν στοχοποιηθεί και ο λόγος ήταν τόσο η γλώσσα τους, που έχει σλαβικά στοιχεία, όσο και το γεγονός ότι από τη δεκαετία του 1940 και έπειτα, πολλές πομακικές οικογένειες μοιράστηκαν στις δύο μεριές των συνόρων.

Το εντυπωσιακό, ωστόσο, δεν ήταν ούτε τα παλιά check points ούτε οι μιναρέδες. Ούτε η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα μέρος όπου τα κορίτσια φορούν πολύχρωμες μαντίλες, τα παιδιά παίζουν καταμεσής του δρόμου, οι σκύλοι κυκλοφορούν σε αγέλες και τα μικρά καφενεδάκια και μπακάλικα συμπυκνώνουν την εμπορική ζωή του οικισμού. Το πιο περίεργο ήταν ότι δεν συναντήσαμε πολλούς άνδρες μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας. Μονάχα γυναίκες με μαντίλες και ηλικιωμένους.

Ταξίδι στην Κοττάνη: Πομάκικη παράδοση και γεύσεις στα σύνορα-2

Οι υπόλοιποι περνούν αρκετούς μήνες στο εξωτερικό, σε ναυπηγεία, φυτώρια, κατασκευαστικές εταιρείες της Γερμανίας και της Ολλανδίας, εξήγησε ο Τάσος. Επιστρέφουν τον Αύγουστο και στα διόδια κάνουν ουρές καινούργια αυτοκίνητα ή άλλα που ήταν κάποτε πολυτελή, όμως η μπογιά τους πέρασε – παρ’ όλα αυτά παραμένουν ένα είδος «επιβράβευσης» για τη σκληρή δουλειά στα ξένα. Οι γυναίκες ζουν με τα πεθερικά, ένας άγραφος νόμος που κάνει τα σπίτια να αναπτύσσονται «οργανικά» και νέα δωμάτια να προστίθενται σε παλιά οικήματα.

Αν εμείς δυσκολευόμαστε σήμερα να φτάσουμε στην Κοττάνη, στο παρελθόν θα πρέπει να ήταν ένας μικρός άθλος. Μιάμιση ώρα μετά την αναχώρησή μας, η θέα της από μακριά με το τέμενος και τα ρωμαλέα δίπατα σπίτια μάς αποζημίωσε, παρότι το τελευταίο κομμάτι του δρόμου είναι χωμάτινο και πιο ζόρικο.

Η φύση τριγύρω ήταν όμορφη, τα δάση δρυός εναλλάσσονταν με τους πυκνούς θάμνους. Αμέσως καταλάβαινες γιατί οι κάτοικοι ανέπτυξαν επί αιώνες γεωργικές δεξιότητες, έχοντας να αντιμετωπίσουν συνθήκες αντίξοες. Αν εμείς δυσκολευόμασταν σήμερα να φτάσουμε στην Κοττάνη, στο παρελθόν θα πρέπει να ήταν ένας μικρός άθλος. Μιάμιση ώρα μετά την αναχώρησή μας, η θέα της από μακριά με το τέμενος και τα ρωμαλέα δίπατα σπίτια μάς αποζημίωσε, παρότι το τελευταίο κομμάτι του δρόμου (περίπου 6 χλμ.) είναι χωμάτινο και πιο ζόρικο να το περάσει κανείς, ειδικά τον χειμώνα που βρέχει συχνά. Κάποτε η Κοττάνη είχε περισσότερους κατοίκους, τώρα μόνο το καλοκαίρι αποκτά λίγο ζωή. Από τότε που η καλλιέργεια καπνών πήρε την κατιούσα, ο πληθυσμός φυλλορρόησε και έτσι έχουν μείνει λίγες ψυχές να ζουν εκεί, πέντε οικογένειες όλες κι όλες.

Ταξίδι στην Κοττάνη: Πομάκικη παράδοση και γεύσεις στα σύνορα-3
Άποψη της Κοττάνης. Μόλις πέντε οικογένειες ζουν πια μόνιμα στο χωριό.

