«Από αυτή την πλευρά θαυμάζεις την Παλιά Πόλη, αλλά γυρνώντας το βλέμμα σου νότια καταλαβαίνεις ακριβώς αυτό που περιέγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις», μου λέει ο Πασχάλης Ξανθόπουλος στη βεράντα του Πολυχώρου Τέχνης και Σκέψης, του κτιρίου όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια ο Μάνος Χατζιδάκις στην Ξάνθη. Αναφέρεται βέβαια στο βιογραφικό που έγραψε ο ίδιος ο συνθέτης σε πρώτο πρόσωπο και το οποίο αποτελεί το πιο γνωστό σημείο αναφοράς για τη σύνδεσή του με την πόλη. «Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδινε χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνιές της ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες».

Ο Μάνος Χατζιδάκις έζησε στην Ξάνθη μέχρι τα επτά του χρόνια, οπότε μετακόμισε με τη μητέρα και την αδελφή του στην Αθήνα. Το σπίτι του, τουλάχιστον από το 1926 και μετά, όπως βεβαιώνει το σχετικό μισθωτήριο, βρισκόταν στην Παλιά Πόλη. Η οικογένεια νοίκιασε τον δεύτερο όροφο ενός επιβλητικού αρχοντικού, που ανεγέρθηκε το 1898 για λογαριασμό του πλούσιου καπνεμπόρου Ισαάκ Ντανιέλ. Με πατέρα από την Κρήτη και μητέρα από την Αδριανούπολη, ο Μάνος Χατζιδάκις συμμετείχε, παρότι ήταν μικρό παιδί, στην αστική ζωή της οικογένειας. Εδώ πήρε και τα πρώτα μαθήματα πιάνου, από την Αρμένισσα Άννα Αλτουνιάν, που έμενε λίγο πιο κάτω.

«Ήταν ένα καθαρά αστικό σπίτι σε ένα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, με διαφορετικές γλώσσες και πολλά ερεθίσματα, στο οποίο δεν υπήρχε η έννοια του “ξένου”. Ο Χατζιδάκις κουβαλάει εντός του, και στη μουσική του, όλη αυτή την ατμόσφαιρα της Ξάνθης του Μεσοπολέμου, την εμπειρία ενός παιδιού που έζησε τα πρώτα του χρόνια εδώ – αν παραδεχτούμε ότι όλοι μας κουβαλάμε ως ενήλικες πράγματα από την παιδική μας ηλικία, γιατί τότε διαμορφώνεται ένα είδος εσωτερικής παιδείας. Του Χατζιδάκι δομήθηκε εδώ, σε αυτό το αισθητικό και γνωσιακό τοπίο που επικρατούσε στην πόλη», λέει ο Πασχάλης Ξανθόπουλος, καλλιτεχνικός σύμβουλος της Στέγης Πολιτισμού, εταιρείας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, η οποία περιλαμβάνει το Μέγαρο Μουσικής Κομοτηνής και τον Πολυχώρο Τέχνης και Σκέψης.
«Την ευγένειά του, την οποία περιγράφουν όσοι τον έζησαν, πρέπει να την έχει και η πόλη. Αυτό που έκανε ο Χατζιδάκις με τους νέους οφείλουμε να το κάνουμε και εμείς, να τους δώσουμε βήμα, να τους φέρουμε κοντά στην προσωπικότητά του», επισημαίνει ο Πασχάλης Ξανθόπουλος.

Στα χρόνια που ακολούθησαν και μέχρι τον θάνατό του, το 1994, ο Μάνος Χατζιδάκις δεν φαίνεται να είχε πλέον σχέσεις με τη γενέτειρά του. Στα Ανώγεια έκανε τις Μουσικές Γιορτές, στην Κέρκυρα τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού, βρίσκοντας δημοτικές αρχές πρόθυμες να συμβάλουν στο όραμά του. Και στα πολλά γραπτά του, η μόνη αναφορά στην Ξάνθη γίνεται με αφορμή την όπερα Ο φτωχός ναύτης του Γάλλου συνθέτη Νταριούς Μιγιό, για την οποία γράφει ότι του φέρνει στη μνήμη τη μικρή επαρχιακή πόλη. «Ξαναζωντανεύει μέσα μου μνήμες από πλατείες, περιπάτους, μπάντες ορφανοτροφείων και στενούς δρόμους προς τη Μητρόπολη, όπου το αγιόκλημα των κήπων μεθούσε μόνο του από πλήξη και ευαισθησία»*.

Κάτι κινείται
Ποιο μπορεί να είναι το αποτύπωμα της προσωπικότητας και της μουσικής του Μάνου Χατζιδάκι στη μικρή, ακριτική επαρχιακή πόλη στην οποία γεννήθηκε πριν από έναν αιώνα; Μικρό θα έλεγε κανείς, αναλογιζόμενος το ηθικό και πολιτιστικό, ακόμα και το πολιτικό εκτόπισμα του μεγάλου συνθέτη. Σημαντικό, θα απαντούσε κάποιος παρατηρώντας πιο προσεκτικά πρωτοβουλίες και δράσεις που υλοποιούνται στη γενέτειρά του τα τελευταία χρόνια.

Ορόσημο αποτέλεσε η διοργάνωση του φεστιβάλ Η Ξάνθη του Μάνου Χατζιδάκι ήδη από το 2008, υπό τη δραστήρια ΦΕΞ (Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης). Σκοπός ήταν να συγκεντρωθεί σχετικό υλικό, να έρθουν καλλιτέχνες και φίλοι του να μιλήσουν γι’ αυτόν, να σχεδιαστούν εκπαιδευτικά εργαστήρια, σεμινάρια και εκδηλώσεις με βάση το μουσικό του έργο. Η Νένα Βενετσάνου, η Σαβίνα Γιαννάτου, ο Νίκος Κυπουργός και η Έλλη Πασπαλά είναι μερικοί μόνο από τους καλλιτέχνες που βρέθηκαν στην Ξάνθη με αφορμή τις εκδηλώσεις. Το φεστιβάλ προσπαθούσε να εμπλέξει τόσο τους ντόπιους όσο και τους επισκέπτες στον πλούτο του πολυποίκιλου έργου του. Πώς ζωγραφίζεις ένα χοντρό μπιζέλι να χορεύει τσιφτετέλι και δίπλα κολοκυθάκια να χτυπάνε παλαμάκια; Αυτό το ερώτημα δινόταν στα μικρά παιδιά που συμμετείχαν στα εργαστήρια ζωγραφικής, την ώρα που σε άλλο κτίριο προβάλλονταν αποσπάσματα εκπομπών σχετικών με τον Έλληνα συνθέτη από το Αρχείο της ΕΡΤ.

Με τον Κυπουργό και το Μουσικό Σχολείο
Λίγα χρόνια μετά, το 2014, το Μουσικό Σχολείο της πόλης, με πρωτοβουλία των καθηγητών του, ξεκίνησε το φεστιβάλ Πόλις Ονείρων με το σκεπτικό ότι μαθητές Μουσικών Σχολείων από όλη την Ελλάδα θα έρχονταν εδώ για να γνωρίσουν τη γενέτειρα του Μάνου Χατζιδάκι. Από την αρχή προσκλήθηκε ο Νίκος Κυπουργός για να συνδράμει, και κάθε χρόνο η συναυλία της τελετής λήξης στην κεντρική πλατεία της Ξάνθης γίνεται υπό τη διεύθυνσή του. Περίπου 1.000 παιδιά συμμετέχουν στην ορχήστρα και στη χορωδία, και το τελευταίο τραγούδι που ακούγεται πάντα είναι το Μια πόλη μαγική. Φέτος, στα 100 χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη, τα παιδιά τραγούδησαν μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη.

«Η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι είναι πολύ κοντά στα παιδιά, γιατί έχει απλότητα και αμεσότητα, παρόλο που για έναν μουσικό είναι δύσκολη», λέει ο Άρης Τρακάκης, καθηγητής στο Μουσικό Λύκειο. «Ο Χατζιδάκις κεντούσε τις μελωδίες του τόσο πολύ και με τέτοια λεπτομέρεια, που δεν είναι καθόλου εύκολη η αποτύπωση της έκφρασης της μουσικής του. Παρ’ όλα αυτά, τα παιδιά πεισμώνουν και τους αρέσει», συμπληρώνει η επίσης καθηγήτρια μουσικής του σχολείου Ηρώ Παυλοπούλου.

Καθώς οι εγκαταστάσεις του Μουσικού Σχολείου Ξάνθης είναι πολύ κατώτερες των προβλεπομένων, πολλοί από τους μαθητές του σχολείου χρησιμοποιούν για πρόβες το σπίτι όπου έζησε ο συνθέτης. Ο Πολυχώρος Τέχνης και Σκέψης εγκαινιάστηκε το 2015 στο κτίριο όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια ο Μάνος Χατζιδάκις στην Ξάνθη, με πρωτοβουλία του τότε περιφερειάρχη Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Γιώργου Παυλίδη. Το μεγάλο αρχοντικό στεγάζει στον δεύτερο όροφο μια μικρή συλλογή αντικειμένων από φίλους και συνεργάτες του Χατζιδάκι, ενώ διαθέτει και τρία πιάνα για όποιον θέλει να παίξει μουσική. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αίθουσές του, οι οποίες παραχωρούνται για πρόβες, μικρές εκδηλώσεις και συναυλίες. Στόχος είναι το κτίριο να είναι ένας ζωντανός χώρος πολιτισμού.
Κάθε χρόνο η συναυλία της τελετής λήξης του φεστιβάλ Πόλις Ονείρων γίνεται υπό τη διεύθυνση του Νίκου Κυπουργού. Περίπου 1.000 παιδιά συμμετέχουν στην ορχήστρα και στη χορωδία, και το τελευταίο τραγούδι που ακούγεται πάντα είναι το Μια πόλη μαγική.

Μπορεί ο ίδιος ο Χατζιδάκις να είχε αρνητική άποψη για τα ωδεία, καθώς τα θεωρούσε φορείς περιορισμού της καλλιτεχνικής έκφρασης, όμως και στα ωδεία της πόλης τα έργα του εισάγουν τα μικρά παιδιά στον κόσμο της μουσικής. Πολλοί μάλιστα επιλέγουν για τις εξετάσεις τους ορχηστρικά του κομμάτια, όπως τα Για μια μικρή λευκή αχιβάδα και Ιονική σουίτα. Όλα τα παραπάνω έχουν συμβάλει με τον τρόπο τους ώστε να διαμορφωθεί μια συλλογική συνείδηση, η οποία περιλαμβάνει και την περηφάνια των Ξανθιωτών για το πιο διάσημο τέκνο της πόλης τους.

Δεν αρκεί όμως να μείνουμε στην ιστορία ή στη μουσική, υποστηρίζει ο Πασχάλης Ξανθόπουλος. «Την ευγένεια που είχε ο ίδιος και την οποία περιγράφουν όλοι όσοι τον έζησαν, πρέπει να την έχει και η πόλη. Αυτό που έκανε ο Χατζιδάκις με τους νέους οφείλουμε να το κάνουμε και εμείς, να τους δώσουμε βήμα και φωνή, να τους φέρουμε κοντά στην προσωπικότητά του. Το κτίριο όπου έζησε, και κατά συνέπεια η Ξάνθη, θα πρέπει να διδάσκουν τα παιδιά να είναι ένας καθρέφτης ευγένειας και σεβασμού».

Τα τελευταία χρόνια γίνονται συστηματικές προσπάθειες ώστε η ταυτότητα της πόλης να συνδεθεί με τον σπουδαίο Έλληνα συνθέτη. Οι παραπάνω δράσεις χτίζουν, ίσως και από την αρχή, τη σχέση της ακριτικής πόλης με τον Χατζιδάκι, ζητούμενο καθόλου εύκολο σε μια εποχή που προκρίνει εύπεπτα πολιτιστικά προϊόντα και μοιάζει απαγορευτική για αναλύσεις και ακροάσεις που απαιτούν αφοσίωση. Άλλωστε, όπως έγραφε και ο ίδιος για τον Γκάτσο: «Οι αληθινοί ποιητές […] δεν επιβάλλονται, έστω κι από τους πιο προικισμένους άρχοντες. Ανακαλύπτονται κάθε φορά και διαφορετικά. Γιατί ανήκουν στο κοσμικό διάστημα και οι καιροί, οι συγκυρίες και οι τροχιές κάθε φορά τούς φανερώνουν κι από μια διαφορετική πλευρά, με μια διαφορετική όψη».**
* Μάνος Χατζιδάκις, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, εκδόσεις Ίκαρος, 1999, σελ. 13
** Μάνος Χατζιδάκις, Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, εκδόσεις Ίκαρος, 1999, σελ. 149
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 14ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Ξάνθη», Οκτώβριος 2025.

