Δευτέρα απόγευμα στην Πλάκα. Ο ήλιος κρύβεται πίσω από τα χαμηλά σπίτια, τα οποία μοιάζουν με σπιρτόκουτα, ακόμα και αν δεν κοιτάς από ψηλά. Ανάμεσά τους, η μπουάτ Απανεμιά. Ένας χώρος αλώβητος στον χρόνο, που δεν σχετίζεται ούτε με τις κιτς τουριστικές ατραξιόν ούτε με το αρχαίο πνεύμα αθάνατο του Ιερού Βράχου. Είμαστε εδώ για να συναντήσουμε τον Κώστα Χατζή. Τον βραχνό τροβαδούρο που λάτρεψαν οι γονείς μας και τώρα ακούν τα παιδιά μας· τον κύριο που τραγουδάει από τη δεκαετία του 1950, πολύ πριν χτιστεί η πολυκατοικία μας. «Κάτω είναι, σε περιμένει», μου λέει ο ιδιοκτήτης, Πάνος Δημητρόπουλος, με το που μπαίνω στο μαγαζί. Καθισμένος σε έναν στενό, παλιό καναπέ με σκούρο μπλε κάλυμμα, ο Χατζής μού δίνει χαμογελαστός το χέρι. Είναι απαλό, αλλά σταδιακά με σφίγγει, δίνοντάς μου μια αίσθηση της δύναμης και της ζεστασιάς του.
Ενώ ξέρω την καταγωγή του και όσα πρεσβεύει, στο μυαλό μου ο Χατζής εκπέμπει κάτι αρχοντικό. Για παράδειγμα, δεν μπορώ να τον φανταστώ να οδηγεί αυτοκίνητο. Μπορώ να τον φανταστώ μόνο στο πίσω κάθισμα, να τον οδηγεί άλλος. «Με άμαξα τον πηγαινοφέρνω!», φωνάζει ένας συνεργάτης του από πίσω. Γελάμε. «Παλιά οδηγούσα», μου λέει ο Χατζής. «Πλέον είμαι μεγάλος. Είμαι 90 χρονών. Δεν ξέρω αν θα μου δίνανε δίπλωμα. Θα μου δίνανε;» Ρωτάω αν το νιώθει ότι μεγαλώνει, αν το καταλαβαίνει. «Από ένα σημείο και μετά, το καταλαβαίνεις στο σώμα. Αρχίζεις να έχεις προβλήματα. Ο Ισαάκ Ασίμωφ, γνωστός συγγραφέας και επιστήμων, έλεγε ότι είμαστε φτιαγμένοι για να μην πεθαίνουμε. Γιατί τα κύτταρά μας ανανεώνονται. Όταν κουραζόμαστε, αυτό σημαίνει ότι δεν έχουν προλάβει να ανανεωθούν. Αλλά μόλις καθίσουμε να πιούμε έναν καφέ, παπ, νιώθουμε πάλι καλά. Φτάνει μια εποχή, όμως, που ορισμένα κύτταρα παύουν να ανανεώνονται, και εκεί έρχεται το γήρας και ο θάνατος. Άρα, το γήρας και ο θάνατος είναι επί της ουσίας αρρώστια». Για την ώρα, ο ίδιος είναι υγιέστατος. Η τρέχουσα περιοδεία του με τίτλο 70 χρόνια χρυσάφι έχει περάσει από Λαμία, Βόλο, Κομοτηνή, Γιάννενα, Ξάνθη και πολλές ακόμα πόλεις. Παράλληλα, κάθε Δευτέρα εμφανίζεται στην Απανεμιά. Δεν θυμάμαι άλλο Έλληνα τραγουδιστή τόσο δραστήριο στα ενενήντα του.

«Ήθελα να σπουδάσω»
Ο Κώστας Χατζής γεννήθηκε στη Λιβαδειά τον Αύγουστο του 1936. «Έζησα τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», μου λέει. «Φύγαν οι Γερμανοί και πήγα σχολείο μετά, εννιά χρονών». Εκεί βιώνει για πρώτη φορά τον ρατσισμό, από παιδάκια που τον βρίζουν και τον αποκαλούν «γύφτο». «Στο Γυμνάσιο έδωσα εξετάσεις και πέρασα στη Σιβιτανίδειο. Ήθελα να σπουδάσω, αλλά ήμουνα πολύ φτωχός. Έτσι λοιπόν αναγκάστηκα να δουλέψω. Δούλεψα σε πρέσα, δούλεψα στα σκουπίδια στον Άγιο Ιερόθεο και μετά δούλεψα υπηρέτης, σε ένα σπίτι στην πλατεία Κάνιγγος. Εκεί μου έδωσαν ένα δώμα όπου χωρούσε μόνο ένα κρεβάτι, αλλά γύρω γύρω ήταν γεμάτο βιβλία. Και τι δεν διάβασα! Ελληνική Επανάσταση, Γαλλική Επανάσταση, Χίτλερ… Αυτό που κατάλαβα διαβάζοντας είναι ότι δεν υπάρχει σύστημα, πολιτικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό ή άλλο, που να μην είναι προδομένο. Εμένα, π.χ., μου άρεσε ο κομμουνισμός. Έβλεπα λοιπόν ότι, ενώ όλοι διαβάζαμε τα ίδια βιβλία, δεν μπορούσαμε να τα βρούμε μεταξύ μας: ο ένας ήταν τροτσκιστής, ο άλλος σταλινιστής, ο άλλος μαρξιστής».
«Αυτό που κατάλαβα διαβάζοντας είναι ότι δεν υπάρχει σύστημα, πολιτικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό ή άλλο, που να μην είναι προδομένο».
Δεν ήταν το όνειρό του να γίνει καλλιτέχνης. Προερχόταν, βέβαια, από μουσική οικογένεια. «Ο πατέρας μου έπαιζε σαντούρι και υπηρετούσε τη δημοτική μουσική. Ο παππούς μου ήταν ο Καραγιάννης, από τους κορυφαίους κλαρινίστες. Υπήρχε επίσης η ευρωπαϊκή μουσική, για τα ξανθά μαλλιά, τα μαύρα μάτια κ.λπ. Δεν υπήρχε όμως τραγούδι για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Άρχισα λοιπόν να γράφω». Ως προς το γιατί θέλησε να επικεντρωθεί στο τραγούδι διαμαρτυρίας, σε παλαιότερο κείμενό του αναφέρει: «Συνέβησαν γεγονότα που με έκαναν να θέλω να τα καταγγείλω». Του ζητώ να μου αναφέρει ενδεικτικά ένα τέτοιο γεγονός. «Δεν μπορώ να μιλήσω λακωνικά για μια ζωή». «Λογικό να μη θυμάστε λεπτομέρειες», του λέω, «μετά από τόσα χρόνια…» Με κοιτάει με ένα ελαφρύ μειδίαμα. «Τα πάντα θυμάμαι».
Το 1956 αρχίζει να τραγουδάει σε αναψυκτήρια και καμπαρέ – κυρίως τζαζ και λατινοαμερικάνικα. Του εξηγούν με τρόπο ότι δεν κάνει για τραγουδιστής, αλλά επιμένει. Βρίσκει τρόπους. Όπως αναφέρει ο Γιώργος Παπαστεφάνου στην τηλεοπτική εκπομπή Μουσική βραδιά (1978), τη δεκαετία του 1950 εμφανίζεται «πότε σαν Βραζιλιάνος, πότε σαν Μαροκινός ή Σπανιόλος. Άλλοτε τον λένε Μπρούνο, άλλοτε Χιτάνο και άλλοτε Τσιγγένε Βάκο. Το σκούρο χρώμα του τον βοηθάει να ξεγελάει τον κόσμο». Το 1961 κάτι αλλάζει: γνωρίζει επιτυχία στον Τιπούκειτο της Πλάκας, την πρώτη ελληνική μπουάτ. Ηχογραφεί τα δύο πρώτα του τραγούδια, σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους Κώστα Πρετεντέρη (Ήρθες καλώς ήρθες, Έφυγε η αγάπη μου), και εμφανίζεται στην ταινία Φτωχαδάκια και λεφτάδες, ερμηνεύοντας το Αν σ’ αρνηθώ, αγάπη μου. Βλέπω στο YouTube το εν λόγω απόσπασμα. Ο 25χρονος Χατζής θυμίζει λιγάκι τον Λιτλ Ρίτσαρντ. Όσο για τις τελευταίες δεκαετίες, το ντύσιμό του επί σκηνής δεν απέχει πολύ από εκείνο του Μπομπ Ντίλαν, υπενθυμίζοντας ότι η ρίζα που ενώνει τους φολκ καλλιτέχνες είναι ίδια.

«Μπήκαν αυτές στον κόσμο του»
Στο καμαρίνι της Απανεμιάς, ανάμεσα σε εμένα και στον Χατζή υπάρχει ένα παλιό τάβλι. Γύρω μας φωτογραφίες από τη χρυσή εποχή της Finos Films, μια αφίσα από παραστάσεις του Γιάννη Σπανού, μια μικρή θερμάστρα, ένα σκάκι με τα πιόνια παραταγμένα. Λίγο πιο πέρα, η κλασική κιθάρα του Χατζή, στη μισάνοιχτη θήκη της. Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο Πάνος κατεβαίνει, το σηκώνει και σημειώνει στο μπλοκάκι μια κράτηση. Μήνες τώρα, οι παραστάσεις του Χατζή είναι «γεμάτες»· χωρίς διαφήμιση. «Μιλάμε για τον πρώτο άνθρωπο που συνέδεσε την μπαλάντα, όπου παραδοσιακά κυριαρχεί ο ερωτικός στίχος, με το τραγούδι διαμαρτυρίας», θα μου πει ο Πάνος νωρίτερα. «Επίσης, κάτι άλλο σημαντικό: Όσες μεγάλες κυρίες του τραγουδιού συνεργάστηκαν μαζί του (βλ. Μαρινέλλα) μπήκαν αυτές στον κόσμο του. Όχι εκείνος στον δικό τους».
Έτσι είναι. Είτε ως συνθέτης επιτυχιών όπως το Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει, είτε ως κιθαριστής-διασκεδαστής που ένωνε τον Θεοδωράκη με τα φλαμένκο και την παράδοση της φυλής του με τη νυχτερινή διασκέδαση της Μεταπολίτευσης, είτε ως ερμηνευτής, ο Χατζής ήταν πάντα «μια κατηγορία μόνος του». Αρκετά βαρύς για το Νέο Κύμα, πολύ απλός για να τον πεις «έντεχνο», σίγουρα όχι αρκετά ανάλαφρος για ποπ (παρότι συνεργάστηκε με την Ελπίδα και τον Δάκη). Υπάρχουν οι λιγότερο φωτισμένες, καταγγελτικές ροκ στιγμές του από τα ’70s (Έχουν δίκιο για τα χέρια μου, Η παλιά Εδέμ), υπάρχει το τρικυμιώδες Κι ύστερα, με την ανεπανάληπτη ερμηνεία της Μαρινέλλας, υπάρχει και το αμιγώς λαϊκό Δε βαριέσαι αδερφέ – η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, σε στίχους της σπουδαίας Σώτιας Τσώτου. Η μουσική του ταυτότητα περιλαμβάνει επίσης τζαζ στοιχεία. Όπως άλλωστε και η κουβέντα μαζί του: ελεύθεροι συνειρμοί, αρκετά σόλο, στιγμές που χάνω το ενδιαφέρον μου και στιγμές που το ξαναβρίσκω. «Από όλους τους συνθέτες που γνώρισα», μου λέει, «εκείνος που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ο Χατζιδάκις. Είχε ανδρισμό. Μη με παρεξηγήσεις, ανδρισμός μπορεί να υπάρχει και στη γυναίκα. Αν διαβάσεις τη Γραφή, υπάρχει το ρήμα “ανδρίζω”. Ο Χατζιδάκις μπορεί να είχε, πώς να το πω, τις προτιμήσεις του, αλλά είχε ανδρισμό. Ήταν ευθύς».
Δικά του τραγούδια γράφει από τη δεκαετία του ’50· μoυσική και στίχους. «Δεν άφησα ποιητή που να μην τον κλέψω. Το λέω υπερβολικά. Στην ουσία έπαιρνα μία φράση και έκανα ανάπτυξη». Όμως, γιατί είναι τόσο λίγες οι φορές που εμφανίζεται στα credits των τραγουδιών ως στιχουργός; «Τα έστελνα μέσω της εταιρείας και τα απαγόρευε η λογοκρισία», μου εξηγεί. «Oπότε τι έκανα; Το ίδιο τραγούδι μετά από έναν μήνα το έστελνα με άλλο όνομα, με το δικό σου όνομα, που ήσουνα ποιητής. Εσύ δεν έλεγες τίποτα, γιατί θα έπαιρνες ποσοστό. Εγώ όμως δεν ήμουν σε αυτή τη δουλειά για να παίρνω ποσοστά. Εγώ προπαγάνδιζα. Ήμουνα προπαγανδιστής. Ήθελα να γίνονται καταγγελίες. Κάποια στιγμή με φωνάξανε στην Μπουμπουλίνας. Τους είπα: “Είμαι μάρτυρας του Ιεχωβά. Μπορείτε να με βοηθήσετε να καταλάβω ότι αυτό που πιστεύω είναι λάθος;”. Δεν υπάρχει καλλιτέχνης που να μη συνεργάστηκε με τη χούντα. Εκτός από τον γύφτο».

Στα τέλη των ’60s σταματά τις εμφανίσεις. Τα γεγονότα είναι κάπως θολά. Δεν θέλει να μου τα ξεθολώσει – επιφυλάσσεται για να τα πει όπως πρέπει στην επερχόμενη αυτοβιογραφία του. Ρωτάω πώς προέκυψε η συνεργασία με τη Μαρινέλλα. «Κάποια στιγμή, μου επέτρεψαν να εμφανιστώ ξανά, εδώ στην Πλάκα. Η Μαρινέλλα τραγουδούσε λίγο παρακάτω. Όταν τελείωνε το πρόγραμμά της, ερχόταν μαζί με τη Ζώκα τη χορεύτρια και με άκουγε. Είχε έναν φίλο πολύ λεφτά. Μια φορά, με περιμένανε στο αυτοκίνητο όπως έβγαινα και αυτός μου ζήτησε να γράψω κάτι για εκείνη. Έγραψα λοιπόν κάποια κομμάτια το 1970 και η Μαρινέλλα τα τραγούδησε στο Στορκ, σε κάτι εμφανίσεις με τον Νταλάρα. Εκεί λοιπόν ο κόσμος τής είπε: Ευχαριστούμε για τα τραγούδια που λες, αλλά δεν ερχόμαστε εδώ για να κλαίμε. Έπρεπε να τα κατεβάσει. Και τα κατέβασε. Εγώ όμως τα έλεγα στο μαγαζί, το κοινό τα είχε αγαπήσει, ώσπου κάποια στιγμή, το 1976, τα είπαμε και μαζί. Πριν γίνει αυτό όμως, επί έναν χρόνο συναντιόμασταν τρεις φορές την εβδομάδα και της δίδασκα πώς να τα πει». Η μαγική σύμπραξή τους θα αποτυπωνόταν στο Ρεσιτάλ (1976), από τα πιο εμπορικά άλμπουμ της εγχώριας δισκογραφίας. Ακούστε τα παραληρηματικά φωνητικά του Χατζή στο Η αγάπη όλα τα υπομένει. Θα καταλάβετε όλη την αξία του μέσα σε δυόμισι λεπτά. Ακούστε επίσης την ήρεμη συνοδεία του στο Σ’ αγαπώ. Μαρινέλλα και Χατζής θα συναντιούνταν σε δύο ακόμα δίσκους στα ’80s, όπως βέβαια και στο αξέχαστο ντουέτο Είσαι παντού και πουθενά. Ήδη από το 1973, πάντως, ο Χατζής είχε μπει σε χιλιάδες σπίτια με το τραγούδι Απ’ τ’ αεροπλάνο. Στην ορίτζιναλ ηχογράφηση, πέρα από τους στίχους της Τσώτου, τη μελωδία και την ερμηνεία, ξεχωρίζει επίσης η ενορχήστρωση. «Έχει ωραίο μπάσο», του λέω. «Θυμάστε μήπως ποιος παίζει;» Χαμογελάει. «Συνεργάστηκα τότε με έναν μεγάλο ενορχηστρωτή και συνθέτη, τον Κώστα Κλάββα. Αυτός μου είχε βρει μουσικούς. Φοβερή φυσιογνωμία».
Τραγούδια διαμαρτυρίας
Μετά τη συνεργασία με τη Μαρινέλλα και τις δεκάδες επιτυχίες, ο Χατζής ήταν στο peak του. Στις 15 Νοεμβρίου του 1979, ενώ περιόδευε στην Αμερική, ο τότε Πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ τον προσκάλεσε στον Λευκό Οίκο να τον συγχαρεί για το έργο του. Ρωτάω αν σήμερα, που η Αμερική περνάει τον μεγαλύτερο διχασμό της εδώ και δεκαετίες, μπορεί το τραγούδι διαμαρτυρίας να παίξει ενεργό ρόλο. «Δεν νομίζω. Τόσα τραγούδια είπαμε, τι άλλαξε; Δεν αλλάζει ο κόσμος με τραγούδια». Του αντιτείνω ότι υπάρχει περισσότερη συμπερίληψη, προσέχουμε πώς μιλάμε κ.λπ. «Εντάξει… Παλιά τούς λέγανε αραπάδες, μετά νέγρους, ύστερα Αφροαμερικανούς. Και εμάς που μας λέγανε γύφτους, Τσιγγάνους, Αθίγγανους, τώρα μας λένε Ρομά. Από χιλιάδες χρόνια λεγόμαστε Ρομά. Τους άλλους τίτλους μάς τους έδωσε αργότερα το Βυζάντιο». Άραγε τον ενοχλεί να τον λένε «γύφτο»; «Όχι. Αλλά είναι υποβαθμισμένο. Όπως και ο Τσιγγάνος. Το ρήμα “θιγγάνω” σημαίνει “αγγίζω”. Ο Αθίγγανος λοιπόν είναι ο άγγιχτος, αυτός που δεν τον αγγίζεις για να μη λερωθείς».
Πάνω στη συζήτηση, ο Χατζής αυτοσαρκάζεται συχνά για το χρώμα του. Αστεία ή σοβαρά, το θέμα δείχνει να τον απασχολεί. Φαντάζομαι έχει τους λόγους του. «Επί 68 χρόνια δεν μου έδιναν το Ηρώδειο», μου λέει σε κάποια φάση. Η αλήθεια είναι ότι έχει γράψει σπουδαία τραγούδια, αλλά κανείς δεν τον συγκαταλέγει στους μεγάλους συνθέτες. Έχει μια ιδιαίτερη βραχνάδα και ερμηνευτική δύναμη, αλλά κανείς δεν τον θεωρεί μεγάλο τραγουδιστή. Παίζει φοβερή κιθάρα, αλλά οι επιφανείς Έλληνες κιθαριστές είναι πάντα άλλοι. «Μα είναι σωστό», μου κάνει. «Κατ’ αρχάς, δεν ξέρω νότες. Αλλά να νιώθω αδικημένος, γιατί; Σπούδασα κάτι και δεν βρήκα δουλειά; Και αν μου φέρθηκαν όπως μου φέρθηκαν επειδή ήμουν ο γύφτος, δεν με πείραξε. Σάμπως ξέρουν από πού ήρθαμε; Ήρθαμε από τις Ινδίες. Και γιατί ήρθαμε; Τι προσφέραμε; Ρώτησέ τους τι έχουν προσφέρει οι Τσιγγάνοι. Το 1100 έγινε ένας μεγάλος διωγμός στην Περσία και έφυγε κόσμος στην Τσεχοσλοβακία. Από εκεί διασκορπίστηκαν σε όλη την Ευρώπη. Όπου πήγαν, υιοθέτησαν τη μουσική κάθε χώρας και την έκαναν δική τους. Ένα αυτό. Έπειτα, πότε βγήκαν οι μουσουργοί; Το 1500, οι πρώτοι μουσουργοί πήγαν στα πανηγύρια, πήραν στοιχεία από τα μουσικά θέματα που άκουσαν και έκαναν μεγάλα έργα. Όλη η Ευρώπη μπολιάστηκε από τους Τσιγγάνους».

Όση ώρα μιλάμε, δεν πίνει ούτε τσάι, ούτε νερό, ούτε τίποτα. «Σε λίγα λεπτά βγαίνετε», του κάνω. «Έχετε κέφι;» Ενοχλείται κάπως. «Τι ερώτηση είναι αυτή; Ναι, με συγκινεί ακόμα να τραγουδάω. Γιατί έχω εικόνες. Πάρα πολλές. Τραγουδάω και βλέπω εικόνες». Κάπου εδώ τελειώνουμε και του ζητάμε να ποζάρει για κάποιες φωτογραφίες. Δεν είναι το καλύτερό του. Ύστερα μου ξανασφίγγει το χέρι. «Να πάμε για καφέ». Επάνω ο κόσμος βρίσκεται ήδη στις θέσεις του, τσουγκρίζει ποτήρια. Γύρω στις εννιάμισι, μετά από μια ολιγόλεπτη εισαγωγή πιάνου, ο Χατζής παίρνει θέση στην καρέκλα, μόνος με την κιθάρα. Ακουμπάει το πέλμα στο υποπόδιο, λέει ένα αστειάκι και ξεκινάει. Πρώτο κομμάτι, Όταν είμαι μόνος. Τα μεγάλα του δάχτυλα επιτίθενται στις χορδές. Η φωνή του βαθιά, τραχιά και γλυκιά μαζί, παξιμάδι με μέλι. «Τραγουδάω για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα ανθρώπινα καθήκοντα, καταγγέλλοντας την πολιτεία με σεβασμό». Σε κάποια σημεία δυσκολεύεται να πιάσει τις νότες. Αναμενόμενο για άνθρωπο της ηλικίας του. Άλλωστε ο κόσμος δεν έψαξε ποτέ στη φωνή του Χατζή έναν τεχνικά άρτιο τραγουδιστή, αλλά τη βραχνάδα που ξεκινάει από τα θεμέλια της γης για να εκφράσει την «αγωνία αυτού του τόπου για ζωή». (Ο Σαββόπουλος έχει αναφέρει ότι στα πρώτα του χρόνια, αισθανόμενος την ανεπάρκεια της φωνής του, προσπαθούσε να τον μιμηθεί.) Ακόμα και τα λάθη του στην κιθάρα απόψε, οι αρρυθμίες, ο στίχος που ξεχνάει, είναι κομμάτια του ρευστού gypsy style που τον καθιέρωσε και εξακολουθεί να τον εξυψώνει πάνω από κάθε τι τέλειο και βαρετό.
«Τραγουδάω για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα ανθρώπινα καθήκοντα, καταγγέλλοντας την πολιτεία με σεβασμό».
Λίγο νωρίτερα, στο καμαρίνι, τον έχω ρωτήσει πώς θέλει να τον θυμόμαστε. «Γιατί να με θυμάστε; Εμένα με ενδιαφέρει να με θυμούνται οι φίλοι μου, η οικογένειά μου και οι συνεργάτες. Πες ότι είμαι πάρα πολύ σπουδαίος και έρχεται κόσμος να με ακούσει. Ποιος θα τους βάλει να καθίσουν; Ο ταξιθέτης. Άρα έχω ανάγκη τον ταξιθέτη. Έχω ανάγκη τον φωτιστή, γιατί είμαι σκούρος και δεν θα βλέπουν τίποτα. Έχω ανάγκη τον ηχολήπτη. Όλοι αυτοί και εγώ είμαστε ένα». Όταν πια φεύγουμε από το μαγαζί, κάπου στα μισά του προγράμματος, τραγουδάει το Εμείς οι ταπεινοί: «Αν δεν υπήρχαμε εμείς, πώς θα υπήρχανε οι άλλοι;/ Αν δεν υπήρχαν οι μικροί, πώς θα υπήρχαν οι μεγάλοι;/ Μη μας περιφρονάς, μη μας περιφρονάς/ Γράψε, βρε Ιστορία, δυο λόγια και για μας». Ποιος ξέρει τι θα γράψει η Ιστορία για τον Χατζή; Για την ώρα, τα χέρια του είναι ακόμα δυνατά.
Ο Κώστας Χατζής εμφανίζεται στην μπουάτ Απανεμιά (Θόλου 4, Πλάκα) κάθε Δευτέρα. Τηλέφωνο κρατήσεων: 210-3248580.

