Είναι παρεξηγημένα τα αστικά λεωφορεία;

Οι τιμές των καυσίμων ανεβαίνουν, η κίνηση στους δρόμους αυξάνεται, στα βαγόνια του μετρό επικρατεί το αδιαχώρητο, αλλά τι συμβαίνει με τα λεωφορεία; Μοιράσαμε δρομολόγια για να διαπιστώσουμε αν μπορούν να είναι μια αξιόπιστη λύση μετακίνησης, πόσο καθυστερούν και σε τι κατάσταση βρίσκονται, καταγράφοντας παράλληλα ιστορίες, ατάκες και απρόοπτα

είναι-παρεξηγημένα-τα-αστικά-λεωφορε-564142141 (Εικονογράφηση: Σοφία Ιωαννίδου)
(Εικονογράφηση: Σοφία Ιωαννίδου)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το ρεπορτάζ που ακολουθεί βασίζεται σε τυχαίες περιπτώσεις. Τα λεπτά αναμονής στις στάσεις και ο χρόνος των διαδρομών αφορούν συγκεκριμένη ώρα και μέρα και όχι τον γενικό κανόνα.

843 (Πειραιάς-Πέραμα) – Στη Σαλαμίνα βρίσκεται η ελπίδα

Τετάρτη (11/3) 
Πόσο χρόνο περίμενα: 2 λεπτά 
Πού ανέβηκα: Στάση Μετρό Πειραιά στις 09.35
Πού κατέβηκα: Πέραμα 
Διάρκεια διαδρομής: 40 λεπτά

Όσοι περιμένουμε το 843 έξω από τον ΗΣΑΠ Πειραιά κουβαλάμε κάτι παραπάνω − λίγο νερό, μια επιπλέον ζακέτα, ένα μικρό σακ βουαγιάζ. Και όχι άδικα, καθώς η εν λόγω γραμμή καταλήγει στο πορθμείο του Περάματος, απ’ όπου κάθε δεκαπέντε λεπτά φεύγει το φεριμπότ για τη Σαλαμίνα. Το ιστορικό λεωφορείο, ένα από τα περίφημα «πράσινα» που παύθηκαν το 2002, κάνει μια μεγάλη διαδρομή, περνώντας από το κέντρο του Πειραιά, διασχίζοντας το Κερατσίνι και καταλήγοντας στο Πέραμα. Το επιβατικό του κοινό ήταν ανέκαθεν όσοι εργάζονται στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη αλλά μένουν εκτός Περάματος, οι κάτοικοι Σαλαμίνας που εργάζονται στην Αθήνα, αλλά πλέον και οι δεκάδες αναπληρωτές εκπαιδευτικοί που διδάσκουν στη Σαλαμίνα και πηγαινοέρχονται κάθε μέρα. Επιβιβάζομαι και βρίσκω απευθείας θέση πλάι σε αρκετούς ηλικιωμένους – η μεγάλη μάζα των εργαζομένων έχει προηγηθεί. Ευδιάθετοι αλλά σχετικώς σιωπηλοί –ίσως επειδή όλοι φορούν μάσκα–, κατεβαίνουν σε διάφορες στάσεις και προπαντός στα Ταμπούρια, όπου ταυτόχρονα επιβιβάζεται πολύς ακόμα κόσμος. Από το μεγάφωνο ακούμε μία μία τις στάσεις σε ελληνικά και αγγλικά, ενώ ο ένας από τους δύο φωτεινούς πίνακες έχει χαλάσει. Μια κοπέλα μετρά τους κόμπους στο κομποσκοίνι της και ψιθυρίζει γαλήνια – υποθέτω κάποια προσευχή και ελπίζω όχι τις στάσεις. Δίπλα μου τώρα έχει έρθει μια κοπέλα που παρακολουθεί ένα βίντεο για την περιποίηση του δέρματος, ενώ όρθιος πλάι στην πόρτα ένας μεγαλύτερος σε ηλικία επιβάτης «σκρολάρει» στο Facebook. Λίγοι μόνο επιλέγουν να μιλήσουν στο τηλέφωνο. Για μένα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να παρατηρήσω τον Πειραιά ανεπιτήδευτο. Περνάμε από χαμηλά εγκαταλελειμμένα σπίτια, μικρά εργαστήρια, συνοικιακά μαγαζιά. Βλέπω μισοσβησμένα γκράφιτι της Χρυσής Αυγής, βλέπω και άλλα με ζωηρό κόκκινο από φιλάθλους του Ολυμπιακού. Διασχίζουμε τη λεωφόρο Ειρήνης με τα μαγαζιά της αλλά και τις καλοδιατηρημένες και βαμμένες άγκυρες πλάι στα τραπεζοκαθίσματα. Πίσω από τις συστάδες δέντρων της παραλίας διακρίνω τους γερανούς της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης. Μια ταμπέλα μάς καλωσορίζει στο Πέραμα, «στον Δήμο της Ναυτοσύνης». Το μάτι μου πιάνει «θαλασσινές» ονομασίες σε ταβέρνες, το πρότυπο ΕΠΑΛ Περάματος και το Μουσείο Αλιείας. Ο δρόμος έχει αδειάσει, ο οδηγός επιταχύνει και καταλήγουμε στο τέρμα, δύο βήματα από την είσοδο στη ζώνη αλλά και στο Πορθμείο. Το λεωφορείο αδειάζει αστραπιαία και οι επιβάτες επιλέγουν έναν από τους δύο προορισμούς. Διαβάζω την επιγραφή στην είσοδο του Πορθμείου: «Η αρχή της ελπίδας». Κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Όλοι σπεύδουν να προμηθευτούν εισιτήρια για το επόμενο δρομολόγιο, μαζί τους και ένα ζευγάρι τουριστών που εκ παραδρομής βρέθηκαν εδώ αντί για τον Πειραιά. Ο αστικός μύθος ήθελε τα «πράσινα» λεωφορεία ανώτερα των υπολοίπων, πιο καλοσυντηρημένα και κυρίως πιο συνεπή, κάτι που φαίνεται ότι προσπαθεί να διατηρήσει και το 843, η νοητή συνέχεια του «πράσινου» Πειραιάς-Πέραμα. –Ιωάννα Φωτιάδη

Είναι παρεξηγημένα τα αστικά λεωφορεία;-1

X95 (Σύνταγμα-Αεροδρόμιο) – Τουρίστες, ελεγκτές και χαμένες βαλίτσες

Πέμπτη (12/3)
Πόσο χρόνο περίμενα: 2 λεπτά
Πού ανέβηκα: Αφετηρία (Σύνταγμα) στις 10.45
Πού κατέβηκα: Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών
Διάρκεια διαδρομής: 55 λεπτά

Δεν αργεί πάνω από δύο λεπτά να ξεκινήσει – ακριβώς στην ώρα του, προς έκπληξή μου. Πιάνω τη θέση μου στο βάθος, ανάμεσα σε ταξιδιώτες κάθε εθνικότητας, που γεμίζουν τους διαδρόμους με βαλίτσες, αφού δεν υπάρχουν σημεία με μπάρες για να τις αφήσουν. Οι περισσότεροι, στην πρώτη κιόλας στροφή μπροστά στη Βουλή, καταφεύγουν σε ακροβατικά για να τις σώσουν. Το Χ95 έχει τακτικά δρομολόγια (κάθε 20 λεπτά αντί για τα 36 λεπτά του μετρό), έχει καλό κλιματισμό και καθαρά καθίσματα. Ίσως γι’ αυτό έχει κόσμο ακόμα και το μεσημέρι, σκέφτομαι. Γύρω μου βλέπω ένα ζευγάρι νεαρών Νορβηγών, στις πρώτες μάλλον διακοπές τους μαζί, μια παρέα Μπανγκλαντεσιανών και στο βάθος τρεις Ισραηλινούς που φέρουν τα καπελάκια τους σε ειδικές βαλίτσες για την πτήση. Ανάμεσά τους και λίγοι Έλληνες. Μια αεροσυνοδός με σενιαρισμένη στολή και έντονο μακιγιάζ κοιτά έξω από το παράθυρο. Μοιάζει σκυθρωπή – ίσως κρατά λίγο χαμόγελο για τις ώρες της πτήσης. Άλλοι, υπάλληλοι με φόρμες εργασίας, πάνε στην άλλη άκρη της Αττικής για το οχτάωρό τους. Θα κατεβούν πριν φτάσουμε, στο τελωνείο και στο κτίριο διοίκησης. Το βράδυ θα γυρίσουν πάλι πίσω, με το ίδιο λεωφορείο. Από το μεγάφωνο ακούγεται ότι χρειάζεται να επικυρώσουμε τα εισιτήριά μας γιατί γίνονται τακτικοί έλεγχοι. Μήνυμα μάλλον προφητικό. Στο αντίστοιχο δρομολόγιο της επιστροφής, όταν πράγματι μπαίνει μια ελεγκτής, μια Ασιάτισσα που κάθεται δίπλα μου προσπαθεί να καταλάβει πώς λειτουργεί η ανέπαφη πληρωμή με τραπεζική κάρτα εντός του λεωφορείου. Σειρά μου. Η ελεγκτής σαρώνει την κάρτα μου με το κινητό της. Για ένα δευτερόλεπτο είδα τα μηδενικά του τραπεζικού μου λογαριασμού να περνούν ένα ένα μπροστά στα μάτια μου, τόσα ακούμε να γίνονται, οπότε ζητώ να δω την ταυτότητά της. Μου τη δείχνει ευγενικά, σαν να συγχωρεί την καχυποψία μου, και κατεβαίνει στην επόμενη στάση. Η επιστροφή μού φαίνεται ακόμα πιο σύντομη (κάνουμε 15 λεπτά λιγότερο από όσο έλεγε το google maps). Δύο Σκανδιναβοί συνταξιούχοι κοιτούν μάλλον με απορία τις αντιπροσωπείες αυτοκινήτων και τα κουφάρια ερειπωμένων κτιρίων, πριν περάσουμε από την Αγία Παρασκευή. Ίσως να ψάχνουν την Ακρόπολη και τις γειτονιές των θεών. Πριν κατεβούμε, πλησιάζω τον οδηγό. Ακούει Βασίλη Καρρά. Μου λέει πως στις τέσσερις το πρωί στο λεωφορείο δεν πέφτει καρφίτσα, αφού δεν υπάρχει άλλος τρόπος μετακίνησης για τους ταξιδιώτες. Λέει επίσης πως, πριν από λίγο πάλι, τον πήραν τηλέφωνο γιατί κάποιος ξέχασε μια βαλίτσα. Κάποτε οι κλοπές στο λεωφορείο ήταν συχνό φαινόμενο. Τώρα έχουν αραιώσει πια. Στο Σύνταγμα τον αποχαιρετώ. Οι τουρίστες κατεβαίνουν κι αυτοί, έτοιμοι να απολαύσουν τα σπριτς τους κάτω από τον αθηναϊκό ήλιο. –Γιώργος Ψωμιάδης

790 (Γλυφάδα-Περιστέρι) – Νυχτερινό καταφύγιο

Τετάρτη (11/3)
Πόσο χρόνο περίμενα: 10 λεπτά
Πού ανέβηκα: Στάση Γυμναστική Ακαδημία (Δάφνη) στις 00.45
Πού κατέβηκα: Στάση Αστυνομία (Περιστέρι)
Διάρκεια διαδρομής: 40 λεπτά

Η Εθνικής Αντιστάσεως είναι άδεια γύρω στη μία το πρωί. Στη στάση του λεωφορείου μπροστά από τη Γυμναστική Ακαδημία το ταμπλό αναβοσβήνει άναρχα. Το πότε θα περάσει το 790 παραμένει ένα μυστήριο. Δύο τρεις άνθρωποι κάθονται στο παγκάκι και περιμένουν μαζί μου. Το λεωφορείο φτάνει νωρίτερα από την προγραμματισμένη ώρα και, όπως πάντα, είναι ασφυκτικά γεμάτο. Θέσεις δεν υπάρχουν, ούτε και κάποιο κενό στον διάδρομο. Τρυπώνουμε κάτω από μερικά τεντωμένα χέρια και κάπως έτσι πορευόμαστε μέχρι και το Σύνταγμα. Το όχημα είναι σχετικά καινούργιο και ο κλιματισμός ικανοποιητικός. Οι στάσεις ακούγονται από τη φωνή στο βάθος, αλλά κανείς δεν ταράζεται. Επικρατεί, παρά τον συνωστισμό, μια τρομακτική ηρεμία. Οι επιβάτες χωρίζονται χονδρικά σε δύο κατηγορίες: στους νέους που γυρίζουν σπίτια τους από τις βραδινές εξόδους και σε ανθρώπους –κυρίως μετανάστες– που επιστρέφουν από τη δουλειά ή άλλους που εργάζονται σε κάποιο νυχτερινό πόστο. Καταλαβαίνω πως κάποιοι γνωρίζονται, πιθανότατα τακτικοί επιβάτες. Η κυρία στα δεξιά μου είναι καθαρίστρια σε ξενοδοχείο, την ακούω να το λέει σε έναν νεαρό δίπλα της. Μιλούν για τη μέρα τους. Τα έθνη και οι φωνές τους μπλέκονται. Στη γωνία της πόρτας, ένας άντρας γύρω στα σαράντα βλέπει σύντομα βιντεάκια στο κινητό του, με τον ήχο να φτάνει ακατάληπτος στα αυτιά όλων μας. Ο διπλανός του τα χαζεύει φάλτσα και μετά από λίγα λεπτά κάνει ένα σχόλιο σε μια άλλη γλώσσα. Γελάνε μαζί και μετά από λίγο ξεκινούν να ανταλλάσσουν κάποιες κουβέντες. Στο μεταξύ, κάποιος με πλησιάζει. Στην αρχή τρομάζω, μάλλον ενστικτωδώς ή ίσως επειδή αυτή είναι η πραγματικότητα στα μέσα μεταφοράς για έναν κουίρ άντρα, αλλά σύντομα καταλαβαίνω πως θέλει απλώς να συζητήσουμε για να περάσει η ώρα. Εκείνος κατεβαίνει στη στάση του ΡΕΞ. Μετά την Ομόνοια, οι νέοι λιγοστεύουν. Λίγο αργότερα κατεβαίνω κι εγώ. Γυρνώντας σπίτι, σκέφτομαι πως το 790 δίνει μια ευκαιρία σε ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο που βρέθηκαν στην Αθήνα να επικοινωνήσουν νιώθοντας κάποια ασφάλεια. –Κωνσταντίνος Σαράντης

Είναι παρεξηγημένα τα αστικά λεωφορεία;-2
Οι επιβάτες χωρίζονται χονδρικά σε δύο κατηγορίες: στους νέους που γυρίζουν σπίτια τους από τις βραδινές εξόδους και σε ανθρώπους –κυρίως μετανάστες– που επιστρέφουν από τη δουλειά.

218 (Στ. Δάφνης-Πειραιάς) – Καβγάδες στην κίνηση

Δευτέρα (9/3)
Πόσο χρόνο περίμενα: 11 λεπτά
Πού ανέβηκα: Στάση 7η Αιγαίου (Νέα Σμύρνη) στις 11.00
Πού κατέβηκα: Στάση ΣΚΑΪ (Νέο Φάληρο)
Διάρκεια διαδρομής: 40 λεπτά 

Έπειτα από τόσα χρόνια που χρησιμοποιώ τα λεωφορεία (καίτοι οδηγώ και διαθέτω αυτοκίνητο), έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως κάθε γραμμή έχει τη μοίρα της. Χρησιμοποιώ καθημερινά το 218 για να μεταβώ από το σπίτι μου στο γραφείο και δεν είναι λίγες οι φορές που έχω αποφασίσει να βρω άλλο τρόπο μετακίνησης. Φαίνεται όμως πως και η δική μου μοίρα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Συμβαίνει κάτι πραγματικά περίεργο με το συγκεκριμένο λεωφορείο: Αν το πάρεις πολύ πρωί, κινδυνεύεις να αργήσεις στη δουλειά σου ή να καταλήξεις σαρδέλα από τον συνωστισμό, κι αν το πάρεις το βράδυ, τότε ετοιμάσου για αναμονή που ακόμα και τον Ιώβ θα τον έκανε να βγει από το ρούχο του. Η διαδρομή που ακολουθεί το 218 από μόνη της είναι ένα μακρύ ταξίδι: Δάφνη, Νέα Σμύρνη, Καλλιθέα, Μοσχάτο και τέρμα στον Πειραιά. Θα έλεγε κάποιος: «Τι κακό μπορεί να συμβεί;». Πολλά κακά, θα του απαντήσει αυτός που ξέρει. Κατ’ αρχάς, πρέπει να οπλιστείς με υπομονή έως τη στάση «ΗΣΑΠ Καλλιθέας», καθώς εκεί παραδοσιακά κατεβαίνει πολύς κόσμος. Ωστόσο, μέχρι να φτάσεις σε αυτό το «όριο ανάσας», πρέπει να διαβείς δρόμους που είναι διπλοπαρκαρισμένοι, πολυσύχναστοι και άρα να μάθεις στον ρυθμό του «σταμάτα-ξεκίνα-σταμάτα-σταμάτα». Αν φτάσεις στην Καλλιθέα, έχεις την αίσθηση πως όλα τα δύσκολα τελείωσαν. Με τίποτα! Σε περιμένουν τα στενά και οι στροφές του Μοσχάτου, που κρύβουν πάντα εκπλήξεις. Σε όλο αυτό το διάστημα πρέπει να οπλιστείς και με άλλη υπομονή για να αντέξεις ανθρώπους να φωνάζουν στο κινητό τους, ηλικιωμένους που τσακώνονται για τα πολιτικά (μου έχει τύχει να πιαστούν και στα χέρια), καρότσια φορτωμένα με ζαρζαβατικά (τις ημέρες που έχει λαϊκή σε Νέα Σμύρνη και Μοσχάτο) και οδηγούς που ακούνε Λιόλιου (!) λες και έχουν κλείσει πρώτο τραπέζι στην πίστα. Όταν φτάσεις, ξέρεις πως ίσως πρέπει να βρεις άλλο μέσο μετακίνησης, αλλά, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους, δεν μαθαίνεις από τα λάθη σου και την επόμενη ημέρα είσαι στην ίδια στάση και περιμένεις πάλι το 218. Φτου κι από την αρχή. -Διονύσης Μαρίνος

608 (Γαλάτσι-Ακαδημίας-Νεκροταφείο Ζωγράφου) – Ανάμεσα σε φοιτητές

Πέμπτη (12/3)
Πόσο χρόνο περίμενα: 3 λεπτά
Πού ανέβηκα: Στάση Χατζηδάκη (Λεωφόρος Γαλατσίου) στις 17.25
Πού κατέβηκα: Στάση Χίλτον
Διάρκεια διαδρομής: 40 λεπτά

«Για Ζωγράφου πάω καλά;» ρωτάω τον οδηγό του 608, κρατώντας ασυναίσθητα την πόρτα λες και το λεωφορείο θα ξεκινήσει πριν μάθω την απάντηση. Εδώ και χρόνια παίρνω πολύ σπάνια λεωφορείο (έχω αυτοκίνητο, μένω κοντά σε μετρό) και αυτή τη στιγμή βιώνω ένα τρομερό άγχος με το ΙΧ μου στο συνεργείο: πιστεύω ότι όλα θα πάνε στραβά και θα μπλέξω σε κουραστικές «περιπέτειες» –η φήμη του 608 μόνο καλή δεν είναι–, κι έτσι θα χάσω το ραντεβού στον οδοντίατρο. Στη «γαλαρία», ένας νεαρός από την Αφρική μιλάει χαμηλόφωνα στο τηλέφωνο, ενώ ο διπλανός του ήδη κοιμάται. Στο μπροστινό μου κάθισμα μια ηλικιωμένη κυρία, που την προσεγμένη εμφάνισή της χαλάει μια μάσκα FFP2 φορεμένη στραβά, και μια έφηβη πιτσιρίκα που λαγοκοιμάται με ακουστικά στα αυτιά δεν βγάζουν τον παραμικρό ήχο. Δίπλα μου, ένας κύριος μάλλον από την Ινδία ρωτάει το ChatGPT ποια είναι τα καλύτερα αρώματα κάτω των 20 ευρώ. Λίγο παραπέρα, στη «φυσαρμόνικα», ένας άνδρας αραβικής καταγωγής λέει στο κοριτσάκι του να προσέχει – οι αθηναϊκές λακκούβες δεν χαρίζονται σε τίποτα και κανέναν, οι αναρτήσεις του 608 ζορίζονται, η αίσθηση θυμίζει βάρκα που σκάει σε κύματα. Οι άνθρωποι μπαίνουν κρατώντας ψώνια (οι ηλικιωμένοι), τα παιδιά τους (οι οικογενειάρχες), σημειώσεις (οι φοιτητές). Σε ένα σχεδόν γεμάτο λεωφορείο δεν υπάρχει βιβλίο ούτε για δείγμα, οι οθόνες των κινητών ανοιγοκλείνουν. Νιώθω να ζεσταίνομαι, αλλά δεν κάνει ζέστη∙ μάλλον το άγχος ότι θα χάσω το ραντεβού μου με έχει καταβάλει. Άδικα, βέβαια, καθώς δεν συναντάμε καθόλου κίνηση. «Το όχημα είναι πλήρως εξαεριζόμενο, χωρίς να είναι απαραίτητα ανοιχτά τα παράθυρα», διαβάζω ένα αυτοκόλλητο του ΟΑΣΑ κολλημένο στο τζάμι, ενώ την ίδια στιγμή συνειδητοποιώ με έκπληξη ότι τα καθίσματα και ο διάδρομος είναι φανερά πιο καθαρά από το αυτοκίνητό μου. Στο ύψος της Ακαδημίας, η ανθρωπογεωγραφία αλλάζει: τη θέση των μεταναστών παίρνουν οι φοιτητές με κατεύθυνση τις σχολές στου Ζωγράφου. «Εγώ τι δουλειά έχω εδώ μέσα;» αναρωτιέμαι από μέσα μου, καθώς μια μεταπτυχιακή φοιτήτρια παραπονιέται ότι «δεν προλαβαίνω με τίποτα να κρατήσω σημειώσεις», ενώ μια άλλη, σίγουρα πρωτοετής, αφηγείται με ενθουσιασμό το πώς κατέληξε να πάει «για καφέ με όλους αυτούς στο κυλικείο». Όλα πηγαίνουν ρολόι και, λογικά, θα φτάσω στο ραντεβού μου πριν την ώρα μου. Είναι όμως κάθε μέρα τόσο απλά τα πράγματα; Τι συμβαίνει όταν βρέχει; Όταν το κέντρο είναι κλειστό; Πριν κατέβω, ο οδοντίατρος τηλεφωνεί για να ακυρώσει το ραντεβού μας. Όλη αυτή η διαδρομή για το τίποτα; Τα λεωφορεία με απογοητεύουν πάντα – ακόμα κι όταν δεν φταίνε. -Γιώργος Ρομπόλας

Είναι παρεξηγημένα τα αστικά λεωφορεία;-3
Οι άνθρωποι μπαίνουν κρατώντας ψώνια (οι ηλικιωμένοι), τα παιδιά τους (οι οικογενειάρχες), σημειώσεις (οι φοιτητές). Σε ένα σχεδόν γεμάτο λεωφορείο δεν υπάρχει βιβλίο ούτε για δείγμα, οι οθόνες των κινητών ανοιγοκλείνουν. 

550 (Παλαιό Φάληρο-Κηφισιά) – Διασχίζοντας την πόλη

Παρασκευή (13/3) 
Πόσο χρόνο περίμενα: 14 λεπτά
Πού ανέβηκα: Στάση Πινακοθήκη (Β. Κωνσταντίνου) στις 18.51
Πού κατέβηκα: Στάση Ζηρίνειο (Κηφισίας)
Διάρκεια διαδρομής: 41 λεπτά

Είναι Παρασκευή και 13 Μαρτίου, γνωρίζω ότι είμαι γκαντέμης, αλλά δεν το βάζω κάτω. «Έχει περάσει μισή ώρα απ’ όταν σχόλασαν όσοι έπιασαν δουλειά στις 10 το πρωί», σκέφτομαι την ώρα που βάζω τον συναγερμό στο σπίτι μου για να κατευθυνθώ πεζή προς την Πινακοθήκη – επτά λεπτά απόσταση. «Δεν μπορεί, θα βρω θέση να καθίσω», συνεχίζω τον διάλογο με τον εαυτό μου. Ο ουρανός είναι απογευματινός, η φωτεινή επιγραφή της στάσης με ενημερώνει ότι το 550 θα έρθει σε 11 λεπτά. Ακροβολισμένα γύρω της, περιμένουν τρία άτομα. Ένας νεαρός που αποφασίζει μέσω τηλεφώνου σε ποιο κλαμπ θα πάει το βράδυ, μια τουρίστρια με τη βαλίτσα της και μια γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας, ασιατικής καταγωγής. Είναι η μόνη που κάθεται στο πολύ στενό παγκάκι. Μέχρι να φτάσει το λεωφορείο, στην «παρέα» μας θα προστεθούν μια κοπέλα που μιλάει με τον φίλο της σε ανοιχτή ακρόαση (την αγαπάει πολύ) και τρεις έφηβες γκοθούδες, με σκισμένα καλσόν. Έχουν περάσει τα 11 λεπτά, το 550 παραμένει άφαντο. Στις 18.50 ανάβουν τα φώτα των δρόμων, στις 18.51, με τρία λεπτά καθυστέρηση, το βλέπω να πλησιάζει πήχτρα στον κόσμο. Ευτυχώς αποβιβάζονται περισσότεροι από όσους επιβιβαζόμαστε. Βρίσκω ένα κενό κάπου στη μέση για να ακουμπήσω την πλάτη μου. Πλαγίως απέναντί μου κάθεται σε ανάποδη θέση ένας συνάδελφος από «ανταγωνιστικό» μέσο. Κάνω ότι δεν τον βλέπω και αναβάλλω τον προσωπικό μου στόχο να γίνω «λιγάκι πιο κοινωνικός». Οι περισσότεροι συνεπιβάτες μου κοιτάζουν την οθόνη του κινητού τους ή φοράνε ακουστικά ή και τα δύο. Όσο φτάνει το μάτι μου, μετράω τρεις να φοράνε μάσκα. Επικρατεί μια παράξενη ησυχία. Δεν έχει κίνηση, το 550 «τσουλάει» πάνω στην άσφαλτο. Στη διασταύρωση με την Αλεξάνδρας κατεβαίνει ο συνάδελφος κι εγώ πάω και κάθομαι στη θέση του. Η ώρα είναι 18.58. Το λεωφορείο όλο και αδειάζει. Μετά την Πανόρμου υπάρχουν αρκετές θέσεις κενές. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι παρφουμαρισμένοι νεαροί στέκονται όρθιοι από επιλογή, μάλλον για να ψηλώσουν. Την ώρα που περνάμε τις Ομπρέλες του Ζογγολόπουλου, στον Φάρο του Ψυχικού, το ρολόι δείχνει 19.07. Μετά το Golden Hall αλλάζω θέση γιατί οι ανάποδες με ζαλίζουν. Η ανθρωπογεωγραφία του πληρώματος έχει αλλάξει – οι «κουρασμένοι από τη δουλειά» έχουν αποβιβαστεί νωρίτερα. Ξαφνικά, η ησυχία σπάει. Μια κυρία ανοίγει όσο πιο διακριτικά μπορεί, κρατώντας το μέσα στην τσάντα της, ένα σακουλάκι με πατατάκια. Σαν να εκτελεί χορογραφία, αρχίζει να τα φέρνει στο στόμα της και να τα μασουλάει με έναν κομψό τρόπο. Μάταια! Ο ήχος τους καθώς θρυμματίζονται από τα δόντια της ακούγεται σε όλο το 550. Πριν από τη διασταύρωση των Μελισσίων, πιάνει κίνηση. Κατεβαίνοντας στο Ζηρίνειο, μετράω τον κόσμο που έχει μείνει: εννέα άτομα – ο τυχερός μου αριθμός. Η ώρα είναι 19.32. –Παναγιώτης Κούστας

