«Το υδατικό αποτύπωμα ενός ανθρώπου υποδηλώνει την άμεση αλλά και έμμεση κατανάλωση νερού μέσω των προϊόντων και των υπηρεσιών που αγοράζει, όπως βέβαια και μέσω των μετακινήσεων που κάνει», εξηγεί η Αντιγόνη Ζαφειράκου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ και μέλος του Water Footprint Network Professionals. «Η αύξηση του υδατικού αποτυπώματος συνδέεται με την άνοδο του βιοτικού μας επιπέδου στον δυτικό κόσμο», διευκρινίζει, επισημαίνοντας ότι οι αλλαγές που έχουν γίνει τις τελευταίες δεκαετίες στον τρόπο ζωής μας οδηγούν, έστω και έμμεσα, σε μεγαλύτερη κατανάλωση νερού. Πιο συγκεκριμένα, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση νερού θα αυξηθεί κατά 55% έως το 2050, σε σύγκριση με το 2000 (ΟΟΣΑ, 2012).
«Αναλογιστείτε ότι κάποτε τα νοικοκυριά προμηθεύονταν νερό από μια κοινόχρηστη βρύση, συν τω χρόνω όμως αποκτήσαμε δίκτυο ύδρευσης, μέσω του οποίου το νερό φτάνει σε κάθε κατοικία», αναφέρει ενδεικτικά. Η ίδια μαζί με την ομάδα της, Water Sapphire, δημιούργησε μια εφαρμογή για τον υπολογισμό του υδατικού αποτυπώματος του καθενός από εμάς. «Αναπτύξαμε έναν αλγόριθμο που τον εξειδικεύσαμε στα δεδομένα της Ελλάδας», εξηγεί η ίδια. Οι χρήστες καλούνται να απαντήσουν με ειλικρίνεια για πολλές καθημερινές τους συνήθειες εντός σπιτιού αλλά και για τη στάση τους ως καταναλωτές, αφού προηγουμένως έχουν δώσει ορισμένα στοιχεία της ταυτότητάς τους.

Βάσει των απαντήσεων που έως τώρα έχει συλλέξει μέσω της εφαρμογής η κ. Ζαφειράκου, προσδιορίζει το υδατικό αποτύπωμα των κατοίκων της Ελλάδας περίπου στα 4.500 λίτρα ανά άτομο. Επόμενος στόχος τους είναι να προσδιορίσουν το υδατικό αποτύπωμα των κατοίκων της Αττικής, εξ ου και μας παροτρύνουν να απαντήσουμε στις ερωτήσεις της εφαρμογής.
Τι μπορούμε να κάνουμε, ατομικά και συλλογικά, για να περιορίσουμε την κατανάλωση νερού; «Στην ιστοσελίδα μας προτείνουμε μια σειρά μέτρων για τον περιορισμό της οικιακής κατανάλωσης: από την εγκατάσταση τηλεφώνου μπάνιου με μειωτή παροχής νερού ή τη συλλογή βρόχινου νερού από τις υδρορροές του σπιτιού μας και εν συνεχεία την αξιοποίησή του στο πότισμα μέχρι την κάλυψη της πισίνας για τον περιορισμό της εξάτμισης του νερού, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε απώλειες έως και 378 λίτρων νερού ημερησίως», απαντά στο εύλογο ερώτημα η κ. Ζαφειράκου.
Ωστόσο υπάρχουν περιθώρια εξοικονόμησης και σε συλλογικό επίπεδο. «Γνωρίζουμε ότι το υφιστάμενο δίκτυο έχει σοβαρές διαρροές, που μπορεί να αγγίζουν ακόμα και το 40% του συνόλου. Πρέπει να γίνει ένας σοβαρός έλεγχος», λέει. Παράλληλα, η ίδια τάσσεται υπέρ της επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων και της περαιτέρω αξιοποίησής τους, κάτι άλλωστε που διδάσκει και σε σχετικό μάθημα στο ΑΠΘ. «Στη βιομηχανία δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούμε πόσιμο νερό, όπως πράττουμε έως σήμερα», τονίζει.
Το νερό στα ρούχα
Η μόδα τα πήγαινε ανέκαθεν καλά με τους αριθμούς. Από τα δεκάδες μηδενικά στα καρτελάκια μέχρι τις πολλαπλές συλλογές των μεγάλων οίκων σε μικρό χρονικό διάστημα, η βιομηχανία της ένδυσης κατηγορείται τόσο για υπερπαραγωγή όσο και για υπερκατανάλωση. Πριν από κάποια χρόνια, μελέτες έδειχναν ότι επρόκειτο για τη δεύτερη πιο ρυπογόνο –ως προς την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα– βιομηχανία στον πλανήτη. Κι ενώ σήμερα οι συζητήσεις για τη βιωσιμότητα έχουν έρθει στο προσκήνιο, η «δίψα» της δεν σταματά εκεί. Σύμφωνα με το Ίδρυμα Έλεν Μακάρθουρ, η παραγωγή υφασμάτων χρειάζεται ετησίως περίπου 93 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού ή αλλιώς περίπου 37 εκατομμύρια πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων. Ακριβώς αυτή την πραγματικότητα περιγράφει και ο όρος «υδατικό αποτύπωμα». Με βάση, λοιπόν, τον ορισμό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το άθροισμα που δίνουν τα ρούχα της ντουλάπας μας είναι «τρομακτικό».

Διψασμένο βαμβάκι
Το βαμβάκι, το πιο ευρέως διαδεδομένο ύφασμα της βιομηχανίας ένδυσης, αποτελεί ένα από τα πλέον «διψασμένα» υλικά της μόδας. Σύμφωνα με το The World Counts, χρειάζονται περίπου 10.000 λίτρα νερού (!) για την παραγωγή ενός κιλού βαμβακιού, ενώ η ετήσια παγκόσμια παραγωγή του απαιτεί πάνω από 250 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού. Από την καλλιέργεια μέχρι τη βαφή, το υδάτινο κόστος του υπολογίζεται τόσο με όρους χρήσης όσο και με όρους ρύπανσης των υδάτινων πόρων. Μάλιστα, η άρδευση που απαιτείται για την καλλιέργειά του ευθύνεται, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), για την έντονη λειψυδρία που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, όπως στη λίμνη Αράλη στην Κεντρική Ασία, όπου η εν λόγω «θάλασσα» έχει πια εξαφανιστεί. Να σημειωθεί ότι το βαμβάκι αντιπροσωπεύει το 90% του συνόλου των φυσικών ινών που χρησιμοποιούνται στην κλωστοϋφαντουργία.
Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Νερού της UNESCO, η παραγωγή μιας βαμβακερής μπλούζας μπορεί να απορροφήσει έως και 2.720 λίτρα νερού – ποσότητα ισοδύναμη με αυτήν που χρειάζεται ένας μέσος άνθρωπος για 900 μέρες. Ωστόσο, όπως σημειώνει μελέτη του Textile Exchange από το 2017, το βιολογικό βαμβάκι καταναλώνει 91% λιγότερο «μπλε νερό» (νερό που προέρχεται από λίμνες, ποτάμια και υπόγειους υδροφορείς) σε σύγκριση με το συμβατικό βαμβάκι, γεγονός που το καθιστά μια πολύ πιο βιώσιμη επιλογή. «Αν καλλιεργηθεί βιολογικό βαμβάκι στα σωστά μέρη, μπορεί στην πραγματικότητα να χρειαστεί λιγότερο νερό και να έχει χαμηλότερο αποτύπωμα όσον αφορά τη ρύπανση των υδάτων», τονίζει ο Αλέξις Μόργκαν, υπεύθυνος της WWF για την παγκόσμια διαχείριση των υδάτινων πόρων.
Το βιολογικό βαμβάκι καταναλώνει 91% λιγότερο «μπλε νερό» σε σύγκριση με το συμβατικό βαμβάκι, γεγονός που το καθιστά μια πολύ πιο βιώσιμη επιλογή.
Για ένα μπλου τζιν
Φαρδύ ή στενό, ξεβαμμένο ή σκισμένο, ένα τζιν παντελόνι για να φτιαχτεί χρειάζεται περίπου 3.781 λίτρα νερού, σύμφωνα με το Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών. Και σε αυτή την περίπτωση ένα από τα μεγάλα προβλήματα έγκειται στη χρήση βαμβακιού. Κατά τη διαδικασία κατασκευής του, ένα τζιν περνά από τέσσερα βασικά στάδια: κοπή, ραφή, πλύσιμο και φινίρισμα. Η διαδικασία του πλυσίματος είναι συνήθως αυτή που καταναλώνει και τη μεγαλύτερη ποσότητα νερού. Μελέτη της βραζιλιάνικης εταιρείας Vicunha, ειδικευμένης στα τζιν, διαπίστωσε ότι κατά τη διαδικασία του πλυσίματος καταναλώνονται περίπου 362 λίτρα νερού, ενώ μετά την αγορά του καταναλώνονται επιπλέον 460 λίτρα νερού αποκλειστικά στα πλυσίματα που κάνει ο μέσος καταναλωτής πριν το πετάξει. Σήμερα, αρκετές εταιρείες ανά τον κόσμο προωθούν τα λεγόμενα «low-water jeans» (τζιν που απαιτούν και απορροφούν λιγότερο νερό) ως μια πιο βιώσιμη εναλλακτική.

Οι ανάγκες του δέρματος
Μπορεί τα τελευταία χρόνια το vegan (φυτικό) δέρμα να έχει αντικαταστήσει το ζωικό, για προφανείς λόγους, όμως σύμφωνα με έκθεση του «Is It Leather?» το δέρμα εξακολουθεί να αποτελεί το κύριο υλικό της βιομηχανίας υπόδησης. Ανεξαρτήτως στιλ, μεγέθους ή σχήματος, ένα ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια χρειάζεται περίπου 8.000 λίτρα νερού. Αν και η ίδια η κατασκευή δεν είναι η πιο απαιτητική σε νερό, ο οργανισμός The China Water Risk, που ασχολείται με τα ζητήματα λειψυδρίας στην Ασία, διαπίστωσε ότι το 91% του νερού που απαιτείται κατά την επεξεργασία του δέρματος, καταναλώνεται στην πραγματικότητα για την εκτροφή των βοοειδών. Το συνολικό υδατικό αποτύπωμα της εκτροφής βοοειδών για την παραγωγή δέρματος ανέρχεται σε 17.100 λίτρα νερού ανά κιλό χρήσιμου δέρματος, πράγμα που σημαίνει ότι για να κατασκευαστεί ένα ζευγάρι δερμάτινες μπότες καταναλώνεται νερό ισόποσο με αυτό που θα κατανάλωνε ένας άνθρωπος για 17 χρόνια. Η συνειδητή αποφυγή δερμάτινων προϊόντων δεν είναι η μόνη λύση. Σύμφωνα με την ινδική έκδοση της Vogue, μπορείτε να συμβουλευτείτε τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό Leather Working Group για τις εταιρείες που δεσμεύονται να μειώσουν την κατανάλωση νερού στην παραγωγή δερμάτινων ειδών.
Ανεξαρτήτως στιλ, μεγέθους ή σχήματος, ένα ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια χρειάζεται περίπου 8.000 λίτρα νερού.
Βέβαια, οι λύσεις δεν είναι πάντα προφανείς, ούτε και τα προβλήματα. Τα συνθετικά υφάσματα και ο πολυεστέρας αποτελούν εξίσου προβληματικές παραμέτρους της βιομηχανίας, με το συνολικό ποσό νερού που χρησιμοποιούν να ανέρχεται σε δεκάδες χιλιάδες λίτρα. Η συνειδητή κατανάλωση δεν εξαντλείται στα βιολογικά προϊόντα και στις περιορισμένες αγορές. Το υδάτινο κόστος της μόδας θα παραμένει αναγκαστικά μεγάλο όσο οι ανάγκες της παραμένουν αυξημένες – κι αυτή είναι μια αλήθεια που δεν αναγράφεται στα καρτελάκια με τις τιμές και τις ενδείξεις πλυσίματος.
Το νερό στα τρόφιμα
Το υδατικό αποτύπωμα της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της επεξεργασίας τροφίμων είναι εξαιρετικά υψηλό. Ο Διεθνής Οργανισμός Νερού εκτιμά ότι καταναλώνονται 2,7 τρισεκατομμύρια κυβικά νερού από τη βιομηχανία τροφίμων.
Συνολικά, το 72% των παγκόσμιων αντλήσεων γλυκού νερού διοχετεύεται στη γεωργία, το 16% σε δήμους (κατοικίες και υπηρεσίες) και το 12% χρησιμοποιείται από τη βιομηχανία. «Στην Ελλάδα, που δεν είναι βιομηχανική χώρα, αλλά έχει μεγάλη γεωργική παραγωγή, θα πρέπει να υπολογίσουμε ότι η αναλογία αλλάζει: η γεωργία απορροφά το 80%», σημειώνει η Αντιγόνη Ζαφειράκου. Μάλιστα, η κλιματική κρίση οδηγεί χρόνο με τον χρόνο σε ακόμα μεγαλύτερη χρήση νερού στον αγροτικό τομέα, όπως επισημαίνει παλαιότερη ανάλυση της Greenpeace Ελλάδας. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι το 41% της συνολικής γεωργικής χρήσης νερού και το 20% του χρησιμοποιούμενου γλυκού νερού στη γεωργία προορίζεται για την παραγωγή ζωοτροφών και όχι τροφής για τον άνθρωπο.
Η «βασίλισσα» σοκολάτα
Οι ποσότητες νερού που απαιτούνται και στην επεξεργασία τροφίμων είναι δυσθεώρητες και μέχρι πρόσφατα άγνωστες στο ευρύ κοινό. «Βασίλισσα» του υδατικού αποτυπώματος αναδεικνύεται η σοκολάτα, η οποία, σύμφωνα με το Water Footprint Calculator, απαιτεί 1.953 λίτρα νερού για μία μερίδα 10 περίπου εκατοστών και η WWF Ελλάς εξηγεί ότι ένα κιλό σοκολάτας χρειάζεται 24.000 λίτρα νερού για να παραχθεί. Ρίχνοντας μια ματιά στον τρόπο που παρασκευάζεται η σοκολάτα, βλέπουμε ότι χρειάζεται κόκκους κακάο και ζάχαρη. Ποιοι είναι οι κορυφαίοι παραγωγοί κόκκων κακάο στον κόσμο; Η Ακτή Ελεφαντοστού, η Γκάνα, η Ινδονησία, η Νιγηρία και ο Ισημερινός. Το υδατικό αποτύπωμα της σοκολάτας, λοιπόν, ποικίλλει ανάλογα με το πού και πώς καλλιεργήθηκαν τα κακαόδεντρα και οι υπόλοιπες πρώτες ύλες. Τα συστατικά της σοκολάτας ποτίζονται σχεδόν αποκλειστικά από τη βροχή, λαμβάνουν ελάχιστη άρδευση και απαιτούν κάποια λιπάσματα και φυτοφάρμακα που προκαλούν ρύπανση των υδάτων. Τα νερά μολύνονται και σε άλλα στάδια της παραγωγικής αλυσίδας: στην επεξεργασία, τη συσκευασία και τη μεταφορά της σοκολάτας· σύμφωνα με την California Cultured, το ένα τρίτο της κατανάλωσης νερού γίνεται κατά τη μεταφορά και την αποθήκευση του κακάο.

