«Πώς στο διάολο έγινα καλλιτέχνης; Κοιτάζοντας πίσω, βλέπεις πόσο συνηθισμένος ήμουν. Δεν υπήρχε τίποτα που να ξεχωρίζει σε όλη την παιδική μου ηλικία, ακόμη και στην εφηβεία. Τίποτα στο οποίο να μπορώ να σταθώ και να πω ότι με έκανε διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο παιδί τριγυρνούσε στη γειτονιά», εξηγούσε ο Τομ Γουέσελμαν (1931-2004) σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 1984 στον τεχνοκριτικό Ίρβινγκ Σάντλερ. Γεννημένος σε ένα προάστιο του Σινσινάτι την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης, ο Γουέσελμαν δεν δείχνει κανένα απολύτως ενδιαφέρον για την τέχνη. Ακολουθεί αρχικά σπουδές ψυχολογίας, επιστρατεύεται, όμως, για τον Πόλεμο της Κορέας και στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας ανακαλύπτει το ταλέντο του στο σχέδιο. Επιστρέφει στη γενέτειρά του, παίρνει πτυχίο ψυχολογίας και αρχίζει να πουλά τα πρώτα του χιουμοριστικά σκίτσα σε περιοδικά. Το 1956 πηγαίνει στη Νέα Υόρκη, γράφεται στη σχολή Cooper Union και αρχίζει να επισκέπτεται τα μουσεία. Τον συνεπαίρνουν τα έργα του Μάδεργουελ και του ντε Κούνιγκ –είναι η εποχή του αφηρημένου εξπρεσιονισμού–, ωστόσο εκείνος παίρνει αντίθετη κατεύθυνση και αποφασίζει να στραφεί στην παραστατική ζωγραφική.

Το 1961 ξεκινά μια σειρά περίπου εκατό αριθμημένων έργων με τίτλο Τhe Great American Nude. Αυτό το σώμα δουλειάς, που ολοκληρώθηκε το 1973, τον καθιερώνει και του χαρίζει μια θέση ανάμεσα στις ηγετικές φυσιογνωμίες του κινήματος της ποπ αρτ, όμως ο ιδιοσυγκρασιακός καλλιτέχνης εναντιώνεται σε αυτή την κατάταξη. «Δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες γενικά, και η ποπ ειδικότερα», δηλώνει. Σε αντίθεση με άλλους πρεσβευτές του νεοϋορκέζικου ρεύματος, διακηρύσσει σε κάθε τόνο ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι συμβολισμοί ή οι αφηγήσεις γύρω από τα αντικείμενα, αλλά μόνο η αισθητική ένταση των πραγμάτων, η οπτική τους δύναμη.
Κανείς, ωστόσο, δεν δίνει σημασία όταν λέει ότι δεν τον ενδιαφέρει η κοινωνική και πολιτική σάτιρα και πως ασχολείται με την Αμερική γιατί εκεί ζει. Αυτό είναι το υλικό του –οι διαφημίσεις, οι εφημερίδες, τα βενζινάδικα, τα diners, οι πρόεδροι της Αμερικής, η αστερόεσσα–, άρα με αυτά κατασκευάζει εικόνες της σύγχρονης αμερικανικής ζωής. Οι περισσότεροι επιμένουν να «διαβάζουν» τον τίτλο Τhe Great American Nude ως ένα σχόλιο για την αμερικανική ταυτότητα, καθώς διακρίνουν ένα νήμα με το Great American Novel. Ο ίδιος ο Γουέσελμαν αντιμετωπίζει αυτή την ερμηνεία με επιφυλακτικότητα. Όπως εξηγεί ο Τζέφρι Στέρτζες, υπεύθυνος εκθέσεων στο Estate of Tom Wesselmann, ο τίτλος γεννήθηκε μάλλον από το χιούμορ του καλλιτέχνη και την προηγούμενη εμπειρία του ως γελοιογράφου. Σε μονογραφία του το 1980, ο Γουέσελμαν θυμόταν ότι η ιδέα προέκυψε έπειτα από ένα όνειρο με τα χρώματα της αμερικανικής σημαίας –κόκκινο, λευκό και μπλε– και ότι σχεδόν αμέσως αποφάσισε να οργανώσει τα γυμνά γύρω από αυτό το θέμα.

Η στιγμή της σεξουαλικής αφύπνισης
Το πρώτο έργο της σειράς Τhe Great American Nude, που συνδυάζει κολάζ και ζωγραφική, βρίσκεται στον πυρήνα της έκθεσης Tom Wesselmann: Seascapes, Still Lifes, and Nudes, της πρώτης ατομικής παρουσίασης του καλλιτέχνη στην Ελλάδα, στην αθηναϊκή Gagosian. Έχει σημασία αυτό το έργο για δύο λόγους: πρώτον, γιατί πολλοί θεωρούν ότι αυτή η σειρά έρχεται ως απάντηση στις Women του Ντε Κούνινγκ και δείχνει πού μπορεί να οδηγήσει η έμπνευση όταν επιτρέπεις στον εαυτό σου να απομακρυνθεί από τις κυρίαρχες τάσεις – θα μπορούσε, άλλωστε, εύκολα να είχε παρασυρθεί από την απήχηση του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Και δεύτερον, γιατί φανερώνει πόσο αποφασισμένος ήταν να χαράξει τον δικό του δρόμο ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της ποπ αρτ.
Έτσι, ενώ άλλοι καλλιτέχνες της ποπ αρτ, όπως ο Γουόρχολ, ο Λιχτενστάιν, ο Όλντενμπεργκ και ο Τιεμπό, στρέφονταν στα αντικείμενα της καταναλωτικής κουλτούρας –κονσέρβες, κόμικς, γιγαντιαία καθημερινά αντικείμενα–, ο Γουέσελμαν επέμενε στη μορφή και στο γυμνό, επαναφέροντας στο κέντρο της ποπ ζωγραφικής ένα από τα πιο κλασικά θέματα της ιστορίας της τέχνης, σε διάλογο με μια παράδοση που εκτείνεται από τον Τιτσιάνο έως τον Ανρί Ματίς. Και βέβαια δεν έκανε τη χάρη στα μέσα και στους κριτικούς να επιβεβαιώσει αναγνώσεις περί εμπορευματοποίησης της επιθυμίας ή αντικειμενοποίησης του γυναικείου σώματος. «Δεν ζωγράφιζα γυμνά, ζωγράφιζα την Κλερ. Ήταν η δική μου ανακάλυψη του ενήλικου σεξ», έλεγε ο ίδιος, αναφερόμενος στη σύντροφο και μετέπειτα σύζυγό του. Ο Τζέφρι Στέρτζες σημειώνει ότι, «παρότι η διαδικασία ξεκίνησε από μια προσωπική, οικεία στιγμή, ο Γουέσελμαν ενσωμάτωσε έντυπες εικόνες και καθημερινά υλικά για να κατασκευάσει το περιβάλλον γύρω από τη μορφή, τοποθετώντας το σώμα μέσα σε μια φαντασιακή εκδοχή της σύγχρονης ζωής, έναν “θεωρητικά πραγματικό κόσμο”». Τα Great American Nudes δεν ξεκινούν, λοιπόν, από μια αφηρημένη ιδέα, αλλά από μια προσωπική εμπειρία: τη δική του στιγμή σεξουαλικής αφύπνισης που μετεγγράφεται σε εικόνα μέσα από την οπτική κουλτούρα της εποχής.

«Το έργο μου αφορά απλώς τη γύμνια»
Παρ’ όλες τις θεωρητικές τοποθετήσεις, η γύμνια στο έργο του Γουέσελμαν δεν έπαψε να προκαλεί συζητήσεις. Σήμερα, στο πλαίσιο των σύγχρονων συζητήσεων για το ανδρικό βλέμμα και την αναπαράσταση του γυναικείου σώματος, το έργο του επανεξετάζεται συχνά, με μεγαλύτερη κριτική διάθεση. Ο ίδιος, πάντως, απέρριπτε τις αναγνώσεις που έβλεπαν στο έργο του μια προκλητική ερωτική διάσταση. «Στην πραγματικότητα, όλο μου το έργο αφορά απλώς τη γύμνια. Αυτό είναι όλο. Σχεδόν οτιδήποτε έχω κάνει που θεωρείται ερωτικό είναι απλώς γυμνό», έλεγε χαρακτηριστικά, επιμένοντας ότι ο ερωτισμός που αποδίδεται συχνά στα έργα του δεν ήταν παρά η προβολή των θεατών σε αυτό που έβλεπαν.
