«Πολύ πουά», σκέφτομαι κοιτώντας το υπερμεγέθες πορτραίτο της Λίλι Άλεν. Η εικόνα «έπαιξε» δεκάδες φορές στην οθόνη του κινητού μου τους προηγούμενους μήνες, καθώς άκουγα επανειλημμένα τον τελευταίο της δίσκο, «West End Girl», αλλά ποτέ δεν την είχα δώσει τρομερή σημασία στις λεπτομέρειες. Η διάσταση 89×99 με βοηθάει. Λάδι σε καμβά, μπαρόκ αναφορές, ένα θαλασσί πουά φουσκωτό μπουφάν, ένα μαύρο δαντελένιο νεγκλιζέ και ασπρόμαυρες μπότες με βούλες. Κάπως έτσι μοιάζει ο πίνακας για το εξώφυλλο του «West End Girl» που αυτή τη στιγμή εκτίθεται –στο κανονικό του μέγεθος και όχι στο κροπαρισμένο του Spotify– στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου.
Τα αποκαλυπτήρια έγιναν την Πέμπτη 19 Μαρτίου, με πλήθος κόσμου και καλλιτεχνών να κατακλύζει την αίθουσα σύγχρονης τέχνης της Πινακοθήκης. Η Άλεν στεκόταν κατασυγκινημένη στο πλευρό της ζωγράφου Νιβ Γκονζάλες η οποία και φιλοτέχνησε τον πίνακα. «Νιώθω ότι το πορτρέτο αυτό αντικατοπτρίζει τόσες πολλές πτυχές του άλμπουμ –δύναμη, ισχύ, ευαισθησία, αποφασιστικότητα και σύγχυση, μεταξύ άλλων– λειτουργώντας ως κλειδί για ολόκληρη την ακουστική εμπειρία. Μου αρέσει πολύ. Είμαι πολύ χαρούμενη που παρουσιάζω αυτόν τον ξεχωριστό πίνακα στην Εθνική Πινακοθήκη, ώστε να μπορέσουν να τον δουν όλοι», σημείωσε η τραγουδίστρια.

Τέχνη ή διασημότητα;
Τα social media άρχισαν να παραλληρούν σχεδόν αυτόματα. Δημοσιεύσεις και αναδημοσιεύσεις γέμισαν εν μία νυκτί τις οθόνες μας – και μάλλον όχι άδικα. Η μεγάλη επιστροφή της Άλεν στη «δισκογραφία» στέφθηκε άλλωστε με απόλυτη επιτυχία, συγκεντρώνοντας μέχρι στιγμής περισσότερες από 300 εκατομμύρια διαδικτυακές ακροάσεις. Ο ενθουσιασμός του κοινού είναι λογικός. Τόσο ο ίδιος ο δίσκος όσο και κάθε άλλη της δημόσια εμφάνιση τον τελευταίο χρόνο -συμπεριλαμβανομένης και της περιοδείας της που μόλις ξεκίνησε- αποτελούν μια έντεχνη και σκηνοθετημένη προώθηση του νέου της εαυτού. Για τα πρακτικά, οι στίχοι του «West End Girl» αποτελούν τη δική της εκδίκηση στον διάσημο πλην ψεύτη πρώην της, Ντέιβιντ Χάρμπουρ (γνωστό από το «Stranger Things»).
Η τέχνη αγαπούσε ανέκαθεν τον γυναικείο πόνο και αυτό αποκαλύπτει και η πρόσφατη κίνηση της Εθνικής Πινακοθήκης. Στη δήλωσή τους, οι υπέυθυνοι αναφέρουν τη σημασία συμπερίληψης νέων καλλιτεχνών, όπως η Γκονζάλεζ, στις συλλογές έστω και για μερικούς μόνο μήνες – όπως συμβαίνει και σε αυτήν την περίπτωση. Βέβαια, ας είμαστε ειλικρινείς: Το όνομα της Ισπανίδας ζωγράφου έρχεται πάντα δεύτερο. Οι ούρες που έχουν ήδη δημιουργηθεί έξω από το κτίριο της Πινακοθήκης στο Λονδίνο δεν έχουν να κάνουν με τη Γκονζάλες. Είτε ως μια όμορφη βιτρίνα είτε ως μια ουσιαστική εκπρόσωπος του γυναικείου βιώματος, η Άλεν είναι εκείνη που φέρνει τα εισιτήρια, έστω κι αν ξεχνάει πως δεν είναι μόνη της σε αυτό.
Μουσική αιθούσης
Κάποια χρόνια πριν, η Μπιγιονσέ χόρευε ξέφρενα δίπλα στη Νίκη της Σαμοθράκης, κατεβαίνοντας με εντυπωσιακές τουαλέτες τα σκαλιά του Λούβρου. Το μουσείο Victoria & Albert αφιέρωσε μια ολόκληρη έκθεση στον Ντέιβιντ Μπάουι το περασμένο εξάμηνο, ενώ δεκάδες ρούχα τραγουδιστών και τραγουδιστριών βρίσκονται αυτή τη στιγμή στις προθήκες μεγάλων μουσείων. Η μουσική βιομηχανία φέρνει λεφτά, πολλά λεφτά, τόσο σε όσους την απαρτίζουν όσο και σε όσους την στηρίζουν. Την εποχή που το θέατρο και η όπερα πεθαίνουν, κατά τα λεγόμενα του Τιμοτέ Σαλαμέ, οι μεγάλοι θεσμοί τέχνης καλούνται να επαναπροσδιοριστούν.
Κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό ή κατακριτέο. Η ποπ κουλτούρα και ο χορός των χρημάτων γύρω της, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σύγχρονης καλλιτεχνικής παραγωγής, είτε αυτό μας αρέσει είτε όχι. Εκείνο, όμως, που προβληματίζει κοινό και κριτικούς είναι κατά πόσο η τέχνη παραμερίζεται σήμερα στον βωμό των πωλήσεων. Ή για να το θέσουμε διαφορετικά: θα θυμάται κανείς το όνομα της Γκονζάλες σε κάποιους μήνες από τώρα; Όπως και να ‘χει, ασχέτως πρόθεσης και προσέγγισης, άνθρωποι που δεν έχουν κάνει ούτε τυχαία μια στάση στην Εθνική Πινακοθήκη, έχουν αυτή τη στιγμή ένα νέο κίνητρο. Και ποιος ξέρει, ίσως δουν –κατά λάθος– και κάποιον άλλο πίνακα.