Τα «σπάταλα» βοοειδή
Το μοσχαρίσιο κρέας, το οποίο καταναλώνεται ευρέως, βρίσκεται πολύ ψηλά στην ιδιότυπη αυτή πυραμίδα. Τα μοσχάρια χρειάζονται κατά μέσο όρο 28 φορές περισσότερη έκταση γης και 11 φορές περισσότερο νερό άρδευσης από ό,τι τα πουλερικά και οι χοίροι, ενώ παράλληλα ρυπαίνουν πολύ περισσότερο το περιβάλλον (έδαφος, νερά και αέρα). Σύμφωνα, λοιπόν, με το Water Footprint Calculator, ένα κιλό βόειου κρέατος απαιτεί περίπου 15.500 λίτρα νερού για να παραχθεί. Οι χώρες με την υψηλότερη παραγωγή βόειου κρέατος είναι οι ΗΠΑ, η Βραζιλία, η Κίνα, η Αργεντινή και η Αυστραλία. Η παραγωγή βόειου κρέατος μπορεί να προκαλέσει ρύπανση των υδάτων από μεγάλες συγκεντρώσεις κοπριάς που διοχετεύονται στο έδαφος και από λιπάσματα ή/και φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια ζωοτροφών και καταλήγουν σε υδάτινες οδούς. Πιο χαμηλά στη λίστα βρίσκεται το χοιρινό κρέας, με την Κίνα να είναι η κορυφαία χώρα παραγωγής του, ακολουθούμενη από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, την Ισπανία και τη Βραζιλία.
Σύμφωνα με το Water Footprint Network, ένα κιλό βόειου κρέατος απαιτεί περίπου 15.500 λίτρα νερού για να παραχθεί.
Τα περισσότερα χοιρίδια εκτρέφονται σε «βιομηχανικά» συστήματα, σε εκτροφεία όπου τρέφονται με σιτηρά που παρασκευάζονται από σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, βρόμη και σόργο. Σύμφωνα με τον ίδιο οργανισμό, για ένα κιλό χοιρινό απαιτούνται 6.000 λίτρα νερού.
Πόσο νερό θέλουν τα αμύγδαλα;
Στα ανεπεξέργαστα τρόφιμα, οι ξηροί καρποί –αμύγδαλα, κάσιους, φιστίκια, φουντούκια, καρύδια– κατατάσσονται πρώτοι λόγω του υδατικού τους αποτυπώματος. Όσον αφορά τα αμύγδαλα, μια εξήγηση για το ότι βρίσκονται στην πρώτη θέση είναι επειδή καλλιεργούνται σε περιοχές που απαιτούν εκτεταμένη άρδευση, όπως η Καλιφόρνια, η οποία είναι επιρρεπής σε ξηρασία. Επιπλέον, ολόκληρος ο πυρήνας του αμυγδάλου πρέπει να καλλιεργηθεί και να συλλεχθεί, ενώ τα δέντρα είναι πολυετή, απαιτώντας συνεχώς νερό όλο τον χρόνο. Σύμφωνα με το Water Footprint Calculator, μία μερίδα αμύγδαλα απαιτεί 1.828 λίτρα νερού. «Οι ΗΠΑ είναι μακράν η κορυφαία χώρα παραγωγής αμυγδάλων, ακολουθούμενες από την Ισπανία, το Ιράν, την Τουρκία και την Αυστραλία. Εντός των ΗΠΑ, η Καλιφόρνια παράγει περισσότερο από το 90% όλων των αμυγδάλων. Οι αμυγδαλιές ευδοκιμούν σε ημίξηρα μεσογειακά κλίματα, είναι κυρίως βροχοπτούμενες, μπορούν να απαιτούν σημαντικές ποσότητες άρδευσης αλλά και να προκαλέσουν ρύπανση των υδάτων από την εφαρμογή λιπασμάτων ή/και φυτοφαρμάκων», σημειώνεται στον έγκυρο ιστότοπο. Στην κατάταξη ακολουθούν τα κάσιους με υδατικό αποτύπωμα που εκτιμάται σε 1.616 λίτρα ανά μερίδα και μεγαλύτερες παραγωγούς χώρες την Ακτή Ελεφαντοστού, τις Ινδίες, το Βιετνάμ, το Μπουρούντι και τις Φιλιππίνες.