Σχάρα και πατάτνικ σε ένα πομάκικο σπίτι

Θα ήταν ερημιά αν στο έμπα του χωριού δεν λειτουργούσε μία από τις πιο διάσημες ταβέρνες της Θράκης, που ανήκει στον Τζεμίλ και στη Μουσγιέν Χαλίλογλου. Στεγάζεται σε ένα παλιό δίπατο κτίσμα, περιτριγυρισμένο από γλάστρες, που φιλοξενεί και ένα είδος μικρού λαογραφικού μουσείου στον επάνω όροφο. Το καλοκαίρι όλοι τρωγοπίνουν στην ωραία σκιά. Το φθινόπωρο, την άνοιξη και τον χειμώνα λειτουργεί μόνο τα Παρασκευοσαββατοκύριακα. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο είναι ανοιχτό κάθε μέρα.

Με τα κρύα, οι πελάτες τρυπώνουν μέσα. Περνώντας το κατώφλι, μπαίνεις σε χρονοκάψουλα, σ’ ένα ασφαλές καταφύγιο από το κρύο και τη ζέστη, που έχει τη θαλπωρή ενός σπηλαίου. Μια αίσθηση παλιάς νοικοκυροσύνης και αρχοντιάς σε κυριεύει. Τα πολύχρωμα τραπεζομάντιλα δένουν με υφαντά, δέρματα ζώων, κουδούνες, νεροκολοκύθες, φορεσιές, κεντίδια και παλιές ενδυμασίες. Λες και οι τοίχοι έχουν μαγνητίσει το αγροτικό παρελθόν και το κρατάνε εκεί αναρτημένο να εντυπωσιάζει το βλέμμα των ανθρώπων που μεγάλωσαν σε πόλεις και έχουν αποκοπεί από τη φύση. Μέσα σε όλα αυτά, άπειρες παλιές φωτογραφίες και μια πιο φρέσκια: η Κατερίνα Σακελλαροπούλου, που κατά τη θητεία της είχε τιμήσει την ταβέρνα με μια επίσκεψη. Η Θρακιώτισσα πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας στέκεται στο κάδρο μαζί με τη Μουσγιέν και μια αγκαλιά αγριολούλουδα. Μεγάλη υπόθεση να πάει ο πρώτος πολίτης της χώρας μέχρι εκεί.

Περνώντας το κατώφλι, μπαίνεις σε χρονοκάψουλα, σ’ ένα ασφαλές καταφύγιο από το κρύο και τη ζέστη, που έχει τη θαλπωρή ενός σπηλαίου. Μια αίσθηση παλιάς νοικοκυροσύνης και αρχοντιάς σε κυριεύει. 

Η μυρωδιά από το μαστόρικα ψημένο κρέας ερεθίζει τα ρουθούνια μας. Ο γιος του Τζεμίλ, Σερτάν, μας τακτοποιεί στο τραπέζι. Η θυγατέρα, η Αϊσέ, ζει στο Λονδίνο εδώ και μία δεκαπενταετία. Νοίκιασε δικό της μαγαζί σε μια περιοχή έξω από το Κέιμπριτζ και το ονόμασε Café Kottani, θα πει ο πατέρας της με χαρά. Το όνειρό της είναι να μπορέσει να φτιάξει εδώ έναν ξενώνα έξι δωματίων σε παραδοσιακό πομάκικο ύφος. Αυτό θα άλλαζε πολύ και τη μοίρα της Κοττάνης. Οι άδειες έχουν βγει, όμως οι διαδικασίες για επιδότηση καθυστερούν. «Τόσο με το τελευταίο χωμάτινο κομμάτι του δρόμου όσο και με το δίκτυο ίντερνετ, που δεν έχει καλή κάλυψη, φαίνεται πως το κράτος δεν φτάνει μέχρι εδώ. Σου λένε μάλλον “μικρό χωριό, δεν συμφέρει”. Και όμως, για εμάς είναι τόσο σημαντικό. Είκοσι χρόνια παλεύουμε μόνοι μας. Όποιος ανεβαίνει στα Πομακοχώρια, θα έρθει οπωσδήποτε και εδώ», λέει με έναν τόνο στενοχώριας.

Ο Τζεμίλ έδωσε νέα πνοή στο πομάκικο σπίτι όπου γεννήθηκε και έζησε έως το 1975. Μέχρι το 1980 η Κοττάνη αριθμούσε 40 οικογένειες: «Ούτε ρεύμα υπήρχε ούτε δρόμος, πού να πάνε. Μετά άρχισαν να φεύγουν όλοι, έμειναν τα σπίτια αδειανά. Και εγώ έφυγα. Είχα κέντρο διασκέδασης στην Ξάνθη και όταν άνοιξε ο δρόμος ο ασφάλτινος μέχρι εδώ πάνω, πήρα τη μεγάλη απόφαση. Μας συνέδεσαν και με τον ηλεκτρισμό. Μέχρι τότε ερχόμασταν με άλογα, μουλάρια και με τα πόδια. Άνοιξα την ταβέρνα στο πατρικό μου και τον επάνω όροφο τον κράτησα όπως ακριβώς ήταν όταν ζούσαν οι αγρότες γονείς μου. Είναι ανοιχτός σε όλους τους πελάτες, για να βλέπουν πώς ήταν η καθημερινότητα στο παρελθόν».

Ταξίδι στην Κοττάνη: Πομάκικη παράδοση και γεύσεις στα σύνορα-4
Ο εσωτερικός χώρος της ταβέρνας είναι σαν μουσείο πομάκικης παράδοσης. Υφαντά, εργαλεία, φωτογραφίες, παλιά μπακίρια φτιάχνουν μοναδική ατμόσφαιρα.

Σε λίγο αρχίζουν να φτάνουν και τα καλούδια στο τραπέζι. Στην αρχή τουρσιά σπιτικά και σαλάτες. Μετά τα κρέατα, για τα οποία φημίζεται το μαγαζί, διότι προέρχονται από τα Πομακοχώρια, που έχουν μεγάλη παράδοση στην εκτροφή αλλά και στην παραγωγή προϊόντων από τα ζώα, όπως λ.χ. ο καβουρμάς. «Το καλοκαίρι ο κόσμος προτιμά σχάρα. Έχουμε κεμπάπ, γλυκάδια, σουτζουκάκια. Φτιάχνουμε αρνί, μοσχάρι, κοτόπουλο, αλλά όχι βέβαια χοιρινό. Τον χειμώνα έχουμε και μαγειρευτά με κρέας, κοκκινιστά, στιφάδο, όσπρια». Ξεχωρίζουν και δύο πιάτα πομάκικης κουζίνας: το πατάτνικ, παραδοσιακή πατατόπιτα στο τηγάνι με τριμμένη πατάτα και κρεμμύδι στον τρίφτη, ρύζι, δυόσμο, αλάτι, πιπέρι, λάδι, και το παρένικ, που ψήνεται σε ταψί, με αλεύρι καλαμποκιού, τυρί και βούτυρο. Όλα είναι πεντανόστιμα. «Η πιο σημαντική στιγμή μας ήταν όταν ήρθε εδώ η Πρόεδρος. Το λέω και συγκινούμαι. Φανταστείτε ότι μέχρι και τη δεκαετία του 1990 έπρεπε να περάσεις χίλιους ελέγχους για να φτάσεις στα μέρη αυτά».

Ο Τζεμίλ μάς ξεπροβόδισε μέχρι το αυτοκίνητο. Μπροστά μας απλωνόταν ο μακρύς δρόμος της επιστροφής, μαζί και η αίσθηση ότι η χώρα άργησε να αγκαλιάσει όλους τους πολίτες της.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 14ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Ξάνθη», Οκτώβριος 2025.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Πού θέλεις να πας;

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT