– We gotta go and never stop going till we get there.
– Where we going, man?
– I don’t know, but we gotta go.
Τα λόγια ανήκουν στον Σαλ και τον Ντιν Μοριάτι, τους ήρωες του βιβλίου Στον δρόμο του Τζακ Κέρουακ, το οποίο κυκλοφόρησε το 1957, ωθώντας τη διψασμένη νεολαία της μεταπολεμικής Αμερικής να αλωνίσει τους δρόμους της σηκώνοντας απλώς τον αντίχειρα σε όποιον μπορούσε να της υποσχεθεί μια αυθεντική εμπειρία. Ο Σαλ, το alter ego του Κέρουακ, που επιβιβάστηκε σε οχήματα φορτηγατζήδων και αγροτών, υμνήθηκε ως θεός από εκείνους που στα ’60s και τα ’70s θα έκαναν το οτοστόπ τρόπο ζωής. Μπορεί η συνήθεια να έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του 1930, όταν η οικονομική κρίση στις ΗΠΑ την έκανε αναγκαιότητα, και να δαιμονοποιήθηκε στον Β΄ Παγκόσμιο υπό τον φόβο της κατασκοπείας, η χρυσή εποχή της όμως είναι συνυφασμένη με το αίσθημα της περιπέτειας και τη μαγεία του αγνώστου, με ήρωες λογοτεχνικούς που γνέφουν σαν άγιοι δίπλα στην άσφαλτο και «καίγονται», όπως έγραφε ο Κέρουακ, «σαν ρωμαϊκά κεριά στη νύχτα».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ειδικά με την αλλαγή της χιλιετίας, τα πράγματα άλλαξαν ριζικά. Οι φθηνές πτήσεις έκαναν τα αεροπορικά ταξίδια περισσότερο προσβάσιμα, τρομακτικές ιστορίες με σίριαλ κίλερ πίσω απ’ το τιμόνι απασχόλησαν την επικαιρότητα, η εμπιστοσύνη κλονίστηκε και το οτοστόπ καταχωνιάστηκε στη συνείδηση πολλών ως σύμβολο μιας εποχής χαμένης αθωότητας. Δεν χάθηκε όμως στη λήθη. Σήμερα δεν είναι λίγοι αυτοί που, κουρασμένοι από τα ομοιόμορφα τουριστικά χωριά και τις φασόν ταξιδιωτικές εμπειρίες, αλλά και αξιοποιώντας τις δυνατότητες ενός ψηφιακά υπερ-δικτυωμένου κόσμου, δημιουργούν μια κοινότητα αντισυμβατικών ταξιδευτών.
Η φιλοσοφία του αργού ταξιδιού
Το 2023, ο Γιάκομπ Ίλετς, Αυστριακός εκπαιδευτικός και δημοσιογράφος, έκανε οτοστόπ από την Αυστρία μέχρι τη Νότια Κορέα – 178 διαφορετικές διαδρομές και πάνω από 18.000 χιλιόμετρα σε πέντε μήνες. Επιβιβάστηκε σε κάθε λογής οχήματα, από πολυτελείς κούρσες επιχειρηματιών στην Κορέα μέχρι ταπεινά οχήματα αγροτών. «To οτοστόπ αποκατέστησε την πίστη μου στην ανθρωπότητα», λέει. «Σου δείχνει πραγματικά ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι κακοί, ότι θέλουν να σε βοηθήσουν, από ένστικτο, σαν να κάνουν μια τυχαία πράξη καλοσύνης».

Ταξιδεύοντας, έμαθε πως σε πολλές κουλτούρες η βοήθεια και ο σεβασμός ακόμα και προς αγνώστους σημαίνουν περισσότερα από ό,τι στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, όπου και μεγάλωσε. «Νιώθω ότι χάνουμε την αίσθηση της κοινότητας, την αίσθηση ότι είμαστε όλοι πραγματικά μαζί – γιατί να μη βοηθάμε ο ένας τον άλλον;» λέει και η κουβέντα σύντομα πηγαίνει στην τάση του slow travel, στην οποία ο Γιάκομπ εντάσσει και το οτοστόπ. «Όταν δεν έχεις χρόνο και πρέπει να ταξιδεύεις 10-12 ώρες τη μέρα απλώς για να φτάσεις από το σημείο Α στο Β, τότε το οτοστόπ πραγματικά χάνει την αξία του». Εάν όμως κάποιος έχει τον χρόνο και μπορεί να αντέξει οικονομικά να μη δουλέψει για κάποιο διάστημα, τότε είναι ιδανικό και μπορεί να σε αλλάξει. «Είναι το απόλυτο βήμα για να βγεις από το comfort zone σου», τονίζει.