Το νερό στην τεχνολογία
Κινητό, τάμπλετ, gaming κονσόλα: Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, οι συσκευές τεχνολογίας έχουν –από την εξόρυξη πρώτων υλών μέχρι τη συναρμολόγηση του τελικού προϊόντος– σημαντικό υδατικό αποτύπωμα. Μάλιστα, όσο πιο πολύπλοκο και τεχνολογικά προηγμένο είναι το προϊόν, τόσο περισσότερο νερό «απαιτείται» για να φτάσει στα χέρια μας.
Όταν τα γαλόνια γίνονται γκάτζετ
Για παράδειγμα, σύμφωνα με τη μη κερδοσκοπική οργάνωση Waterwise, ένα σύγχρονο smartphone έχει υδατικό αποτύπωμα κοντά στα 13.000 λίτρα νερού, τα οποία χρησιμοποιούνται καθ’ όλη τη διαδικασία παραγωγής του κινητού τηλεφώνου (εξόρυξη μετάλλων, επεξεργασία μικροτσίπ, συναρμολόγηση της συσκευής). Αυτή η ποσότητα αντιστοιχεί σε νερό που μπορεί να καταναλώσει ένας άνθρωπος για περισσότερες από τρεις εβδομάδες καθημερινής χρήσης.

Αντίστοιχα, όπως σημειώνει η εταιρεία επισκευής ηλεκτρονικών συσκευών Swaptop, η παραγωγή ενός φορητού υπολογιστή απαιτεί περίπου 190.000 λίτρα νερού. Δηλαδή περίπου 14 φορές περισσότερα από ένα smartphone, μόνο για την κατασκευή του. Το κοινό laptop κερδίζει επάξια τον τίτλο του πιο «διψασμένου» γκάτζετ που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς.
Ένα σύγχρονο smartphone έχει υδατικό αποτύπωμα κοντά στα 13.000 λίτρα νερού, ποσότητα που αντιστοιχεί στο νερό που καταναλώνει ένας άνθρωπος για περισσότερες από τρεις εβδομάδες.
Το υδατικό αυτό αποτύπωμα δεν περιορίζεται στο νερό που «βλέπουμε» στον τόπο παραγωγής: περιλαμβάνει και υδατικό κόστος από κάθε στάδιο του κύκλου ζωής του προϊόντος, κάτι που οι ειδικοί στον χώρο του LCA (Life Cycle Assessment) αποκαλούν «τεχνητό νερό».
Το όχι και τόσο αθώο gaming
Σύμφωνα με εκτίμηση που καταγράφεται στο σάιτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και το gaming δεν είναι καθόλου αθώο. Πιο συγκεκριμένα, για την κατασκευή μιας κονσόλας απαιτούνται 9.140 λίτρα νερού, την ίδια στιγμή που ένα τάμπλετ χρειάζεται 45.000 λίτρα νερού, όπως σημειώνει η ανάλυση της τεχνολογικής πλατφόρμας Mezatech. Σημαντικό είναι να γνωρίζουμε πως αποτύπωμα νερού δεν φέρουν μόνο οι φυσικές συσκευές, αλλά και η λειτουργία ψηφιακών υπηρεσιών. Ίσως να μην είναι τόσο «τρομακτικό» όσο η κατασκευή ενός γκάτζετ, αλλά είναι σημαντικό: Η Waterwise αναφέρει ότι η ψηφιακή υποδομή (κέντρα δεδομένων, δίκτυα και ψηφιακές υπηρεσίες όπως email, cloud, AI) έχει υδατικό αποτύπωμα το οποίο παραμένει δύσκολο να μετρηθεί με ακρίβεια, αλλά είναι εμφανές ότι η αύξηση των δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης θα αυξήσει τη συνολική ζήτηση νερού στον κλάδο της τεχνολογίας. Σαν να λέμε: η αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων και η συνεχής ανάγκη για ψύξη των υπολογιστικών συστημάτων προσθέτουν στο συνολικό περιβαλλοντικό φορτίο.
