«Τι απαίσια μαλλιά! Μήπως να τα κάνω κι εγώ έτσι;», σκέφτηκα όταν είδα τον Κίλιαν Μέρφι να βγάζει για πρώτη φορά το κασκέτο του ως Τόμι Σέλμπι στο παρθενικό επεισόδιο της σειράς Peaky Blinders. Αυτό το ασύνδετο κούρεμα, το λεγόμενο επίσης «undercut» στην αργκό των κουρέων, με τα ξυρισμένα με την ψιλή πλαϊνά και το μεσαίο μήκος στην κορυφή, ήταν ένας μάλλον αρρωστημένος έρωτας με την πρώτη ματιά. Κάποτε, την εποχή του Μεσοπολέμου, σε λιγότερο στιλιζαρισμένες εκδοχές, υπήρξε δημοφιλές ανάμεσα στους άνδρες της εργατικής τάξης του Μπέρμιγχαμ. Πλέον, ταυτισμένο με την αισθητική του «γκάνγκστερ σικ», είναι γνωστό ως «το κούρεμα των Peaky Blinders» και μπορεί κανείς να το ζητήσει με αυτή την περιγραφή από ένα μπαρμπέρικο επί της Κηφισίας στους Αμπελοκήπους έως το αντίστοιχό του στην Μπανγκόκ.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή: Οι Βρετανοί παρακολούθησαν το πρώτο επεισόδιο της εποποιίας των Peaky Blinders στο BBC2 στις 12 Σεπτεμβρίου του 2013. Ο υπόλοιπος κόσμος χρειάστηκε να περιμένει έναν χρόνο, μέχρι δηλαδή το Netflix να αποκτήσει τα δικαιώματα για την παγκόσμια διανομή της σειράς, που ολοκληρώθηκε σε έξι κύκλους, με τον τελευταίο να γίνεται διαθέσιμος στις 3 Απριλίου του 2022. Αυτή η συνέργεια μεταξύ BBC και Netflix αποδείχθηκε καθοριστική για την επιτυχία της, καθώς χωρίς εκείνη είναι αμφίβολο αν οι Peaky Blinders θα εξελίσσονταν σε παγκόσμιο φαινόμενο – ενδεικτικό της διεθνοποίησης της επιτυχίας τους είναι το ότι το λήμμα της τηλεοπτικής σειράς στη Βικιπαίδεια είναι σήμερα διαθέσιμο σε πενήντα τέσσερις γλώσσες. Από την άλλη, η σειρά, με τη λιγότερο στρογγυλεμένη αισθητική σε σχέση με τις «inhouse» παραγωγές της αμερικανικής πλατφόρμας, έδωσε στο Netflix ένα διαφορετικού είδους πρεστίζ, που ενδεχομένως να το είχε ανάγκη.
Ποιοι είναι οι Peaky Blinders;
Οι Peaky Blinders υπήρξαν μια πραγματική συμμορία που δρούσε στους δρόμους του Μπέρμιγχαμ τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις δύο πρώτες του 20ού, αποτελώντας έναν αστικό θρύλο για τους ντόπιους, όπως ο δημιουργός της σειράς, Στίβεν Νάιτ – μια ενδιαφέρουσα πληροφορία για το παρελθόν του είναι ότι συνδημιούργησε το τηλεπαιχνίδι Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος; και για το μέλλον του το ότι θα γράψει το σενάριο της επόμενης ταινίας του Τζέιμς Μποντ, που θα σκηνοθετήσει ο Ντενί Βιλνέβ. Η σειρά, όμως, δεν αποτελεί αναπαραγωγή των έργων και των ημερών τους, απλώς εμπνέεται από τις προφορικές παραδόσεις για τη δράση τους.

Στο Netflix, η περιγραφή του στόρι της σάγκας στα ελληνικά είναι απλή: «Μια σκληρή συμμορία της εργατικής τάξης, που πήρε το όνομά της από τα ξυραφάκια που έραβε στα κασκέτα για να χαρακώνει εχθρούς, διεκδικεί την εξουσία στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας». Η σήμανση καταλληλότητάς της είναι 16+, ενώ από το καστ της τρεις ηθοποιοί ορίζονται ως πρωταγωνιστές: ο Κίλιαν Μέρφι, ο Πολ Άντερσον (Άρθουρ Σέλμπι Τζούνιορ) και η Σόφι Ραντλ (Άντα Θορν, το γένος Σέλμπι). Οι Σέλμπι, λοιπόν, είναι εθνοπαράξενοι Βρετανοί –έχουν μεικτή καταγωγή από Ιρλανδούς νομάδες και Ρομά– γκάνγκστερ, οι οποίοι έχουν φτιάξει μια οικογενειακή συμμορία στο Μπέρμιγχαμ. Ο δε βίος και η πολιτεία των μελών της, που έχουν πάρει το ρίσκο της παρανομίας στο όνομα της υπόσχεσης μιας καλής ή, τέλος πάντων, καλύτερης ζωής, αρχίζουν να ξεδιπλώνονται από το έτος 1919 και εξής, μερικούς μήνες μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (τον Νοέμβριο του 1918), χωρίς να φτάσουν στον Β΄ Παγκόσμιο.
Απόλυτος πρωταγωνιστής και αρχηγός της συμμορίας είναι ο Τόμι, δευτερότοκος γιος των Σέλμπι, που παρουσιάζεται ως φιλόδοξος, κουλ και καλοντυμένος τύπος, πρώην ήρωας πολέμου, με μια ιδιαίτερη αγάπη για το κάπνισμα και το ιρλανδέζικο ουίσκι – δύο συνήθειες που μπορούν να ερμηνευτούν ως μέσα διαφυγής από την πραγματικότητα αλλά και αυτοκαταστροφής. Ο Κίλιαν Μέρφι, για να τον ενσαρκώσει, χρειάστηκε όχι μόνο να κουρευτεί, αλλά και να κάνει τη φωνή του κάπως πιο μπάσα. Ιρλανδός και ο ίδιος στην καταγωγή, είδε με αυτόν τον ρόλο την καριέρα του να απογειώνεται και τον εαυτό του να μετατρέπεται σε σταρ πρώτης γραμμής, κερδίζοντας μάλιστα τον Μάρτιο του 2024 το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του ως Ρόμπερτ Οπενχάιμερ στην ομώνυμη ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν.
Ιστορία μου, αμαρτία μου
Η σειρά στην ουσία αφηγείται μια ιστορία κοινωνικής αναρρίχησης στον τοπικό και, καθώς προχωρούν οι σεζόν, στον διεθνή υπόκοσμο. Γιατί, όμως, πέτυχε μια σάγκα με ήρωες Βρετανούς γκάνγκστερ; Ο θρίαμβός της δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην κινηματογραφική αισθητική, στην πλοκή (παρά την «κοιλιά» που έκανε στους μεσαίους κύκλους), στους πολύπλοκους χαρακτήρες και στην «εξωτική γοητεία» που διαχρονικά ασκεί σε πολλούς το περιθώριο. Εξίσου καθοριστικό για το παγκόσμιο σουξέ της ήταν το ότι καταπιάστηκε με μεγάλα, οικουμενικά θέματα. Ποια ήταν αυτά; Η έννοια της οικογένειας και του ανήκειν σε ένα σύνολο ανθρώπων με κοινές επιδιώξεις, το success story, η εμπιστοσύνη (μεταξύ κατεργαραίων) και η προδοσία. Μιλάμε, δηλαδή, για έγνοιες, επιθυμίες και συναισθηματικά τοπία ανεξάρτητα από την εμπειρία ενός τόσο σαφούς ταξικού διαχωρισμού όπως ήταν εκείνος της «παλαιάς Αγγλίας».
Ο Κίλιαν Μέρφι, για να ενσαρκώσει τον Τόμι Σέλμπι, δεν χρειάστηκε μόνο να κουρευτεί, αλλά και να κάνει τη φωνή του να ακούγεται κάπως πιο μπάσα.
Τα, δε, γεγονότα της σειράς συμβαίνουν μεταξύ των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, μια εποχή επισφαλούς παγκόσμιας ειρήνης όπως η δική μας, χωρίς να καταγράφουν το πνεύμα και την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής με ιστορική ακρίβεια. Σε αισθητικό επίπεδο, αυτό μπορεί να γίνει αναμφίβολα εμφανές από τις μουσικές επιλογές της. Στη σειρά ακούστηκαν φοβερά τραγούδια, που γράφτηκαν πολλές δεκαετίες μετά τον χρόνο δράσης των Peaky Blinders, όπως το Red right hand του Νικ Κέιβ και των The Bad Seeds, η φοβερή διασκευή του Τζακ Γουάιτ στο Love is blindness των U2, το To bring you my love της Π. Τζ. Χάρβεϊ, το Atmosphere των Joy Division και το Lazarus του Ντέιβιντ Μπόουι, που όσο ζούσε υπήρξε φαν της σειράς. Ο «μουσικός αναχρονισμός», βέβαια, συνηθίζεται στη μυθοπλασία και βοηθά στην ταύτιση του κοινού με ήρωες του παρελθόντος.