Α5(Ακαδημία-Αγία Παρασκευή-Ανθούσα) – «Έι, όχι σκυλιά εδώ μέσα»

Κυριακή (8/3)
Πόσο χρόνο περίμενα: 7 λεπτά
Πού ανέβηκα: Στάση Κήπος (Β. Σοφίας) στις 16.15
Πού κατέβηκα: Στάση ΙΚΑ (Αγία Παρασκευή)
Διάρκεια διαδρομής: 35 λεπτά

Στη στάση του λεωφορείου περιμένουν 6-7 άνθρωποι, μια οικογένεια, δύο κορίτσια το πολύ είκοσι χρονών, πλήρως εξοικειωμένοι με τη διαδικασία της αναμονής. Άλλωστε δεν υπάρχει αγωνία – η ένδειξη στην ηλεκτρονική ταμπέλα μάς ενημερώνει σε πόση ώρα θα φτάσει το λεωφορείο. Τον καιρό που έπαιρνα συστηματικά λεωφορείο, δεν υπήρχε ένδειξη και απλώς περίμενες και περίμενες, χωρίς να ξέρεις. Ένα από τα δύο κορίτσια με πληροφορεί ότι υπάρχει και app που σου δείχνει πού είναι το κάθε λεωφορείο. Δεν είχα ιδέα. Δεν έχω αυτοκίνητο, αλλά έως πολύ πρόσφατα επέλεγα το μετρό, μέχρι που αυτό έγινε αφόρητο και ένας φίλος μού μίλησε για το Α5 και για το πόσο θα με βόλευε. Αν πάει καλά, θα βάλω και την εφαρμογή, σκέφτηκα. Το λεωφορείο ήρθε σε επτά λεπτά, όπως ακριβώς έγραφε ο πίνακας. Εντυπωσιακό. Στο πλάι βλέπω την ένδειξη «low emission». Εντυπωσιακό. Βρίσκω αμέσως να καθίσω, είναι ήσυχο και καθαρό. Εντυπωσιακό. Κάθομαι πίσω από τον οδηγό. Απέναντί μου κάθεται μια κυρία. Κοιτάζω γύρω γύρω, δεν βλέπω τίποτα να με ενοχλεί και σχεδόν δεν το πιστεύω όταν παρατηρώ δίπλα στη θέση μου μια θύρα USB για να φορτίσω το κινητό μου. Δεν έχει κίνηση, η λεωφορειολωρίδα είναι άδεια – ξαφνικά τη σέβονται όλοι; Έχω αρχίσει να χαλαρώνω, όταν ακούω τη φωνή του οδηγού: «Έι, όχι σκυλιά εδώ μέσα». Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω μια κοπέλα με έναν μεγαλόσωμο σκύλο. Κάνει πως δεν ακούει, ή όντως δεν ακούει, φοράει ακουστικά. Το λεωφορείο δεν ξεκινά μέχρι να κατέβει. Κάποιος τη σκουντά, εκείνη δυσφορεί και κατεβαίνει. Κανένας δεν είπε κουβέντα στον οδηγό για την έλλειψη επιείκειας. Γκουγκλάρω στα γρήγορα να δω αν επιτρέπονται ή όχι τα σκυλιά, αποφασισμένη να τον μαλώσω. Δεν επιτρέπονται, οπότε σωπαίνω. Η κυρία απέναντί μου με ψάχνει με το βλέμμα της. Δεν της το ανταποδίδω και απευθύνεται σε ένα ζευγάρι παραδίπλα γύρω στα τριάντα. «Καλά δεν της έκανε; Καλά της έκανε. Και αμέσως ε, δεν της χαρίστηκε. Δεν περνάνε τέτοια εδώ μέσα». Εδώ μέσα, σκέφτομαι. Σε 35 λεπτά έχω φτάσει στον προορισμό μου, όχι περισσότερα από όσα θα έκανα με το μετρό. Το Α5 λοιπόν είναι άνετο, φροντισμένο, εξευρωπαϊσμένο, αλλά δεν επιτρέπει σε έναν άνθρωπο με κατοικίδιο να μετακινηθεί με αυτό. Στην πλατεία Αγίας Παρασκευής, οι περισσότεροι κατεβαίνουν. Μέχρι να φτάσω στη στάση ΙΚΑ, το λεωφορείο έχει αδειάσει. Με βόλεψε, θα το ξαναπάρω, αλλά ακόμη αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν είχα σκύλο. −Ιωάννα Χρονοπούλου 