Τι μπορούμε να κάνουμε; Σίγουρες λύσεις δεν υπάρχουν, είναι όμως σημαντικό να παρατείνουμε τη διάρκεια ζωής των συσκευών μας, αντί να τις αλλάζουμε συνεχώς. Να ενισχύσουμε την ιδέα της ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησης εξαρτημάτων και, τελικά, τον εξαρχής σχεδιασμό συσκευών με λιγότερο αποτύπωμα νερού και ενέργειας.

«Ψηφιακό» νερό
Κάθε φορά που ζητάτε κάτι από το ChatGPT, από μια εικόνα μέχρι τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για να εξολοθρεύσετε ένα ενοχλητικό κουνούπι, κάπου στον κόσμο ένα τεράστιο data center δουλεύει για να κάνει την επιθυμία σας πραγματικότητα. Το ίδιο συμβαίνει και κάθε φορά που σκρολάρετε στο Instagram ή κάνετε μια ανάρτηση. Το cloud, το μυθικό εκείνο μέρος όπου αποθηκεύονται όλα όσα συμβαίνουν στην ψηφιακή μας ζωή, είναι κάθε άλλο παρά άυλο. Στην πραγματικότητα, όπως επισημαίνεται σε άρθρο του MIT Press Reader, βασίζεται σε μια εκτεταμένη υλική υποδομή που εξυπηρετεί υπηρεσίες όπως το ΑΙ και τα σόσιαλ μίντια. Η πιο πρόσφατη μελέτη Ecolab Watermark δείχνει ότι, παρότι οι περισσότεροι άνθρωποι κατανοούν τις ενεργειακές απαιτήσεις της τεχνητής νοημοσύνης, πολύ λιγότεροι αναγνωρίζουν το αποτύπωμά της όσον αφορά τη χρησιμοποίηση νερού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μόνο το 46% των καταναλωτών αναγνωρίζει ότι απαιτείται νερό για τη λειτουργία της τεχνητής νοημοσύνης.
H αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων και η συνεχής ανάγκη για ψύξη των υπολογιστικών συστημάτων προσθέτουν στο συνολικό περιβαλλοντικό φορτίο.
Ποιο είναι όμως το μέγεθος της κατανάλωσης; Όπως εξηγεί στο MIT News ο ερευνητής Νόμαν Μπασίρ, από το MIT Climate and Sustainability Consortium, για κάθε κιλοβατώρα ενέργειας που καταναλώνει ένα data center απαιτούνται περίπου δύο λίτρα νερού για να μειωθεί η θερμότητα. Όσον αφορά τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, το ζήτημα όμως εκτείνεται πέρα από τα ίδια τα data centers και την ψύξη τους. Όπως αναφέρεται στο UK Government Sustainable ICT blog (το επίσημο blog της βρετανικής κυβέρνησης για τη βιώσιμη τεχνολογία), η υποδομή της τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιεί νερό με τρεις βασικούς τρόπους: άμεσα στα κέντρα δεδομένων για την ψύξη των υπολογιστών, έμμεσα μέσω της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας αλλά και κατά την κατασκευή του hardware.
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσαν το υπουργείο Ενέργειας των ΗΠΑ και το Lawrence Berkeley National Laboratory και διαβάζουμε στο Forbes, τα αμερικανικά κέντρα δεδομένων κατανάλωσαν περίπου 17 δισεκατομμύρια (αμερικανικά) γαλόνια νερού το 2023, ενώ τα λεγόμενα hyperscale data centers εκτιμάται ότι θα χρησιμοποιούν από 16 έως 33 δισεκατομμύρια γαλόνια ετησίως έως το 2028. Ένα μεγάλο κέντρο δεδομένων μπορεί να χρειάζεται περίπου 300.000 γαλόνια νερού την ημέρα, ανάλογα με το κλίμα, την τεχνολογία ψύξης και την ένταση των υπολογιστικών εργασιών. Η χρήση νερού από την τεχνητή νοημοσύνη ενδέχεται, μάλιστα, να φτάσει σε επίπεδα αντίστοιχα με τις ετήσιες ανάγκες πόσιμου νερού των Ηνωμένων Πολιτειών έως το 2030, σύμφωνα με ανάλυση της Ecolab που παρουσιάστηκε στο World Economic Forum.

Υπάρχει λύση;
Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του MIT Technology Review, οι ενεργειακές απαιτήσεις της τεχνητής νοημοσύνης αναμένεται να αυξηθούν ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες στον κόσμο επενδύουν μαζικά σε υποδομές και αναζητούν τρόπους να εξασφαλίσουν ολοένα και περισσότερη ενέργεια. Όπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο, τα κορυφαία εργαστήρια τεχνητής νοημοσύνης κινούνται προς έναν κόσμο όπου «πράκτορες» ΑΙ θα εκτελούν εργασίες για εμάς, χωρίς να επιβλέπουμε κάθε τους κίνηση. Θα μιλάμε με τα μοντέλα μέσω φωνητικών λειτουργιών, θα συνομιλούμε με ψηφιακούς «συντρόφους» για ώρες μέσα στη μέρα μας και θα αναθέτουμε σύνθετες εργασίες σε μοντέλα που έχει διαπιστωθεί ότι μπορεί να καταναλώνουν έως και 43 φορές περισσότερη ενέργεια για την επίλυση ακόμη και απλών προβλημάτων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η OpenAI και ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσαν την πρωτοβουλία Stargate, η οποία στοχεύει να επενδύσει 500 δισεκατομμύρια δολάρια για την κατασκευή τεράστιων data centers.
Τη στιγμή που η μεγαλύτερη ψηφιακή επανάσταση λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας, φαίνεται πως πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας σε κάτι το οποίο συχνά περνά απαρατήρητο.
Κοιτώντας το –όχι και τόσο μακρινό– μέλλον, τίθεται το ερώτημα αν η κυκλική διαχείριση του νερού μπορεί να αποτελέσει λύση στο πρόβλημα. Όπως αναφέρει ο CEO της Ecolab, Κρίστοφ Μπεκ, σε άρθρο του στο World Economic Forum, «σήμερα λιγότερο από το 12% των βιομηχανικών λυμάτων νερού επαναχρησιμοποιείται». Κάνει μάλιστα λόγο για τη σπατάλη αυτή ως μηχανικό ελάττωμα. «Κάθε γαλόνι νερού που απορρίπτεται είναι μια χαμένη ευκαιρία για ανάπτυξη, ανθεκτικότητα και βιωσιμότητα», σημειώνει. Σύμφωνα με το Government Digital Sustainability Alliance της βρετανικής κυβέρνησης, το νερό που χρησιμοποιείται για την ψύξη των κέντρων δεδομένων δεν μπορεί, βέβαια, να επαναχρησιμοποιηθεί εύκολα. Διαβάζουμε πως το νερό που δεν εξατμίζεται μολύνεται συχνά από σκόνη, μέταλλα ή χημικές ουσίες, γεγονός που το καθιστά ακατάλληλο για επαναχρησιμοποίηση στα συστήματα ψύξης. Ωστόσο, αναφέρεται ότι τα λύματα αυτά μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία, ώστε να πληρούν περιβαλλοντικά πρότυπα, και στη συνέχεια είτε να απορριφθούν σε τοπικά υδάτινα σώματα είτε να επαναχρησιμοποιηθούν, για παράδειγμα στην άρδευση. Τη στιγμή λοιπόν που η μεγαλύτερη ψηφιακή επανάσταση λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια μας, φαίνεται πως πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας σε κάτι το οποίο συχνά περνά απαρατήρητο. Η προστασία του περιβάλλοντος, και των πόρων του, είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής μας. Ναι, το νερό είναι ζωή.

