«Α, μα εσένα σε ξέρω, σε θυμάμαι, είχαμε δει μαζί στο Λονδίνο το West Side Story. Πόσα χρόνια πάνε; Δεκαοκτώ; Πέρασαν κιόλας τόσα χρόνια; Τι λες, βρε παιδί μου…». Ευθυτενής, ευδιάθετος και με απίστευτη μνήμη –όπως θα διαπιστώσω αργότερα κάνοντας fact-checking τις χρονιές που κυκλοφόρησαν οι ταινίες που μου ανέφερε–, ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης αποτελεί μια κινητή εγκυκλοπαίδεια κινηματογράφου. Ευρέως γνωστός από τις τηλεοπτικές εκπομπές που παρουσίαζε επί σειρά ετών στο Mega, στην ΕΡΤ και στο Seven X τη δεκαετία του 1990, άρχισε να δημοσιογραφεί πριν από ακριβώς μισό αιώνα: το 1976, στην εφημερίδα Εστία, όσο ακόμη ήταν πρωτοετής στη Νομική, την οποία παράτησε. Οι κριτικές κινηματογράφου ήρθαν μερικά χρόνια αργότερα, ενώ ταυτίστηκε με τις ανταποκρίσεις από τα Όσκαρ, καθώς μέχρι σήμερα είναι ο μόνος δημοσιογράφος από την Ελλάδα που έχει προσκληθεί από την ακαδημία επί είκοσι μία συνεχείς χρονιές: από το 1989 έως το 2010. Το τι κράτησε από όλες αυτές τις διοργανώσεις, αλλά και ο ξεχωριστός τρόπος που προσλαμβάνει και μεταφέρει τα μυστικά της μεγάλης οθόνης στους σινεφίλ αποτυπώνονται στο πρώτο του βιβλίο, με τίτλο Όσκαρ, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πεδίο και περιλαμβάνει κείμενα σαν αυτά που γράφει στο προσωπικό του σάιτ, το Pantimo.gr, μετά τη συνταξιοδότησή του, το 2014. Οι ιστορίες που μας αφηγήθηκε, με αυτή την αφορμή, μέσα στις τρεις ώρες που περάσαμε στο γεμάτο βιβλία σαλόνι του, ήταν πολλές. Ακολουθούν οι καλύτερες.

Αστρολογία, ποδόσφαιρο, σινεμά
Με ενδιαφέρει η αστρολογία, αμέ! Είμαι Καρκίνος. Θα σου πω και άλλα στοιχεία. Έχω ωροσκόπο Παρθένο, Σελήνη στον Κριό, που μπορεί να τα κάνει όλα μπάχαλο άμα λάχει, και τρία λιοντάρια: Ερμή, Αφροδίτη, Άρη. Και με το ποδόσφαιρο ασχολούμαι! Έχω πάει στο εξωτερικό για να δω τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλου το 2006, παρέα με τον ανιψιό μου, που τότε πήγαινε Λύκειο. Ως ιταλόφιλος, είχα πει πως αν φτάσει ξανά η Ιταλία στον τελικό, θα πάω να δω τον αγώνα λάιβ. Πρόσεξε, όμως! Ο τελικός γινόταν στο Βερολίνο, αλλά εγώ πήγα στη Ρώμη, για να ζήσω με τους Ιταλούς την εμπειρία, η οποία ήταν συγκλονιστική. Ποιος Φελίνι; Ποια Ντόλτσε βίτα; Είχαν στήσει γιγαντοοθόνες στο Τσίρκο Μάσιμο και ήταν όλη η πόλη εκεί. Όταν, δε, νίκησε η Ιταλία, στον θρίαμβο, η Βία ντελ Κόρσο –πραγματικά δεν το πίστευα– ήταν ολόιδια ένα πλάνο του Φελίνι από τη Ρόμα. Εκείνο προς το τέλος της ταινίας, που βγαίνουν οι μοτοσικλετιστές για να κάνουν τον γύρο της Ρώμης και τους ακολουθεί η κάμερα. Και το θέατρο μου αρέσει πολύ. Η διαφορά από τον κινηματογράφο στη σχέση μου με το θέατρο είναι ότι χωρίς κινηματογράφο δεν ζω, είναι η εμμονή μου. Αν δεν με απορροφούσε τόσο πολύ το σινεμά, σε μια άλλη ζωή θα ήθελα να είχα γίνει ιστορικός. Χωρίς να ξέρω, βέβαια, δεν πιστεύω σε άλλες ζωές. Εδώ γίνεται ό,τι είναι να γίνει. Κι αν το άλφα και το ωμέγα της ζωής μας είναι δοσμένα, που το πιστεύω αυτό, εμείς κάνουμε κουμάντο από το βήτα μέχρι το ψι.
Οι σταρ και οι άλλοι
Η πρώτη ταινία που είδα στη ζωή μου ήταν η Μουσίτσα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Η Αλίκη ήταν σταρ. Κι εμένα ο σταρ με ενδιαφέρει ως σταρ, ο ρολίστας ως ρολίστας, ο καρατερίστας ως καρατερίστας. Η Αλίκη, λοιπόν, ήταν μια σταρ που όμοιά της δεν έγινε ούτε θα ξαναγίνει. Μόνο ως σταρ μπορεί να κριθεί και οι ερμηνείες της μόνο στη βάση του star performance μπορούν να αξιολογηθούν. Υπάρχει το star performance όπου ο σταρ χρησιμοποιεί τις ταινίες απλώς και μόνο για να προβάλει την ιδιοσυγκρασία του, οπότε φροντίζει να είναι ανάλογες – είτε ελαφρές είτε και πιο σοβαρές. Και υπάρχει και το star performance όπου ο σταρ κάνει ταινίες για να πει «και τώρα θα με δείτε ως ηθοποιό». Αυτό το έκανε η Αλίκη, όπως το έκανε και η Ελίζαμπεθ Τέιλορ στο Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;. Πέρασε κι αυτή αμφισβητήσεις, έπαιξε ρόλους μέσα από τους οποίους εμπλούτιζε τη σταρ προσωπικότητά της. Κάποια στιγμή, που τους έπαιξε κάπως καλά στα έργα του Τενεσί Ουίλιαμς [σ.σ. στο Ξαφνικά, πέρυσι το καλοκαίρι και στη Λυσσασμένη γάτα], θεώρησε και η ίδια ότι έπρεπε να πάρει Όσκαρ. Δεν της το έδωσαν γι’ αυτές τις ταινίες. Το πρώτο της το πήρε για star performance, στο Ζήσαμε στην αμαρτία. Κι όταν το πήρε ως ηθοποιός ηθοποιός, στο Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;, εκείνη συμπεριφέρθηκε με τα καπρίτσια των σταρ, του τύπου «αφού σταρ με θέλετε, θα σας κάνω κι εγώ τα της σταρ». Δεν πήγε καν στην απονομή. Πήγε στο Παρίσι με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, γιατί το publicity, που το ήξερε πολύ καλά ως σταρ, έπρεπε να επισημάνει αυτό το πράγμα: «Τώρα που είμαι ηθοποιός, θα πάω στο Παρίσι».

Κόλλημα με τον Γκάρι Κούπερ και τα Όσκαρ
Μικρός, είχα ταυτιστεί με τον Γκάρι Κούπερ. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών τον είδα πρώτη φορά στο Τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές, όπου έπαιζε εκείνο τον περήφανο καουμπόι που καθάριζε μόνος του την πόλη από το κακό. Άχου, εκείνη η σκηνή που πετάει το αστέρι του σερίφη! Είπα: «Τέτοιος θέλω να είμαι!». Από πιτσιρίκι ασχολούμουν και με τα Όσκαρ. Κάποια πράγματα μου είχαν κάνει εντύπωση. Όπως το ότι εδώ το Ζ του Γαβρά είχε απαγορευτεί από τη χούντα, αλλά οι Αμερικανοί τού έδωσαν Όσκαρ, όπως και στον Τζορτζ Σκοτ για το Πάττον, ο θρύλος της Νορμανδίας, παρότι έβριζε την ακαδημία. Τότε, ο πρόεδρός της είχε πει, όπως είχα διαβάσει στις εφημερίδες, πως δεν βράβευσαν τον κύριο Σκοτ, αλλά την ερμηνεία του. Αυτό, αργότερα, με καθόρισε ως κριτικό: το να μην παρασύρομαι από συμπάθειες και αντιπάθειες. Επίσης, θυμάμαι την Τζέιν Φόντα υποψήφια για Όσκαρ, για την Εξαφάνιση. Ήταν η εποχή που έτρεχε στο Βιετνάμ και στην πατρίδα της υπήρχαν άνθρωποι που ζητούσαν να της αφαιρεθεί η αμερικανική υπηκοότητα. Εγώ, που ήμουν ερωτευμένος μαζί της, είχα φοβερή αγωνία για το αν θα το πάρει. Το έσκασα, λοιπόν, από το σπίτι μου την επομένη της απονομής, για να πάω στα γραφεία των Νέων να προλάβω την πρωινή τους έκδοση και να δω τι είχε γίνει τελικά [το κέρδισε] – δεν μπορούσα να κοιμηθώ το βράδυ.
Επάγγελμα δημοσιογράφος
Δεν έκανα άλλο επάγγελμα στη ζωή μου, μόνο αυτό. Σε όλα τα μέσα. Με βάση την εφημερίδα –η μισή μου επαγγελματική ζωή ήταν στον ΔΟΛ και η άλλη μισή στον Ελεύθερο Τύπο– και τα περιοδικά, δοκιμάστηκα και στα άλλα. Τηλεόραση έκανα ένα συγκεκριμένο διάστημα, μετά την άφησα εντελώς. Έκανα τις Εικονομαχίες, την εκπομπή Ο Παναγιώτης και ο Γιώργος πάνε σινεμά με τον Γιώργο Τζιώτζιο [σ.σ. τον κριτικό κινηματογράφου και πρώτο διευθυντή του περιοδικού Σινεμά, ο οποίος απεβίωσε το 2010] και τους Cineνοχους, που απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι αυτοί είναι που έμειναν στον κόσμο. Ναι! Η τηλεόραση μου έδωσε προβολή, που στα άλλα μέσα δεν την είχα. Μου συνέβη το ίδιο πράγμα που συμβαίνει σε κάποιους ηθοποιούς που γίνονται γνωστοί από τον κινηματογράφο, αλλά εκείνοι προτιμούν να δουλεύουν στο θέατρο. Τη Βίβιαν Λι –διαβάζω μια βιογραφία της τώρα– όλοι την ξέρουμε ως σταρ του σινεμά επειδή έκανε δύο θριάμβους, το Όσα παίρνει ο άνεμος και το Λεωφορείον ο πόθος. Ενδιάμεσα, όμως, όλη της η δουλειά και η επιθυμία ήταν να είναι stage actress. Έτσι κι εμένα μου άρεσε περισσότερο το γράψιμο, να δουλεύω στα έντυπα. Έκανα και ραδιόφωνο, στον Top FM του Λαμπράκη, που ήμουν τότε σε όλα του τα μαγαζιά. Αλλά και στην ΕΡΤ, στο Δεύτερο Πρόγραμμα, το Πορτοκαλί ρουμπίνι, που έκανε επιτυχία και κράτησε κάποια χρόνια. Όλα αυτά από τη δεκαετία του 1990 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Το σινεμά από τους ανθρώπους του
Όταν μου ανοίχτηκε μια πόρτα για να δουλεύω γύρω από το σινεμά μέσω της δημοσιογραφίας, δεν ήθελα να μάθω τη δουλειά από θεωρητικούς και κριτικούς – παρότι έγινα κριτικός, γιατί δεν είχα άλλο τρόπο να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Ήθελα να δω πώς γίνονται οι ταινίες. Από ένστικτο, θεωρούσα ότι δεν γίνεται να γράφεις κριτική σε κάτι που δεν γνωρίζεις πώς γίνεται. Άρχισα, λοιπόν, και μάθαινα το σινεμά μέσα από τους ανθρώπους που το έκαναν – σκηνοθέτες, μοντέρ κ.ά. Πάλι από ένστικτο γνώριζα ότι το σινεμά είναι συλλογική δουλειά. Αυτή ήταν η θέση, η αντίληψή μου. Όταν το 1989 με κάλεσε πρώτη φορά η ακαδημία και στη συνέχεια με έκανε μόνιμο καλεσμένο, αυτό έγινε επειδή γνώριζαν ότι τον καθένα τον ρωτούσα πράγματα για τη δουλειά του. Είχαν δει πως δεν ήμουν ένας wannabe που ήθελε να πηγαίνει στα Όσκαρ για να δει τους σταρ.
Υποκριτική για μοντέρ
Ένα μαγικό πράγμα που νοσταλγώ από την περίοδο που βρισκόμουν στις τελετές των Όσκαρ, είναι αυτές οι συγκλονιστικές συζητήσεις που έκανα με άτομα διαφόρων ειδικοτήτων για τα έργα και τους ηθοποιούς που ήταν υποψήφιοι. Ακόμα και αν πολλοί δεν μου έλεγαν τι ψήφισαν, γιατί ήθελαν να το κρατήσουν κρυφό, μου έκαναν τις αναλύσεις τους. Ήταν καταπληκτικό το πόσο διαφορετικά έβλεπαν τα πράγματα τα μέλη της ακαδημίας ανάλογα με τη δουλειά τους. Ο μοντέρ Ρόμπερτ Τζόουνς, ας πούμε, που είχε πάρει Όσκαρ σεναρίου για τον Γυρισμό του 1978 με την Τζέιν Φόντα και τον Γιον Βόιτ –του έδωσαν credit στο σενάριο γιατί, ως μοντέρ, έκανε διόρθωση όταν οι άλλοι δύο που το έγραφαν, μπλόκαραν–, μου είχε πει ότι δεν ψήφισε την Τζούντι Ντεντς –που εγώ τη θαύμαζα και ήθελα να πάρει το Όσκαρ το 1998 για την ερμηνεία της στη Μεγαλειοτάτη κυρία Μπράουν– επειδή έπαιζε μετωπικά, όπως οι περισσότεροι ηθοποιοί του θεάτρου. «Για μένα», μου είχε ξεκαθαρίσει, «αυτό είναι ολέθριο παίξιμο, γιατί δεν έχεις από πού να κόψεις για να φτιάξεις μια σκηνή, δεν μπορείς να μοντάρεις ταινία». Αντί αυτής, λοιπόν, είχε ψηφίσει την Έλεν Χαντ για την ερμηνεία της στο Καλύτερα δεν γίνεται με τον Τζακ Νίκολσον, διότι όταν παρατηρούσε πώς έπαιζε, καταλάβαινε ότι η Χαντ είχε απόλυτη συναίσθηση της κάμερας. Απ’ όπου κι αν την έκοβε, θα του την έβγαζε τη σκηνή. Για τον μοντέρ, αυτό είναι το σωστό παίξιμο, κατάλαβες;

Όσκαρ και πανεπιστήμιο
Την πρώτη χρονιά που πήγα στα Όσκαρ, κέρδισε ο Άνθρωπος της βροχής. Πήγαινα πάντα στις πρεμιέρες αλλά και στις προβολές που διοργάνωναν τα σωματεία των ηθοποιών, των τεχνικών κ.ά. Άκου τώρα να δεις τι έγινε. Πολλοί απ’ όσους γνώριζα σε αυτές τις προβολές είχαν πανεπιστημιακές έδρες. Από τις συζητήσεις που κάναμε καταλάβαιναν πόσο με ενδιέφερε το σινεμά και άρχισαν να μου δίνουν συστατικές επιστολές για να πηγαίνω και να παρακολουθώ τα courses που παρέδιδαν στο πανεπιστήμιο, κάτι που αποδείχθηκε λαχείο στη ζωή μου. Επειδή είχα δημιουργήσει επαφές και έβγαζα θέματα και για το καθημερινό και για το κυριακάτικο φύλλο της εφημερίδας, αλλά και για τα περιοδικά, κατάφερνα κάθε φορά να μένω περισσότερο στην Αμερική για να πηγαίνω στα courses – και τη δουλειά που έπρεπε να κάνω εδώ την έστελνα από εκεί. Μου έβγαινε η Μεγαλόχαρη, όπως καταλαβαίνεις, αλλά το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ.
Ο Αριστοτέλης
Έτσι, σιγά σιγά, άρχισα να κατανοώ τα μυστικά της δημιουργίας και την έννοια της «ακαδημίας». Τολμώ να πω ότι στην Αμερική, μέσω της ακαδημίας, προσέγγισα την Ποιητική του Αριστοτέλη. Πρέπει να είμαστε εργοκεντρικοί, λέει ο Αριστοτέλης· όχι ποιητοκεντρικοί. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κοιτάμε το έργο. Στα courses που πήγαινα, επίσης, άκουσα κάτι που με ταρακούνησε. Πως όταν βρεθείς σε αδιέξοδο, είτε στην απόδοση του ρόλου σου ως ηθοποιός είτε όταν γράφεις ένα κείμενο, πρέπει να γυρίσεις πίσω στο σενάριο, στο έργο – διότι αυτό θα σε οδηγήσει στη λύση. Το «go back to the script» μού θύμισε το «go back to the corpse» που μαθαίναμε στην Εγκληματολογία, στη Νομική. Αυτό με δόνησε. Εκεί κατάλαβα ότι κι εμένα με ενδιέφερε το έργο. Μέχρι τότε, στην Ελλάδα υπήρχαν κάτι «περισπούδαστες φυσιογνωμίες» που σου έλεγαν να αναλύεις τη θέση του δημιουργού και το τι θέλει να πει ο ποιητής. Ποιος ξέρει τι θέλει να πει ο ποιητής; Ούτε ο ίδιος δεν ξέρει! Καθ’ οδόν τα βρίσκει όλα. Κι εσύ ποιος είσαι –όποιος κι αν είσαι– που θα μιλήσεις εκ μέρους του; Δουλειά του κριτικού είναι να μιλήσει για το έργο που είδε.

Το «πόρισμα» κάθε χρονιάς
Ποια ταινία θέλω να πάρει φέτος το Όσκαρ; Τώρα είναι που θα μπούμε στο ψητό! Αυτό το «ποιος θέλω να κερδίσει» το έχω σχεδόν χάσει, για έναν πολύ απλό λόγο: Αφού μπήκα στη φιλοσοφία της ακαδημίας, το μόνο που άρχισε να με ενδιαφέρει ήταν το να δω τι αποφαίνονται αυτοί οι έντεκα χιλιάδες αριστείς όλων των ειδικοτήτων που ψηφίζουν και να βγάλω το «πόρισμα». Ξεσηκώνομαι κάθε χρονιά για τα Όσκαρ, λοιπόν, αλλά δεν έχω αγωνία για τους νικητές. Δεν με ενδιαφέρει η επιβράβευση του δικού μου γούστου, του δικού μου Εγώ – δεν το έχω αυτό το «πώς είναι δυνατόν αυτό που αρέσει σ’ εμένα αυτοί να μη μου το βραβεύουν». Θα ακούσεις να λένε «φέτος είναι δίκαια τα Όσκαρ, πέρυσι ήταν άδικα». Μα, με τους ίδιους κανόνες εξετάζονται οι υποψηφιότητες εδώ και σχεδόν εκατό χρόνια. Οι κανόνες είναι ίδιοι. Απλώς, όταν ανταποκρίνεται το αποτέλεσμα στο γούστο μας –που είναι ιερό πράγμα, δεν λέω–, πιστεύουμε ότι είναι δίκαια. Σε αυτόν τον διαχωρισμό γούστου και κριτηρίου με βοήθησε και η ψυχοθεραπεία που έκανα, επί τριάντα χρόνια ακριβώς. Ξεκίνησα σε πολύ νεαρή ηλικία, από μόνος μου, από διαίσθηση. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν ξεκίνησα να έχω πολλή δουλειά, μου βγήκαν στην επιφάνεια φοβίες, τις οποίες είχα από πριν. Είπα, λοιπόν, να καθίσω να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά. Στα κρυφά έκανα ψυχοθεραπεία. Σε ποιον το έλεγες τότε ότι πας σε ψυχίατρο; Έπειτα μαθεύτηκε. Κι έπειτα έμαθα να το λέω κι εγώ.

Στενοχώριες
Μανούλα μου, δεν υπάρχουν ταινίες που να είναι φτιαγμένες για Όσκαρ. Αυτά είναι δημοσιογραφικά κατασκευάσματα. Κανείς δεν ξέρει τη συνταγή και τα λοιπά, αυτά είναι αυτωνών που τα γράφουν. Δεν γίνεται έτσι το σινεμά. Πάντως, απ’ όταν είχα ακόμη αγωνία για να κερδίσει κάποια ταινία ή ένας ηθοποιός του γούστου μου, θυμάμαι ότι ήθελα πάρα πολύ να πάρει το Όσκαρ ο Στίβεν Σπίλμπεργκ για τη Λίστα του Σίντλερ. Πριν αρχίσω να πηγαίνω στα Όσκαρ, είχα στενοχωρηθεί φοβερά για τη Σκυλίσια μέρα με τον Αλ Πατσίνο. Για τον Πατσίνο στενοχωρήθηκα και για τον δεύτερο Νονό. Αργότερα κατάλαβα γιατί δεν το πήρε. Γιατί σε όλη την ταινία είχε ένα ύφος. Δεν άλλαζε τίποτα. Από τις φετινές ταινίες, του γούστου μου, επειδή είμαι «σεναριάκιας», θα σου έλεγα ότι είναι το Μια μάχη μετά την άλλη. Συγχρόνως, με εντυπωσιάζει αυτό που γίνεται στους Αμαρτωλούς, το πώς παντρεύονται τα είδη και γίνονται ένα. Σαν τρίτη θα έβαζα τη Συναισθηματική αξία, που έχει αυτό το μεστό πράγμα, το καθαρά σεναριακό. Με αυτές τις τρεις ταινίες εγώ είμαι καλυμμένος, χορταίνω ως γούστο – παρότι μπαίνει και το κριτήριο μέσα.
«Δεν υπάρχουν ταινίες που να είναι φτιαγμένες για Όσκαρ. Αυτά είναι δημοσιογραφικά κατασκευάσματα. Κανείς δεν ξέρει τη συνταγή».
«Καλό μοντάζ!»
Ναι, μωρέ. Φέτος, απ’ όταν ξεκίνησα να γράφω, κλείνω μισό αιώνα, πενήντα χρόνια. Τι έμαθα; Τα πάντα! Υπέροχα πράγματα, καλέ! Όλα αυτά που σου λέω. Το βιβλίο, κατά κάποιον τρόπο, ξεκίνησε να γράφεται απ’ όταν έκανα τις κριτικές. Στις εφημερίδες δεν μπορούσα να γράψω όλα όσα ήθελα, όχι γιατί με λογόκρινε κανείς, αλλά διότι ο χώρος ήταν περιορισμένος. Αυτά λοιπόν που δεν δημοσίευα, τα μάζευα, τα εξέλιξα και έγιναν το Όσκαρ. Κατά τα άλλα, τώρα που παίζω την τρίτη πράξη του έργου μου στη ζωή, την απολαμβάνω και θέλω να είναι ωραία. Αισθάνομαι απέραντη ευγνωμοσύνη για όλο αυτό που μου παρουσιάστηκε, γιατί θα μπορούσε και να μην είχε έρθει. Σε ζάλισα λίγο; Καλά κουράγια. Καλό μοντάζ!
Το βιβλίο Όσκαρ του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο. Περισσότερα κείμενά του μπορεί κανείς να διαβάσει στο προσωπικό του σάιτ Pantimo.gr.