Είναι παρεξηγημένα τα αστικά λεωφορεία;-4

703(Πειραιάς-Άγιος Ελευθέριος) – Ευτυχώς η Θηβών δεν έχει στροφές

Τρίτη (10/3) 
Πόσο χρόνο περίμενα: Δέκα λεπτά
Πού ανέβηκα: Στάση Εθν. Αντιστάσεως (Πειραιάς) στις 08.00
Πού κατέβηκα: Στάση Σχολείο (Άγιος Ελευθέριος) 
Διάρκεια διαδρομής: 34 λεπτά

Δεν είναι ότι έχω χρόνο για χάσιμο. Απλώς κάποιες φορές, αν θέλω να αποφορτιστώ μετά τη δουλειά, με βοηθάει να παίρνω κάποιο λεωφορείο που θα μου αποκαλύψει κάτι για την Αθήνα, κι ας κάνω περισσότερο χρόνο να φτάσω σπίτι. Όπως το 703, το οποίο, να, μόλις το είδα να απομακρύνεται από τη στάση στην Εθνικής Αντιστάσεως. Κοιτώντας στην εφαρμογή του ΟΑΣΑ, το επόμενο θα ξεκινούσε στις οκτώ από την αφετηρία στο λιμάνι του Πειραιά, αλλά για έναν περίεργο λόγο, μόλις το ρολόι έδειξε 08.01, εμφανίστηκε στη στάση. Ήταν ένα λεωφορείο με φυσούνα που κάποτε χρησιμοποιούνταν στις γραμμές αεροδρομίου, όπως μαρτυρούσαν οι χάρτες και οι χώροι των αποσκευών. Αυτή η φυσούνα μάς κρατούσε μια «ευχάριστη» συντροφιά κάθε φορά που ο οδηγός έστριβε το τιμόνι στις διασταυρώσεις του Πειραιά, καθώς έτριζε σαν πόρτα σε θρίλερ. Ευτυχώς η Θηβών δεν έχει στροφές, αλλά, διασχίζοντας τη σιδηροδρομική γραμμή στο ύψος της Λεύκας, σε μια προσπάθεια να προλάβει την μπάρα που κατέβαινε για τον Προαστιακό, ο οδηγός πάτησε λίγο παραπάνω το γκάζι και τραντάχτηκε όλο το λεωφορείο. Μια γυναίκα έπιασε τον αυχένα της και άρχισε να τον τρίβει, μέχρι να αποβιβαστεί στις επόμενες στάσεις, κοντά στην Κοκκινιά. Φαινόταν πως θα ήταν μια ήρεμη διαδρομή, χωρίς πολλές συγκινήσεις. Θυμήθηκα τον στίχο με «την αλάνα με τις πέτρες λίγο πιο πάνω απ’ τη Θηβών, αυτή που τώρα έχει γίνει εργοστάσιο παιχνιδιών», που τραγουδούσαν οι Goin’ Through με τον Γιώργο Μαζωνάκη, αλλά ακριβώς έξω από ένα παιχνιδάδικο η προσοχή μου έπεσε πάνω στους φοιτητές του ΠΑΔΑ, που όρμησαν στο λεωφορείο για μια θέση και άρχισαν να ουρλιάζουν για το πού θα αράξουν μετά, Μπαρουτάδικο ή Περιστέρι, λες και όλοι μας θα έπρεπε να το μάθουμε. Ύστερα σπρώχτηκαν μέχρι να χωρέσουν και κανένας δεν σκέφτηκε να βγάλει από τους ώμους το σακίδιο, και τέλος αποβιβάστηκαν ομαδικά στο Αιγάλεω, δίνοντας τη σκυτάλη σε αγόρια από ακαδημίες ποδοσφαίρου που κόντεψαν να κοιμηθούν από την κούραση στα άβολα καθίσματα. Οι λακκούβες στην είσοδο του  Ίλιου και τα αδύναμα αμορτισέρ του λεωφορείου τούς ξύπνησαν για τα καλά. Έτριβαν κι εκείνοι τους αυχένες τους. -Παντελής Τσομπάνης

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT