«Καλλιτεχνικά λειτουργεί, εμπορικά όμως όχι. Μήπως να δοκιμάσουμε κάποια άλλη σύνθεση;» ακούω κάποια στιγμή να λέει ο Άκορις Αντύπα, κοιτώντας δύο έργα του Γουόρχολ, τοποθετημένα μπροστά από έναν λευκό τοίχο. Το ένα είναι μια πολύχρωμη Σιβηριανή τίγρη από τη σειρά Απειλούμενα είδη του 1983 και το άλλο ένα Σήμα δολαρίου (1982) σε μπλε και κόκκινους τόνους. Η ομάδα αλλάζει θέσεις στα έργα επιτόπου. Προσεκτικά και σταθερά, φορώντας πάντα γάντια, δοκιμάζουν διάφορα σημεία στον χώρο προκειμένου να δομηθεί η απαραίτητη αφήγηση. Πικάσο, Γουόρχολ, Μπάνκσι, Ματίς, Μπέικον, Χάρινγκ και Χιρστ περιμένουν υπομονετικά στο πάτωμα μέχρι να έρθει η σειρά τους.
Είναι πρωί Δευτέρας και εμείς βρισκόμαστε στην SG Art Gallery του St. George Lycabettus, παρακολουθώντας βήμα βήμα την προετοιμασία της έκθεσης From London to Athens – Important Masters. Το φορτηγό και το συνεργείο βρίσκονται ακόμη σε αναμονή έξω από το ξενοδοχείο, ενώ στο κέντρο της αίθουσας υπάρχουν δύο μεγάλοι πάγκοι, πάνω στους οποίους ξετυλίγονται τα έργα. Καθώς το διάφανο προστατευτικό κάλυμμα απομακρύνεται, παρατηρώ ένα από τα αγαπημένα μου έργα του Φράνσις Μπέικον. Τρία αυτοπορτρέτα του, σε λευκό φόντο, με το πρόσωπό του να διαλύεται κατά τη συνήθη καλλιτεχνική πρακτική του (Three studies of a Self-Portrait, 1979). Πρώτη φορά βρίσκομαι σε τόσο κοντινή απόσταση από ένα τόσο σπουδαίο έργο τέχνης και σύντομα ο Άκορις με διαβεβαιώνει πως αυτός είναι και ο στόχος της έκθεσης. Σε συνεργασία με την Andipa Gallery, της οποίας είναι ιδιοκτήτης ο ίδιος, η γκαλερί του St. George Lycabettus, υπό την επίβλεψη και την επιμέλεια της Θεοδώρας Κουμουνδούρου, υποδέχεται δεκάδες έργα σπουδαίων καλλιτεχνών, με τα περισσότερα εξ αυτών να διατίθενται άμεσα προς πώληση.

Στο πρώτο άκουσμα, η ιδέα ηχεί κάπως παράδοξη. «Είναι αλήθεια πως επικρατεί μια σύγχυση ως προς τον ρόλο που επιτελούν οι γκαλερί, και αυτό έχει να κάνει με την εκπαίδευση και την τριβή του κοινού», μου εξηγεί αργότερα η Θεοδώρα. «Οι γκαλερί πωλούν έργα, αυτή είναι η δουλειά τους, έστω κι αν τις αντιμετωπίζουμε σαν μουσεία. Πιστεύω ότι αυτό οφείλεται και στον τρόπο με τον οποίο έχει δομηθεί η σχέση μας με την τέχνη στην Ελλάδα», προσθέτει, με τον Άκορις να τονίζει πως αυτό συμβαίνει παντού στον κόσμο. Ο ίδιος άλλωστε είναι συνεχιστής μιας μακράς παράδοσης πάνω στην αγοραπωλησία έργων τέχνης, αποτελώντας αυτή τη στιγμή έναν από τους πλέον δημοφιλείς art dealers (εμπόρους τέχνης) παγκοσμίως. Ο σκληρόδετος κατάλογος που βρίσκεται στην είσοδο της έκθεσης το επιβεβαιώνει. Από τον Τζιακομέτι μέχρι τον Μονέ και τον Μιρό, κάθε σελίδα μοιάζει να αποτυπώνει και έναν διαφορετικό σταθμό στην ιστορία της τέχνης.
Πώς πουλά κανείς τέχνη;
«Για να είμαι ειλικρινής, απλώς βρέθηκα σε αυτόν τον χώρο, ένα ατύχημα μάλλον θα λέγαμε. Η μαμά μου είχε ανοίξει την γκαλερί Andipa στο Λονδίνο το 1967 και πωλούσε κυρίως βυζαντινές εικόνες. Εγώ είχα μια εταιρεία παραγωγής που ειδικευόταν στον φωτισμό θεατρικών παραστάσεων. Πρέπει να ήταν το 1990, όταν οι πωλήσεις της γκαλερί άρχισαν να πέφτουν, που γύρισα στην οικογένειά μου και τους είπα: “Aφήστε με, για δύο χρόνια τουλάχιστον, να προσπαθήσω να φέρω νέους καλλιτέχνες και μετά βλέπουμε”. Τα χρόνια πέρασαν και εγώ δεν έχω γυρίσει ακόμη στις παραγωγές», μου λέει γελώντας ο Άκορις. Όσο συζητάμε, κάθε του κίνηση καταρρίπτει την εικόνα που είχα στο μυαλό μου για τους ανθρώπους της τέχνης. Γλυκός, άμεσος και αστείος, καθόλου σνομπ ή επικριτικός, με ρωτά κάποια στιγμή ποιο από τα έργα της αίθουσας μου αρέσει περισσότερο. Του δείχνω σχεδόν ασύνειδα τον Μπέικον και του αντιτείνω την ίδια ερώτηση. «Για μένα αυτό αλλάζει καθημερινά. Σήμερα θα σου πω πως είναι αυτό το κουφετάκι του Χιρστ», μου απαντάει σε σπαστά ελληνικά, υποδεικνύοντάς μου το έργο First name from the tomb (from Currency series) (2016).

Μια φωνή στο βάθος μάς διακόπτει. «Ένα και εξήντα, ακριβώς στη μέση του τοίχου, είναι καλά;» ρωτάει ένα παιδί από την ομάδα. Η Θεοδώρα προτείνει να μετακινήσουν το έργο λίγο πιο αριστερά και εκατοστό το εκατοστό η διαφορά είναι πια εμφανής. Οι ακριβείς μετρήσεις δεν είναι πάντα οι πιο αποδοτικές, κάποιες φορές το μάτι ξέρει καλύτερα, συμφωνούν συνωμοτικά. Η καλλιτεχνική επιμέλεια, το κατά κόσμον curation, μπλέκεται εδώ με τον εμπορικό σκοπό. «Όταν συζητούσαμε ποια έργα θα φέρουμε, επικρατούσε μια σύγχυση. Σκεφτόμασταν αν έπρεπε να είναι υπογεγραμμένα τυπώματα, πιο γραφιστικά έργα ή πίνακες. Οι Έλληνες πελάτες μου συνήθως προτιμούν τα τυπώματα και μπορώ να πω ότι κάποιοι από αυτούς κατέχουν τρομερές συλλογές. Έτσι καταλήξαμε σε έναν συνδυασμό τυπωμάτων και γραφιστικών έργων, σαν μια εισαγωγή του κοινού στην αγορά τέχνης», σχολιάζει ο Άκορις. Εδώ βλέπουμε μια σειρά από υπογεγραμμένα και αριθμημένα τυπώματα των ίδιων των καλλιτεχνών, όπως και κάποια πρωτότυπα γραφιστικά έργα, όλα συνοδευόμενα από τα σχετικά αποδεικτικά. Παράλληλα, υπάρχουν και κάποιες λιθογραφίες και κολάζ.
Εν συντομία, μου συστήνουν τους όρους και τους κανόνες της αγοράς. Υπάρχει η πρωτογενής και η δευτερογενής αγορά. Η πρώτη αφορά ως επί το πλείστον καλλιτέχνες που είναι εν ζωή και εμπλέκονται συνήθως στην πώληση του έργου, ενώ η δεύτερη έργα που έχουν περάσει στη δικαιοδοσία εμπόρων τέχνης, είτε γιατί οι καλλιτέχνες δεν εμπλέκονται είτε γιατί δεν είναι πια εν ζωή. «Στη σύγχρονη τέχνη, επικρατεί συχνά η νοοτροπία του sold out, με τις γκαλερί να ανακοινώνουν, μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, πως τα διαθέσιμα έργα έχουν εξαντληθεί. Αυτό αποτρέπει αυτόματα κάποιον έστω και από το να σκεφτεί να αγοράσει τέχνη», αποκαλύπτει η Θεοδώρα. Η συνήθης αντίληψη για την αγορά μεγάλων έργων τέχνης –έξω από το βασικό της κοινό– συνδέεται με τη διαδικασία της δημοπρασίας, αυτής της σχεδόν περίκλειστης πρακτικής όπου οι τιμές ανεβαίνουν διαρκώς από μια πληθώρα ανταγωνιζόμενων αγοραστών. «Η αλήθεια είναι πως ο χώρος της τέχνης παραμένει για πολλούς απαγορευτικός και ελιτίστικος, και αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα», συμπληρώνει ο Άκορις.

Πλαστές σχέσεις
Αναπόφευκτα η συζήτηση στρέφεται στην επικαιρότητα. Η πρόσφατη υπόθεση παράνομης κατοχής έργων τέχνης και πώλησης πλαστών αντιγράφων δεν τους εκπλήσσει. Αναρωτιέμαι αν μια τέτοια είδηση μπορεί σήμερα να αποτρέψει τους πιθανούς ενδιαφερομένους από την αγορά. «Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν πουλάμε εμείς τέχνη· η τέχνη πουλάει από μόνη της τον εαυτό της. Αυτή είναι μια αρχή που μαθαίνω από πολύ νωρίς στην ομάδα μου και είναι κάτι που όλοι πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας. Η δουλειά ενός εμπόρου τέχνης είναι να καθοδηγήσει τον αγοραστή και να τον διευκολύνει στη διαδικασία», σημειώνει ο Άκορις. «Πριν από κάποια χρόνια, συμμετείχα σε μια ομιλία στην Tate του Λονδίνου, κι όταν με ρώτησαν ποιο έργο τέχνης θα έπρεπε κάποιος να αγοράσει, τους απάντησα αυτό που τον κάνει χαρούμενο. Αυτή είναι η κατεύθυνση».
«Η αλήθεια είναι πως ο χώρος της τέχνης παραμένει για πολλούς απαγορευτικός και ελιτίστικος, και αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα», λέει ο Άκορις Αντύπα.
«Οι περισσότεροι υπολογίζουν την τέχνη με όρους οικονομικής αξίας, αλλά προφανώς αυτό δεν είναι δόκιμο. Για παράδειγμα, εμένα το αγαπημένο μου έργο στην έκθεση είναι αυτό το κολάζ του Ντεμπουφέ (Pair of Figures, 1972), γιατί με συναρπάζει η αίσθηση του χειροποίητου και του απτού», λέει η Θεοδώρα, δίνοντάς μου και μια σχετική εκτίμηση για τις τιμές των έργων, οι οποίες κυμαίνονται από τα 11.000 ευρώ μέχρι και το ένα εκατομμύριο. Η σχέση ενός εμπόρου τέχνης με έναν αγοραστή είναι μια σχέση εμπιστοσύνης, καταλήγουν από κοινού. Από την κατανόηση της επιθυμίας του μέχρι την προστασία της ιδιωτικότητάς του, κάθε βήμα πρέπει να δομείται επί αυτής της βάσης. Το ίδιο διαβάζουμε και στο εισαγωγικό σημείωμα της έκθεσης. «Η συλλογή έργων τέχνης είναι ένα ταξίδι, όχι μια απλή συναλλαγή. Οι σχέσεις έρχονται πρώτες – με κάθε σχέση να νοείται εξίσου σημαντική με τα ίδια τα έργα τέχνης».

Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης, οι όροι «περίκλειστος χώρος» και «ελιτισμός» επανέρχονται συνεχώς. Στην αρχή, μου φαντάζει παράδοξο, καθώς αναλογίζομαι τις πιθανές τιμές των έργων της αίθουσας. «Πριν από κάποια χρόνια είχα πουλήσει έναν πρωτότυπο Πικάσο και ενώ θα έπρεπε να ήμουν χαρούμενος, μιας και επρόκειτο για πολύ σημαντική πώληση, έκανα περίπου τρεις ημέρες να κοιμηθώ. Εκείνος ο άνθρωπος δεν ενδιαφερόταν για το ίδιο το έργο, αλλά για την υπογραφή του Πικάσο. Θα μπορούσα κάλλιστα να έχω σκίσει το κάτω υπογεγραμμένο μέρος του έργου και εκείνος να το αγόραζε με τον ίδιο ενθουσιασμό», αφηγείται ο Άκορις. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί πέφτουν στην παγίδα των πλαστών έργων.
Η ελλιπής καθοδήγηση και η έλλειψη μιας σχέσης εμπιστοσύνης, σε συνδυασμό με τη μανία της υπογραφής, οδηγούν συχνά το κοινό σε μια αγορά που μόνο προβληματική μπορεί να θεωρηθεί. «Γι’ αυτό και ο χώρος της τέχνης θεωρείται ελιτίστικος. Το να μπορεί κάποιος να θαυμάζει την τέχνη και να την αποκτήσει δεν είναι ένα σπορ που αφορά μόνο ελάχιστους. Υπάρχουν δεκάδες εν ζωή καλλιτέχνες που τα έργα τους είναι αρκετά προσιτά. Όμως, αν αφαιρέσουμε το κομμάτι της αξίας και της αγοράς, είναι πιο σημαντικό να σταθούμε στη χαρά που πρέπει να προσφέρει η τέχνη. Αυτός είναι και ο στόχος μας εδώ. Ασχέτως των πωλήσεων, η επαφή μας με μεγάλους καλλιτέχνες μόνο ως κέρδος μπορεί να ιδωθεί», τονίζει η Θεοδώρα.

Ο μυστηριώδης Μπάνκσι
Η έκθεση έχει πάρει σχεδόν την τελική της μορφή. Οι τοίχοι έχουν καλυφθεί με έργα και επεξηγηματικές επιγραφές, ενώ εκείνη τη στιγμή καταφτάνουν και τα τελευταία κομμάτια. Στο πίσω μέρος της αίθουσας, στα αριστερά ενός μικρού ανοίγματος, έχει δομηθεί το «δωμάτιο του Μπάνκσι». Το χαρακτηριστικό Κορίτσι με το μπαλόνι (1974) και η άσπρη-κόκκινη επιγραφή Any person found (2011), στα πλαϊνά της εισόδου, προετοιμάζουν τον επισκέπτη γι’ αυτό που ακολουθεί. Ο χώρος είναι σχετικά μικρός, αλλά αυτό δεν στερεί τίποτα από τη γοητεία των έργων. Μπροστά από το εκτεθειμένο τμήμα του βράχου του Λυκαβηττού κρέμεται τώρα ένας Αρουραίος (Αρουραίος με 3D γυαλιά και μύγες) (2010).
«Ασχέτως των πωλήσεων, η επαφή μας με μεγάλους καλλιτέχνες μόνο ως κέρδος μπορεί να ιδωθεί», τονίζει η Θεοδώρα Κουμουνδούρου.
Συνολικά μετράω επτά έργα του Μπάνκσι, μια καλή μάλλον συγκυρία με βάση τις πρόσφατες εξελίξεις. Πριν από λίγες ημέρες, το πρακτορείο ειδήσεων Reuters δημοσίευσε ένα ρεπορτάζ περίπου 8.000 λέξεων γύρω από την ταυτότητα του αιρετικού καλλιτέχνη. Το όνομα αυτού; Ρόμπιν Γκάνιγκχαμ. Το ίδιο είχε μάλιστα δοθεί προ εικοσαετίας από τη Mail on Sunday, με τον καλλιτέχνη να φέρεται πως έκτοτε άλλαξε το όνομά του σε Ντέιβιντ Τζόουνς, ένα όνομα κοινό αλλά και συμβολικό, καθώς πρόκειται για την πραγματική ταυτότητα του Ντέιβιντ Μπάουι. Η είδηση τάραξε τα νερά της τέχνης, με τους αναλυτές να εικάζουν πως αυτό θα οδηγήσει σε εκτόξευση των τιμών των έργων του. Συμπτωματικά, ο Άκορις Αντύπα και η ομώνυμη γκαλερί του αποτελούν έναν από τους βασικούς πωλητές του Μπάνκσι.
«Ο Μπάνκσι δεν έχει εκπροσώπους. Εδώ και είκοσι χρόνια ασχολούμαι με τα έργα του, αλλά δεν τον έχω γνωρίσει ποτέ. Κανείς δεν με πιστεύει όταν το λέω αυτό και μάλλον δεν έχει καμία σημασία. Όταν με προσέγγισαν από το Reuters και τους New York Times για τα σχετικά ρεπορτάζ, τους είπα πως το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε αν όντως εξακριβώσετε την ταυτότητά του είναι να μην την αποκαλύψετε ποτέ. Όλοι αυτή τη στιγμή αναρωτιούνται ποιος θα είναι ο αντίκτυπος αυτής της είδησης στις τιμές των έργων του, αλλά κανείς δεν σκέφτεται ποιος θα είναι ο αντίκτυπος στην ίδια την τέχνη του. Η ανωνυμία του του επιτρέπει να δημιουργεί με τον τρόπο που θέλει, γιατί διαφορετικά, σε πολλές περιπτώσεις, οι δημιουργίες του θα μπορούσαν να θεωρηθούν μια μορφή βανδαλισμού», καταλήγει. Ο Μπάνκσι σχολιάζει με τον τρόπο του την ίδια την αγορά που τον στηρίζει. Καταστρέφει με κρυφούς μηχανισμούς τα έργα του στις δημοπρασίες, όπως συνέβη το 2018, και ωστόσο λαμβάνει γι’ αυτά δεκάδες εκατομμύρια δολάρια. Αστείο και συνάμα ευφυές, υπενθυμίζει στο κοινό του πως η τέχνη δεν εξαντλείται σε μια απλή υπογραφή.
Η έκθεση From London to Athens | Presenting Important Masters θα ανοίξει τις πόρτες της στις 7 Απριλίου και θα διαρκέσει έως τις 9 Μαΐου στην SG Art Gallery του St. George Lycabettus στο Κολωνάκι (Κλεομένους 2). Το κοινό μπορεί να την επισκέπτεται από Τρίτη έως Παρασκευή 11.00-19.00 και το Σάββατο 12.00-15.00.