Η έμφαση στη μορφή γίνεται ακόμη πιο εμφανής στα έργα που ακολουθούν τα επόμενα χρόνια. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Γουέσελμαν αρχίζει να απομονώνει μέρη του σώματος –ένα πόδι, ένα στόμα ή ένα στήθος– τοποθετώντας τα μέσα σε έντονες χρωματικές ζώνες που παραπέμπουν στον ουρανό, στη θάλασσα και την άμμο. Όπως εξηγούσε ο ίδιος, «πλησίασα πολύ την εικόνα ώστε να μπορέσουν όλα να αλλάξουν κλίμακα», μετατρέποντας το ανθρώπινο σώμα σε βασικό μορφοπλαστικό στοιχείο της σύνθεσης.

Στο έργο Seascape #24 (1967-71), το γυναικείο στήθος υπονοείται μάλιστα μέσω της απουσίας του. «Όπως μπορεί να συμβεί και σε μια ηλιόλουστη παραλία», έγραφε ο ίδιος, «η σάρκα χάνεται σε αυτή τη στιγμή επίγνωσης που το βλέμμα στρέφεται στο βάθος, προς τον ήλιο. Ωστόσο η θηλή παραμένει στοιχείο της σύνθεσης χάρη στο χρώμα, στη μορφή και στη σημασία της ως σημείου εστίασης». Σύμφωνα με τον Στέρτζες, η θραυσματοποίηση αυτή αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την αφαίρεση. Απομονώνοντας ένα πόδι ή ένα άλλο μέρος του σώματος, ο καλλιτέχνης μειώνει τη μορφή σε ένα θραύσμα, μετατρέποντάς τη σε μια απλουστευμένη εικόνα που πλησιάζει την αφηρημένη ζωγραφική. Ταυτόχρονα, η μεγέθυνση ενός μεμονωμένου στοιχείου και η απουσία του υπόλοιπου σώματος μεταβάλλουν την εμπειρία του θεατή, καλώντας τον να συμπληρώσει νοητά ό,τι δεν φαίνεται.
Η εικονογραφία των έντονων κόκκινων χειλιών στη σειρά Mouth έχει συχνά συγκριθεί με το διάσημο λογότυπο των Rolling Stones, χωρίς ωστόσο η σχέση αυτή να έχει τεκμηριωθεί ιστορικά.
Παρότι το όνομά του δεν είναι από τα πρώτα που έρχονται στον νου όταν σκέφτεται κανείς τους εκπροσώπους της ποπ αρτ, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί κανείς το αποτύπωμα του Τομ Γουέσελμαν. Η εικονογραφία των έντονων κόκκινων χειλιών στη σειρά Mouth έχει συχνά συγκριθεί με το διάσημο λογότυπο των Rolling Stones, χωρίς ωστόσο η σχέση αυτή να έχει τεκμηριωθεί ιστορικά. Το ίχνος του διακρίνεται και στον τρόπο με τον οποίο μεταγενέστεροι καλλιτέχνες, όπως ο Τζεφ Κουνς ή η Μπάρμπαρα Κρούγκερ, χειρίζονται την εικόνα της μαζικής κουλτούρας. Παρ’ όλα αυτά, η θέση του στο «χρηματιστήριο» της τέχνης παραμένει εντυπωσιακά χαμηλότερη από εκείνη των συνοδοιπόρων του: ενώ έργα του Γουόρχολ έχουν φτάσει τα 200 εκατομμύρια δολάρια και του Λιχτενστάιν ξεπερνούν τα 50, ένα μεγάλο έργο του Γουέσελμαν σπάνια υπερβαίνει τα λίγα εκατομμύρια. Και όμως, η ιστορία της ποπ αρτ δύσκολα μπορεί να γραφτεί χωρίς αυτόν.
Η έκθεση Tom Wesselmann: Seascapes, Still Lifes, and Nudes θα διαρκέσει από τις 17 Μαρτίου έως τις 30 Μαΐου στην γκαλερί Gagosian, Αναπήρων Πολέμου 22, gagosian.com

