Γιατί η επιστήμη ξέχασε τις γυναίκες

Από τον Αριστοτέλη, τον Ιπποκράτη και τη θεωρία της «πλανώμενης υστέρας» μέχρι τα σύγχρονα πρωτόκολλα στις κλινικές μελέτες, η γυναίκα έχει υπάρξει μάλλον κομπάρσος στην ιατρική επιστήμη. Σιγά σιγά κάτι αλλάζει

γιατί-η-επιστήμη-ξέχασε-τις-γυναίκες-564120148 Το 1890, οι φοιτητές ιατρικής στη Βιέννη είναι μόνο άνδρες, που εκπαιδεύονται από άνδρες σε ανδρικά σώματα. (Φωτογραφία: brandstaetter/ Getty Images/ Ideal Image)
Το 1890, οι φοιτητές ιατρικής στη Βιέννη είναι μόνο άνδρες, που εκπαιδεύονται από άνδρες σε ανδρικά σώματα. (Φωτογραφία: brandstaetter/ Getty Images/ Ideal Image)
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Είναι ιδέα σας, δεν έχετε τίποτα, είστε υγιέστατη». Παρόμοιες απαντήσεις, αντί μιας ενδελεχούς ιατρικής εξέτασης και μιας επιστημονικής ερμηνείας, λαμβάνουν συχνά ως απάντηση οι γυναίκες ασθενείς όταν μεταφέρουν στους γιατρούς τους ανεξήγητες σωματικές οχλήσεις. Τις αντιμετωπίζουν ως «υπερβολικές», «υπερευαίσθητες» ή ακόμα και «υστερικές». Από πού πηγάζει αυτή η στάση; Είναι αποτέλεσμα μιας βαθιά ριζωμένης προκατάληψης ή ενός κενού γνώσης γύρω από τη γυναικεία υγεία; Αναζητήσαμε τις απαντήσεις συνομιλώντας 
με επιστήμονες διαφορετικών ειδικοτήτων.

Η ιστορία μιας μακραίωνης προκατάληψης

Οι ρίζες της άνισης μεταχείρισης των ασθενών εντοπίζονται στην αρχαιότητα. «Ο Αριστοτέλης στα έργα Περί ζώων γενέσως και Περί τα ζώα ιστορίαι παρουσιάζει το θηλυκό ως κατώτερο και λιγότερο τέλειο ον από το αρσενικό», λέει στο «Κ» η Μαριάννα Καραμάνου, καθηγήτρια Επιστημολογίας, Ιστορίας και Ηθικής της Ιατρικής στο ΕΚΠΑ. Η γυναίκα παρομοιάζεται με «ατελή άνδρα», καθώς δεν είναι σε θέση να παραγάγει σπέρμα, είναι ψυχρό πλάσμα και επομένως αδύναμο και παθητικό, σύμφωνα με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Στα Πολιτικά του ο Αριστοτέλης πάει ένα βήμα παρακάτω, διακηρύσσοντας ότι η φύση έχει ορίσει το αρσενικό να «άρχει» και το θηλυκό να «άρχεται». Η επίδραση του Αριστοτέλη στη βιολογία κράτησε σίγουρα έως τον 16ο αιώνα, ενώ σε επίπεδο κοινωνικό δύσκολα μπορούμε να προσδιορίσουμε πότε έχασαν την ισχύ τους απόψεις όπως οι παραπάνω. 

Γιατί η επιστήμη ξέχασε τις γυναίκες-1
Οι φοιτητές στο Παρίσι παρακολουθούν τον καθηγητή Σαρκό όσο τους αναλύει την υστερία· στο πλάι του η «ιδανική» ασθενής, Μπλανς. (Φωτογραφία: Bettmann/ Getty Images/ Ideal Image)

Ο Ιπποκράτης τον 5ο αιώνα π.Χ. αντιμετωπίζει τη μήτρα, την «υστέρα», ως το επίκεντρο της γυναικείας υγείας. «Θεωρούσε ότι ήταν ένα ζωντανό ον μέσα σε ένα άλλο και ότι άλλαζε συνεχώς θέση· μάλιστα καθώς πήγαινε προς τα πάνω μπορούσε να προκαλέσει ασφυξία, λιποθυμικά επεισόδια ή ακόμα και υστερικές συμπεριφορές». Η πλανώμενη μήτρα παύει να κουνιέται, βρίσκει τρόπον τινά τον «προορισμό» της, όταν η γυναίκα εγκυμονεί. Οι δοξασίες και των δύο «κληροδοτούνται» στους συνεχιστές τους, όπως στον Γαληνό, δεδομένου ότι εκείνη την εποχή οι ανατομικές γνώσεις είναι ελάχιστες και οι όποιες μελέτες γίνονται σε ζώα. 

Η γένεση των «υστερικών» γυναικών 

«Συστηματικές ανατομικές μελέτες ξεκινούν τον 16ο αιώνα στην Ιατρική Σχολή της Πάντοβα της Ιταλίας», διευκρινίζει η κ. Καραμάνου. Φυσικά, τότε δεν υπήρχε η έννοια της δωρεάς ενός νεκρού σώματος στην επιστημονική έρευνα. «Αντίθετα, μάλιστα, οι ανατόμοι ήταν παράνομοι, η Εκκλησία τούς κυνηγούσε· συνέλεγαν κρυφά τις νύχτες νεκρούς από χώρους εκτελέσεων και νεκροταφεία». Εκεί κείτονται κυρίως νεκροί άνδρες. «Έτσι, το ανδρικό σώμα καθιερώθηκε ως πρότυπο της ανατομίας και αργότερα στους Άτλαντες της Ανατομίας θα βρίσκουμε πληροφορίες για το ανδρικό σώμα και μόνο για το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα». 

Στη βεβαιότητα ότι η μήτρα είναι σταθερή η επιστημονική κοινότητα καταλήγει περί τα μέσα του 19ου αιώνα, οι μη ειδήμονες ωστόσο παραμένουν πιστοί στη δοξασία της «πλανώμενης υστέρας» για πολλές ακόμα δεκαετίες. Στο μεταξύ, καθιερώνεται ο όρος της «υστερίας», μιας διαταραχής με νευρολογικού τύπου συμπτώματα, που δεν μπορούν να αποδοθούν σε καμία άλλη κλινική ιατρική αιτία. Αν και την εποχή εκείνη οι γνώσεις παραμένουν μετρημένες. «Δεν συνυπολόγιζαν, για παράδειγμα, ότι σε συγκεκριμένες ημέρες του έμμηνου κύκλου οι γυναίκες είναι πιο ευαίσθητες και ευερέθιστες», αναφέρει η κ. Καραμάνου. Σταδιακά, η υστερία όχι μόνο καθιερώνεται ως γυναικεία πάθηση αλλά συνδέεται με τη σεξουαλική στέρηση, σύμφωνα μάλιστα και με την ταξινόμηση των παθήσεων στην οποία προχώρησε τον 18ο αιώνα ο Γάλλος γιατρός Φρανσουά Μπουασιέ ντε Σοβάζ. 

Η Μπλανς Βιτμάν, η ιδανική ασθενής του πατέρα της νευρολογίας, του καθηγητή Ζαν Μαρτέν Σαρκό, έγινε αντικείμενο παρατήρησης στο νοσοκομείο Σαλπετιέρ του Παρισιού από τους μαθητές του και προπαντός από τον Ζίγκμουντ Φρόιντ. «Στις γκραβούρες της εποχής, τη βλέπουμε με ανεστραμμένες παλάμες, ενδεικτικό αναμφισβήτητα κάποιου τύπου κρίσης· δεν μπορούμε, ωστόσο, να προβούμε σήμερα σε εικασίες για την κατάσταση της υγείας της και τις αιτίες», σχολιάζει η κ. Καραμάνου. Ως συμπτώματα στα τότε επιστημονικά συγγράμματα περιγράφονται η φουσκωμένη κοιλιά, τα ψυχρά άκρα, η εναλλαγή κλάματος και γέλιου, το παραλήρημα κ.ά. Στη βικτοριανή Αγγλία, οι επιστήμονες της εποχής πρότειναν, μάλιστα, ως θεραπεία ακόμα και την… αφαίρεση της μήτρας. «Σταδιακά, προωθήθηκε η θεραπεία του πυελικού μασάζ, το οποίο έκαναν χειροκίνητα γιατροί ή μαίες με στόχο τη διέγερση των γεννητικών οργάνων και την επίτευξη του υστερικού παροξυσμού – δηλαδή του οργασμού». Η κεντρική ιδέα είναι «ότι όλα τα συμπτώματα προέρχονται από τη συμφόρηση της μήτρας, όταν αυτή δεν εκτονώνεται μέσω του σεξ, από τότε επί της ουσίας άρχισαν να κατασκευάζονται οι πρώτοι δονητές». Ιδρύθηκαν μάλιστα και ειδικές κλινικές. «Η Πηνελόπη Δέλτα, που είχε διαγνωστεί με υστερία, είχε σταλεί από την οικογένειά της σε κάποια κλινική του εξωτερικού», υπενθυμίζει η κ. Καραμάνου.