Αυτό που όντως ενόχλησε κάποιους κριτικούς είναι ότι συγκεκριμένες αξίες και ήθη που αναπαράγονται στο σενάριο δεν υπήρξαν χαρακτηριστικά της εποχής δράσης των Peaky Blinders. Παραδείγματος χάριν, οι γυναίκες της εργατικής τάξης παρουσιάζονται πολύ πιο τολμηρές και χειραφετημένες απ’ ό,τι τους επιτρεπόταν να είναι. Όπως και να ’χει, από τις οθόνες μας πέρασαν ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Ουίνστον Τσώρτσιλ και ο Όσβαλντ Μόσλι, που κατάφερε και ενοποίησε τα φασιστικά κινήματα της χώρας του σε ένα νόμιμο κόμμα, τη Βρετανική Ένωση Φασιστών. Επίσης, φόντο δράσης υπήρξαν γεγονότα όπως η Γενική Απεργία του 1926, που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη ταξική αναμέτρηση του 20ού αιώνα στο «Νησί», με 1,7 εκατομμύρια εργαζομένους, όπως υπολογίζεται, να απεργούν επί εννιά ημέρες, σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους μεταλλωρύχους.
Μόδα και επιδραστικότητα
Τον Σεπτέμβριο του 2019, στο Ντίγκμπεθ, μια κεντρική γειτονιά του Μπέρμιγχαμ, διοργανώθηκε το διήμερο Legitimate Peaky Blinders Festival, που ξεπούλησε και τις είκοσι χιλιάδες εισιτήρια που έκοψε. Αποτέλεσε κάτι σαν pop-up θεματικό πάρκο, που περιλάμβανε έως και συναυλίες με τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του Λίαμ Γκάλαχερ και των Primal Scream. Πιο αναμενόμενο από αυτές ήταν το σόου μόδας που έκαναν στο πλαίσιό του οι Garrison Tailors, μια ονλάιν εταιρεία ρούχων που πήρε το όνομά της από εκείνο της παμπ στη σειρά, η οποία –αφού ξεπούλησε με έκπτωση 60% τα τουίντ κοστούμια με τα γιλέκα, τα κασκέτα, τα πουκάμισα με τα μάο κολάρα ή τους γιακάδες με τις στρογγυλεμένες άκρες που έκαναν δημοφιλή οι ήρωες της σειράς– πλέον είναι ανενεργή.

Ναι, τα βίντατζ αισθητικής ρούχα, τα υποδήματα και τα αξεσουάρ ήταν πολύ σημαντικά για τη σειρά, θαυμάζαμε τους ήρωες για το στιλ τους στην οθόνη, αλλά ο τρόπος που ντύνονταν αποδείχθηκε ότι προσφερόταν περισσότερο για cosplay παρά για να υιοθετηθεί στην «πραγματική ζωή». Άλλωστε, πριν από τη σειρά Peaky Blinders είχαν προηγηθεί οι Mad Men, που με το πιο σενιαρισμένο ρετρό στιλ τους (μιας άλλης δεκαετίας, αυτής του 1960, και μιας άλλης χώρας, της Αμερικής) σάρωσαν το λαϊφστάιλ. Αντί των Garrison Tailors, αυτή τη στιγμή είναι ενεργό το επίσημο ηλεκτρονικό κατάστημα της σειράς, το Peakyblinders.shop, από το οποίο δεν μπορεί να αγοράσει κανείς sur mesure κοστούμια, αλλά T-shirts, φούτερ, κούπες και πάνινες τσάντες με στάμπες εμπνευσμένες από το σύμπαν των Peaky Blinders.
