Τις κοινωνίες των ελεφάντων οι επιστήμονες τις μελετούν δεκαετίες τώρα. Γνωρίζουμε ήδη αρκετά για τη γνωστική και συναισθηματική ευφυΐα τους, τις σύνθετες κοινωνικές δομές τους, την ικανότητά τους να επιλύουν προβλήματα, να συνεργάζονται για έναν κοινό σκοπό και να επικοινωνούν μέσα από έναν συνδυασμό ηχητικών σημάτων, υποήχων και γλώσσας του σώματος.
Και όμως· εκείνη η συγκεκριμένη ομάδα ερευνητών έπρεπε –σώνει και καλά– να κάνει αυτό το αναθεματισμένο πείραμα…
Αντικείμενο της μελέτης τους ήταν ο μηχανισμός μέσω του οποίου οι ελέφαντες ταυτοποιούν τα άλλα μέλη της ομάδας, δίνοντάς τους συγκεκριμένα ονόματα. Ονόματα κανονικά, που εκφέρονται μέσα από έναν συνδυασμό σαλπισμάτων, γρυλισμάτων, βρυχηθμών και συριγμών, όπως ακριβώς κάνουν οι φθόγγοι της ανθρώπινης γλώσσας. Βγήκαν λοιπόν στη σαβάνα –καλοπροαίρετοι, σχολαστικοί, με τη γνωστή επιστημονική βεβαιότητα ότι η γνώση αξίζει πάντα– και ηχογράφησαν τέτοιους ήχους. Ελέφαντες που καλούσαν άλλους ελέφαντες. Επέστρεψαν πίσω στα εργαστήριά τους, έκαναν τις παρατηρήσεις τους και κάποια στιγμή, εβδομάδες αργότερα, ξαναγύρισαν στο πεδίο για να παίξουν τις ηχογραφήσεις και να δουν πώς θα αντιδράσουν οι ελέφαντες ακούγοντας το όνομά τους.
Μέχρι εδώ, όλα καλά. Ή σχεδόν.
Γιατί μέσα στις ηχογραφήσεις υπήρχε και μια φωνή που δεν ανήκε πια σε ζωντανό ελέφαντα. Ανήκε σε ένα μεγάλο, αρσενικό ζώο που είχε στο μεταξύ πεθάνει. Η φωνή του όμως είχε μείνει πίσω. Καθαρή, ζωντανή, έτοιμη να παίξει μέσα από ένα ηχείο. Και παίχτηκε.
Στο άκουσμά της, το κοπάδι πάγωσε. Οι ενήλικοι ελέφαντες σήκωσαν τα αυτιά τους, σ’ εκείνη τη χαρακτηριστική κίνηση που φανερώνει έκπληξη και δυσπιστία μαζί. Ο ήχος αυτός δεν ήταν απλώς γνώριμος. Ήταν οικείος με τον πιο επώδυνο τρόπο. Ήταν κάποιος που είχαν ήδη αποχαιρετίσει· που δεν έπρεπε να είναι εκεί.
Και μετά εμφανίστηκε το μικρό. Ένας νεαρός ελέφαντας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή στεκόταν πιο πίσω, άρχισε να κινείται νευρικά, σαν να προσπαθούσε να εντοπίσει την πηγή του ήχου. Η προβοσκίδα του σηκώθηκε ψηλά, ψάχνοντας τον αέρα. Δεν ήταν περιέργεια. Ήταν αναγνώριση.
Οι ερευνητές, που μέχρι εκείνη την ώρα κρατούσαν ψύχραιμα σημειώσεις, κατάλαβαν την γκάφα τους. Ο νεαρός ελέφαντας έτρεχε πια σε κύκλους γύρω από το ηχείο, συγκλονισμένος, γρυλίζοντας γοερά. Η φωνή αυτή ήταν του νεκρού πατέρα του. Ή, μάλλον, του φαντάσματός του.
Κάποια στιγμή το κοπάδι αντέδρασε.
Η επιστήμη γνωρίζει ότι οι ελέφαντες επιδεικνύουν ενσυναίσθηση απέναντι στα συναισθηματικά ευάλωτα άτομα της ομάδας τους, και αυτή ήταν η πιο κατάλληλη περίπτωση. Οι ενήλικοι ελέφαντες περιέβαλαν το μικρό και το αγκάλιασαν με τις προβοσκίδες τους σε μια απόπειρα παρηγοριάς και προστασίας, όχι από ένα αρπακτικό ζώο αλλά από μια ανάμνηση που είχε πάρει λάθος μορφή.
Το θέαμα ήταν σπαρακτικό.
Μέχρι που κάποιος, επιτέλους, πάτησε το stop. Η ηχογράφηση σταμάτησε. Το μικρό περπάτησε προς το σημείο από όπου ακουγόταν η φωνή και έμεινε εκεί, ασάλευτο. Περιμένοντας.
Φαντάζομαι πως κάποιοι θα πουν ότι μόλις διάβασαν ένα ωραίο, συγκινητικό παραμύθι. Όμως εγώ είδα με τα μάτια μου τη γυναίκα που ανήκε στην ερευνητική ομάδα να διηγείται την ιστορία με δάκρυα στα δικά της μάτια, σαν να πενθούσε κάποιον δικό της. Το τελευταίο πράγμα που ψέλλισε ήταν, νομίζω, κάτι σαν «συγγνώμη».