Σε τι διαφέρουμε;

Σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, πολύ συχνά οι γιατροί παρατηρούν συμπτώματα σε γυναίκες ασθενείς που δεν μπορούν εύκολα να «αποκωδικοποιήσουν». «Μια νέα γυναίκα υπέφερε από επαναλαμβανόμενες επιληπτικές κρίσεις, με συνέπεια να απαιτούνται συνεχείς αλλαγές στην αγωγή της. Αποδείχθηκε ότι τόσο η συχνότητα όσο και η ένταση των κρίσεων παρουσιάζονταν αυξημένες κατά το δεύτερο μισό του εμμηνορροϊκού κύκλου της, ο οποίος χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, και από αύξηση της έκκρισης της ορμόνης προγεστερόνης, η οποία έχει την τάση να εξουδετερώνει με κάποιον τρόπο τα αντιεπιληπτικά φάρμακα», αναφέρει ο καθηγητής Γυναικολογίας στο Τελ Αβίβ Μάρεκ Γκλέζερμαν, στο βιβλίο Φυλοειδική Ιατρική (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). «Η κατάλληλη θεραπεία για τη συγκεκριμένη γυναίκα ήταν η αύξηση της δοσολογίας των φαρμάκων της κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος», διευκρινίζει. 

Πολύ συχνά οι γιατροί παρατηρούν συμπτώματα σε γυναίκες ασθενείς που δεν μπορούν εύκολα να «αποκωδικοποιήσουν». 

Το εν λόγω περιστατικό είναι ενδεικτικό της άγνοιας γύρω από τη δράση των φαρμάκων στον γυναικείο οργανισμό. Αυτό συνδέεται με τις ορμόνες που διαφοροποιούν τα δύο φύλα, τη διαφορετική φυσιολογία και ανατομία τους. Κατά μέσο όρο, οι άνδρες έχουν μεγαλύτερο όγκο σε σύγκριση με τις γυναίκες και αποτελούνται κατά περίπου 20-30% περισσότερη μυϊκή μάζα, ενώ ταυτόχρονα είναι 8-10% ψηλότεροι από τις γυναίκες. Γι’ αυτό η αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου μπορεί να διαφέρει σημαντικά από γυναίκα σε άνδρα: άλλοτε μπορεί να μη θεραπεύει και άλλοτε να γίνεται τοξικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι γνωστό υπναγωγό φάρμακο, το οποίο παρατηρήθηκε ότι στις γυναίκες στις ΗΠΑ άφηνε ως κατάλοιπο την επόμενη ημέρα ακατανίκητη υπνηλία, η οποία είχε προκαλέσει πολλά τροχαία. Έτσι, πολλοί γιατροί  μείωσαν τη συνιστώμενη ημερήσια δόση από 10 σε 5 mg στις γυναίκες, ενώ αντίστοιχη οδηγία εξέδωσε και ο Αμερικανικός Οργανισμός Φαρμάκων.

Τα μυστήρια με τη γυναικεία καρδιά

Η συνταγογράφηση σε γυναίκες ασθενείς είναι συχνά άστοχη λόγω της απουσίας επιστημονικών δεδομένων, καθώς οι κλινικές μελέτες μέχρι πρόσφατα γίνονταν σχεδόν μόνο σε άνδρες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μας υπενθυμίζει ο Νικόλαος Σκεντέρης, ερευνητής βιολόγος, που έχει εκπονήσει το διδακτορικό του στην αλληλεπίδραση φλεγμονής και αγγειακής ασβεστοποίησης στα καρδιαγγειακά και το μεταδιδακτορικό στις διαφορές φύλου στην υγεία. «Βάσει μιας μελέτης του 1989, στην οποία συμμετείχαν 22.071 άνδρες, αποδείχθηκε ότι η λήψη ασπιρίνης λειτουργεί ως πρωτογενής πρόληψη για την καρδιά· το νέο επιστημονικό δεδομένο γρήγορα μετατράπηκε σε μια ευρεία σύσταση για όλο τον πληθυσμό. Πολλά χρόνια αργότερα και αφού δεκάδες χιλιάδες γυναίκες είχαν λάβει καθημερινά ασπιρίνη για να θωρακίσουν την υγεία της καρδιάς τους, αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν λάθος: η ασπιρίνη δεν προστατεύει τις γυναίκες από τον κίνδυνο εμφράγματος, αλλά ισχαιμικού εγκεφαλικού, σε διαφορετική μάλιστα δόση από εκείνη των ανδρών». 