Ας μείνουμε, όμως, λίγο παραπάνω στην ιδιαίτερη πολιτισμική επίδραση της σειράς, καθώς υπήρξε μετρήσιμη σε επίπεδο… ονοματοδοσίας. Σύμφωνα με το Γραφείο Εθνικών Στατιστικών του Ηνωμένου Βασιλείου, το όνομα «Άρθουρ» εκτοξεύτηκε για πρώτη φορά από τη δεκαετία του 1920 στα δέκα πιο δημοφιλή ονόματα αγοριών (κάτι που αποδόθηκε στον χαρακτήρα του Άρθουρ Σέλμπι), ενώ το όνομα «Άντα» μπήκε για πρώτη φορά μετά από έναν αιώνα στα εκατό πιο δημοφιλή κοριτσίστικα ονόματα, κάτι που εικάζεται ότι έγινε χάρη στην Άντα Θορν, το γένος Σέλμπι. Επίσης, το 2018, ο τουρισμός στο Μπέρμιγχαμ είχε σημειώσει άνοδο κατά 26% σε σχέση με το 2013, δηλαδή τη χρονιά που ξεκίνησε να προβάλλεται η σειρά, παρότι μεγάλα μέρη της δεν γυρίστηκαν εκεί, αλλά στο Μάντσεστερ και στη Λίβερπουλ.

Μεταξύ ενηλίκων
Κατά τα άλλα, το σύμπαν των Peaky Blinders επεκτάθηκε σε ένα βίντεο γκέιμ (το Peaky Blinders: Mastermind, που είναι διαθέσιμο από το 2020), ένα immersive σόου (το Peaky Blinders: The rise, που παρουσιάστηκε στον χώρο The Camden Garrison στο Βόρειο Λονδίνο, από το καλοκαίρι του 2022 έως την άνοιξη του 2023) και σε μια χοροθεατρική παράσταση, την Peaky Blinders: The redemption of Thomas Shelby, που φέρει την υπογραφή της ομάδας Ραμπέρ (δηλαδή των περίφημων πρώην μπαλέτων Ραμπέρ) και η οποία παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο Λονδίνο το 2022 και, μετά από τουρ σε διάφορες πόλεις, φέτος θα βρίσκεται σε περιοδεία στην Κίνα. Η αλήθεια, πάντως, είναι πως η σειρά, παρά το τεράστιο impact της, δεν δημιούργησε ένα φαινόμενο τόσο μαζικό για την παγκόσμια ποπ κουλτούρα όπως έκαναν άλλες που προβλήθηκαν στο Netflix, π.χ. το Παιχνίδι του καλαμαριού ή το Stranger Things.
Το 2018, ο τουρισμός στο Μπέρμιγχαμ είχε σημειώσει άνοδο κατά 26% σε σχέση με το 2013, δηλαδή τη χρονιά που ξεκίνησε να προβάλλεται η σειρά, παρότι μεγάλα μέρη της δεν γυρίστηκαν εκεί.
Αυτό, προφανώς, οφείλεται στο ότι το φρανσάιζ του Peaky Blinders δεν στόχευσε επιθετικά –ας μας επιτραπεί αυτή η λέξη– το πολύ νεανικό κοινό μέσα από συνεργασίες με εταιρείες προσιτής μόδας και παιχνιδιών. Όσον αφορά την τηλεθέασή του (στην οποία τη μερίδα του λέοντος κατείχε το ηλικιακό γκρουπ 18-34 ετών), δεν περιλαμβάνεται καν στις λίστες με τις πιο επιτυχημένες σειρές του Netflix, παρότι η έκτη και τελευταία του σεζόν, με το που κυκλοφόρησε, βρέθηκε στη 2η θέση του παγκόσμιου Top-10 της πλατφόρμας. Το Peaky Blinders, όπως και να το κάνουμε, ήταν αρκετά «ενήλικο», σαν να ζωντάνευε μέσα από τις σελίδες ενός ανδρικού περιοδικού. Εκτιμήθηκε για τη βίντατζ αισθητική, τις ωραίες μουσικές και την αναπαράσταση του coolness της ζωής στη «μεγάλη πόλη», που μπορεί να είναι γεμάτη επίγειες απολαύσεις και την ίδια στιγμή εφιαλτικά βίαιη και βασανιστική. Το τελευταίο ας μείνει μεταξύ μας.
Η ταινία Peaky Blinders: Ο Αθάνατος είναι διαθέσιμη για streaming στο Netflix από τις 20 Μαρτίου.