«Δεν θυμάμαι πλέον πόσες φορές έχω σηκώσει τον αντίχειρά μου, έχω κάνει γύρω στις 150 διαδρομές μέχρι τώρα», λέει η Βάλερι (μπορείτε να βρείτε τη Βάλερι και τις περιπέτειες της στο instagram με το όνομα @journeyious), που ξεκίνησε το οτοστόπ δειλά δειλά σε ταξίδια που ήταν δύσκολο να βρει μέσο μεταφοράς και κατέληξε να ταξιδεύει έτσι σε διάφορα μέρη της Ευρώπης, αλλά κυρίως στην Ανατολική και την Κεντρική Ασία. «Δεν μου αρέσει να εξαρτώμαι από διαδρομές λεωφορείων ή τρένων ή από ακριβά ταξί. Είναι εύκολο και μετατρέπει το ίδιο το ταξίδι σε μια ιστορία. Γνωρίζεις ντόπιους, αντί να περνάς απλώς από ένα μέρος, και είναι απίστευτο πόσα μαθαίνεις από αυτούς για τη ζωή και τις παραδόσεις τους. Το οτοστόπ σού δίνει μια εντελώς διαφορετική οπτική από οποιονδήποτε ταξιδιωτικό οδηγο ή ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα».
Ο ανθρώπινος παράγοντας
Ο Λέον από τη Γερμανία είναι 24 ετών και τα τελευταία δύο χρόνια έχει κάνει οτοστόπ σε 24 χώρες – από το το Ιράκ, την Ινδία και το Αφγανιστάν μέχρι την Κίνα και το Βιετνάμ, απ’ όπου και συνδεόμαστε μέσω βιντεοκλήσης. Δεν ξεχνάει τη μέρα που επιβιβάστηκε σε ένα όχημα των Ταλιμπάν, με το φορτηγό τους γεμάτο όπλα, ενώ μια άλλη φορά ταξίδεψε με δύο κατσίκια σε μια καρότσα. Μέχρι τώρα έχει μπει σε πάνω από 2.000 οχήματα. «Το να πετάς με αεροπλάνο είναι σαν να τηλεμεταφέρεσαι», εξηγεί. «Πηγαίνεις στο αεροδρόμιο και μετά από 10 ώρες βρίσκεσαι κάπου αλλού, χωρίς να έχεις ιδέα για την απόσταση ή τα πράγματα που συμβαίνουν στη διαδρομή. Το οτοστόπ όμως είναι ένας αργός τρόπος ταξιδιού· έτσι βλέπεις πώς αλλάζουν οι κουλτούρες και η φύση».

Στο Βιετνάμ οι άνθρωποι τον καλούσαν σε γεύματα και γιορτές, κάτι που αποτελούσε τη νόρμα και στις μουσουλμανικές χώρες. «Κάποιοι μου είπαν: “Ζεις το όνειρό μου. Μπορείς να πάρεις το δεύτερο αυτοκίνητό μου, να το χρησιμοποιήσεις για τα επόμενα χίλια χιλιόμετρα και μετά μου το επιστρέφεις όπως μπορείς”», λέει. Άλλοι πάλι του έκαναν δώρα. Σταματούσαν στη μέση του πουθενά, πήγαιναν σε μια αγορά και επέστρεφαν με ένα αντικείμενο αξίας. «Είσαι σαν ήρωάς μου», έλεγαν.
Η Ίρις Βελντβάικ, δημιουργός του travel blog Mind of a Hitchhiker, ξεκίνησε το οτοστόπ το 2012, κατά τη διάρκεια Εrasmus στο Όρχους της Δανίας. Όταν ζήτησε από έναν από τους συγκατοίκους της να της δείξει τον τρόπο, κόλλησε το μικρόβιο. «Μερικές φορές μπαίνεις στο αυτοκίνητο με κάποιον και υπάρχει αμέσως μια σύνδεση, σαν να έχεις βρει έναν χαμένο φίλο. Αυτές είναι οι καλύτερες διαδρομές, όταν και οι δύο ξεχνάτε πόσο μακρύς είναι ο δρόμος. Άλλες φορές κάνω μια διαδρομή δύο λεπτών για να με αφήσει κάποιος στον αυτοκινητόδρομο ή σε ένα βενζινάδικο». Αυτό που τη συγκινεί είναι οι διαφορετικοί τύποι ανθρώπων που συναντά. «Έχω κάνει οτοστόπ σε ογδοντάρηδες που έκαναν και εκείνοι παλιά, αλλά και σε 18χρονους που έχουν μόλις πάρει το δίπλωμά τους».
