«Ένας από τους σημαντικότερους λόγους είναι το βάθος και οι αμέτρητες επιλογές που σου ανοίγονται ακούγοντας και μαθαίνοντας το συγκεκριμένο είδος. Τόσο αρμονικά όσο και ρυθμικά, η ποικιλία και οι δυνατότητες που προσφέρει κάνουν τον κόσμο της τζαζ συναρπαστικό», μου λέει ο Μάρκος Χαϊδεμένος όταν τον ρωτάω πώς και αγάπησε την τζαζ και όχι, ας πούμε, την ποπ ή τη ροκ μουσική. Στη συνέχεια προσθέτει το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού. «Φανταστείτε ένα χρωματολόγιο με αμέτρητες αποχρώσεις χρωμάτων, μέσα από τις οποίες μπορείς να μετουσιώσεις, όπως εσύ επιλέγεις, τον εσωτερικό σου κόσμο. Αυτό συγχρόνως σημαίνει ότι, εάν χρησιμοποιήσεις χωρίς μέτρο όλα αυτά τα χρώματα, ο κίνδυνος να ζωγραφιστεί κάτι αχανές είναι υπαρκτός, αλλά αυτή είναι άλλη μία από τις γοητείες της τζαζ».
Για πολλούς και για λίγους
Ο ίδιος αποτελεί σταθερή και δυναμική παρουσία στη σύγχρονη ελληνική σκηνή της τζαζ. Έχει μόλις κυκλοφορήσει τον πέμπτο του δίσκου, ενώ πριν από τρία χρόνια ένα κομμάτι του, το «The loss», ακούστηκε στην τηλεοπτική σειρά «Maestro» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, κάτι που έβαλε τη μουσική του σε εκατομμύρια σπίτια. Για το τελευταίο θα μου πει: «Σίγουρα η μουσική επένδυση της κινούμενης εικόνας βοηθάει στο να φτάσει η τζαζ σε περισσότερα αυτιά. Ωστόσο, όταν μιλάμε για μουσικά είδη όπως η τζαζ, πιο καθοριστικό ρόλο παίζει η επαφή και η εξοικείωση μαζί τους, που έρχονται μέσα από την παιδεία. Η μουσική μπορεί να φτάσει σε περισσότερους ακροατές αν ακουστεί σε μια σειρά ή μια ταινία, αλλά το ζητούμενο είναι το να μείνει στον κόσμο».

Αλήθεια, ακούμε τζαζ σήμερα στην Ελλάδα ή το κοινό της αποτελείται κατά κύριο λόγο από «ανθρώπους των ωδείων»; Ο ίδιος παρατηρεί ότι το ακροατήριό της είναι περιορισμένο και πως οι άνθρωποι που τη διδάσκονται αποτελούν σημαντικό κομμάτι του. «Το γεγονός αυτό δεν είναι παράλογο, αν αναλογιστούμε ότι η τζαζ δεν είναι συνδεδεμένη με την παράδοσή μας, ούτε αποτελεί ισχυρό κομμάτι της μουσικής σκηνής της χώρας μας για πολλές δεκαετίες, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Ολλανδία. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στις χώρες που προανέφερα, δεν παύει να αποτελεί ένα είδος που αφορά αναλογικά μικρή μερίδα του πληθυσμού», διευκρινίζει.
Η ειλικρίνεια του καλλιτέχνη
Τα δύο πρώτα σινγκλ του «Light beam» δεν είναι ορχηστρικά αλλά τραγούδια που τα ερμηνεύει η Ειρήνη Αραμπατζή, ενώ στον δίσκο υπάρχουν ακόμα δύο κομμάτια με την ίδια ερμηνεύτρια. Μία ακόμη σημαντική προσθήκη είναι τα τέσσερα έγχορδα. «Η ενορχήστρωση των εγχόρδων ήταν κάτι που σκεφτόμουν για χρόνια και επιτέλους έγινε πράξη. Κατά κάποιον τρόπο ένιωσα πως έτσι γεφύρωσα τη μεγάλη επιρροή που έχει ασκήσει μέσα μου η κλασική μουσική με την τζαζ και με τον αυτοσχεδιασμό». Από τον δίσκο δεν λείπει και ένα κομμάτι για απλό τζαζ τρίο –δηλαδή πιάνο, κοντραμπάσο και τύμπανα–, ένα από τα αγαπημένα σχήματα του Χαϊδεμένου.
Παρατηρώ έντονο το στοιχείο της μελωδίας στα κομμάτια του. Σαν αυτό που κάνει να θέλει να είναι φιλικό στους ακροατές. «Η αλήθεια είναι ότι παλαιότερα έπαιζα μουσική με βάση αυτό που ήθελα να παίξω, ενώ μεγαλώνοντας προσπαθώ να παίζω μουσική με βάση αυτό που θα ήθελα να ακούω». Ανάμεσα σε αυτά τα δύο, μου λέει, υπάρχει τεράστια διαφορά, ενώ δεν θεωρεί καλλιτεχνικά γόνιμο το να συνθέτει κανείς μουσική με βάση το τι θέλει να ακούσει κάποιος άλλος, εκτός αν γράφει μουσική με συγκεκριμένες προδιαγραφές. «Όσον αφορά το προσωπικό όραμα κάποιου δημιουργού, σκοπός είναι να σκιαγραφηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ένα ειλικρινές μουσικό μήνυμα. Κάτι που, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ δύσκολο να μην αφορά και άλλους ανθρώπους».
Info: Ο δίσκος «Light beam» είναι διαθέσιμος σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες και σύντομα αναμένεται η έκδοσή του σε βινύλιο. Στις 6 Απριλίου, θα παρουσιαστεί ζωντανά στη σκηνή του Half Note Jazz Club από ένα οκτέτο που αποτελείται από την Ειρήνη Αραμπατζή (φωνή), τον Μπάμπη Καρασαββίδη (βιολί), την Καλλιόπη Μητροπούλου (β’ βιολί), τον Ʃτέλιο Παπαναστάση (βιόλα), τον Γιώργο Ταμιωλάκη (βιολοντσέλο), τον Γιάννη Βαγιανό (κοντραμπάσο) και τον Παναγιώτη Κωστόπουλο (τύμπανα). Εισιτήρια εδώ.