Ο κίνδυνος και το ένστικτο
Το οτοστόπ έχει φωλιάσει στη συνείδηση του κόσμου ως κάτι επικίνδυνο και ο Γιάκομπ το αναγνωρίζει. «Πολλοί δεν παίρνουν επιβάτες ή δεν δοκιμάζουν, γιατί φοβούνται, γιατί έχουν στον νου τους αστικούς μύθους και τρομερές ιστορίες. Δεν λέω ότι όταν κάνεις οτοστόπ προστατεύεσαι από έναν αόρατο μανδύα. Παραμένεις πολύ ευάλωτος και ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Αλλά πρέπει να μάθεις να εμπιστεύεσαι και το ίδιο σου το ένστικτο και τους άλλους». Η Ίρις έχει γράψει τη διπλωματική της στο πανεπιστήμιο πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. «Όταν οι άνθρωποι λένε ότι το οτοστόπ είναι επικίνδυνο, δεν έχουν εντελώς άδικο. Πολλοί επαναλαμβάνουν υποσυνείδητα όσα έχουν ακούσει από τη μαζική κουλτούρα. Οι ιστορίες σε βιβλία, ταινίες και τηλεόραση είναι αρνητικές ή ουδέτερες, σχεδόν ποτέ θετικές», λέει. Πιστεύει ότι ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται στην επαφή των πεζών με τα αυτοκίνητα. «Ένας οτοστόπερ εκτός αυτοκινήτου είναι πεζός, όπως μια γιαγιά με καρότσι ή τα παιδιά που περπατούν στο σχολείο», λέει. Εάν νιώσει ότι δεν εμπιστεύεται τους άντρες σε μια χώρα, τότε διαλέγει αυτοκίνητα στα οποία επιβαίνει τουλάχιστον μια γυναίκα ή μια γυναίκα με παιδί. «Όταν είναι η οικογένεια παρούσα, οι άντρες ξαφνικά γίνονται άγγελοι», λέει.
Τα νέα εργαλεία και η τεχνολογία
Ο διασυνδεδεμένος ψηφιακός κόσμος, βέβαια, φαίνεται ότι έχει ευνοήσει την κοινότητα. Τόσο μέσα από προφίλ στα σόσιαλ μίντια όσο και μέσα από εφαρμογές, ομάδες και ιστοσελίδες, οι λάτρεις του οτοστόπ επικοινωνούν, συναντιούνται και δημιουργούν μια ενωμένη κοινότητα. Ο Γιάκομπ τονίζει ότι εμφανίζονται συνεχώς νέα εργαλεία: «Υπάρχει μια hitchhike wiki, ένας χάρτης για το οτοστόπ και επίσης μια εφαρμογή που λέγεται Hitcher, η οποία βρίσκεται ακόμη σε φάση δοκιμών και αποσκοπεί στο να κάνει το οτοστόπ πιο προσβάσιμο». Η τεχνολογία έχει αλλάξει και τις συζητήσεις μεταξύ οδηγών και επιβατών. «Στην Τουρκία γνώρισα έναν φορτηγατζή με τον οποίο μπορούσα κυριολεκτικά να συζητάω για ώρες, για τη φιλοσοφία, τη ζωή, τον Θεό και τον κόσμο, χρησιμοποιώντας μια συσκευή μετάφρασης. Έπειτα με άφησε να περάσω τη νύχτα μαζί του στο φορτηγό του. Αυτό αλλάζει εκατό τοις εκατό την εμπειρία τόσο για τους ταξιδιώτες όσο και για τους οδηγούς», προσθέτει.

Για άλλους, όπως η Ίρις, ένα ακόμη όφελος είναι η εκμάθηση γλωσσών. «Έμαθα όλα τα ισπανικά μου κάνοντας “haciendo dedo” [σ.σ. οτοστόπ στα ισπανικά] στη Λατινική Αμερική», λέει. «Έμαθα οργανικά ή βελτίωσα μια γλώσσα κυρίως με το οτοστόπ, αφού μπόρεσα να εφαρμόσω πρακτικά όσα είχα μάθει όλα αυτά τα χρόνια στο Duolingo: ρωσικά στη Λευκορωσία και στο Κιργιστάν, αραβικά στο Μαρόκο και στη Μαυριτανία, πορτογαλικά στο Πράσινο Ακρωτήριο και στη Γουινέα-Μπισάου. Είναι σαν να επιταχύνεις την εκμάθησή σου, γιατί δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Και οι άλλοι χαίρονται που έχεις επενδύσει στη γλώσσα τους».
Κυνηγώντας το όνειρο
«Πολλοί από τους οτοστόπερ που συναντώ είναι άνθρωποι που δραπετεύουν από μια άλλη ζωή. Είναι κουρασμένοι από το σύστημα, από αυτά που μας αναγκάζουν να κάνουμε ενάντια στη θέλησή μας, μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε σε αυτούς τους καιρούς. Και αρνούνται να το δεχτούν. Δεν συμμορφώνονται με τον τρόπο ζωής – δουλειά όλο τον χρόνο και λίγες μέρες ελευθερίας. Νομίζω πως αυτό είναι το ζητούμενο. Να έχεις μια ζωή από την οποία δεν χρειάζεται να απελευθερωθείς», λέει ο Γιάκομπ. Δεν είναι βέβαια εύκολο να ταξιδεύει κανείς «αργά» για μεγάλο διάστημα, ωστόσο η δυνατότητα για τηλεργασία και η συνδεσιμότητα κάνουν τη συνθήκη ευνοϊκή στην εποχή μας. «Θυμάμαι ότι πριν από το πρώτο μου οτοστόπ ήμουν φοβισμένος», λέει ο Λέον. Ήταν οκτώ το πρωί, δεν είχα κοιμηθεί, αλλά το είχα αποφασίσει. Γιατί τελικά το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να βγεις στον δρόμο, να σηκώσεις τον αντίχειρα και να ελπίζεις ότι κάποιος θα σε πάρει. Πάντα και παντού θα βρεθεί κάποιος να σου ανοίξει την πόρτα».