Γιατί η επιστήμη ξέχασε τις γυναίκες-2
Μάθημα ανθρώπινης ανατομίας σε εκκολαπτόμενους Αμερικανούς γιατρούς με πρότυπο, φυσικά, ένα ανδρικό σώμα! (Φωτογραφία: Kirn Vintage Stock/ Getty Images/ Ideal Image)

Η γυναικεία καρδιά αποδεικνύεται ως η απόλυτη terra incognita, με συνέπεια την υποδιάγνωση των καρδιακών επεισοδίων σε γυναίκες και την πλημμελή θεραπεία τους. «Τα συμπτώματα του εμφράγματος στις γυναίκες πολλές φορές δεν συμπίπτουν με τα ευρέως αναγνωρίσιμα των ανδρών», υπογραμμίζει ο κ. Σκεντέρης. Στο 20% των γυναικών, τα εμφράγματα μπορούν να εξελίσσονται επί ώρες έως και ημέρες, ενδέχεται η ασθενής να υποφέρει από δυσκολία στην αναπνοή και ο πόνος μπορεί να αντανακλάται στον αυχένα ή στο σαγόνι. Όσες έχουν υποστεί έμφραγμα αναφέρουν πολύ λιγότερο πόνο στο στήθος σε σχέση με τους άνδρες, ενώ κάποιες κάνουν λόγο για άλλα συμπτώματα, όπως ναυτία. «Οι ενοχλήσεις των γυναικών συχνά αποδίδονται σε ψυχολογικά αίτια», σημειώνει ο ίδιος. Οι «κλασικές» εξετάσεις ενισχύουν την καχυποψία των γιατρών, καθώς στις γυναίκες δεν έχουν την ίδια ευαισθησία, εξ ου και προκρίνονται για τις γυναίκες απεικονιστικές εξετάσεις υψηλής ακριβείας.

Οι απουσίες στις κλινικές μελέτες

Το 1977, το FDA εξέδωσε οδηγία σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία δεν θα επιτρεπόταν στο εξής να συμμετέχουν σε ορισμένες φάσεις της κλινικής έρευνας. «Ερευνητές και φαρμακοβιομηχανίες, που προτιμούσαν έτσι κι αλλιώς να χρησιμοποιούν άνδρες στις έρευνές τους, υποδέχθηκαν με χαρά τη νέα οδηγία», σχολιάζει ο Γκλέζερμαν στο βιβλίο του. Είχαν προηγηθεί δύο μεγάλες τραγωδίες – από την ευρεία χορήγηση του DES σε εγκύους από το 1930 έως το 1970, που αποδείχθηκε ότι ευθυνόταν για νεοπλασίες σε νεογνά, και από τη χορήγηση στα τέλη της δεκαετίας του ’50 πάλι σε εγκύους θαλιδομίδης, που ενοχοποιήθηκε για τη γέννηση παιδιών με σοβαρές δυσπλασίες άκρων. Το 1986, και έχοντας γίνει ορατοί οι κίνδυνοι από τον αποκλεισμό των γυναικών από την έρευνα, τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας των ΗΠΑ (ΝΙΗ) ανακοίνωσαν ότι δεν θα χρηματοδοτούνταν έρευνες χωρίς συμμετοχή γυναικών, εν συνεχεία το 1990 ίδρυσαν έναν φορέα που εστίαζε στην έρευνα αποκλειστικά σε γυναίκες. Τέλος, το 1993 η προηγούμενη οδηγία απέκτησε νομική ισχύ, με αποτέλεσμα σήμερα στις έρευνες που διενεργούνται στις ΗΠΑ να συμπεριλαμβάνεται ίσος αριθμός γυναικών και ανδρών. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι από το 1993 και τούδε διαθέτουμε πλήρη δεδομένα για τη δράση φαρμακευτικών ουσιών στον γυναικείο πληθυσμό. 

Η γυναικεία καρδιά αποδεικνύεται ως η απόλυτη terra incognita, με συνέπεια την υποδιάγνωση των καρδιακών επεισοδίων σε γυναίκες και την πλημμελή θεραπεία τους. 

«Η υποεκπροσώπηση των γυναικών προέκυψε από πλήθος παραγόντων», σχολιάζει η κ. Καραμάνου. Η διαδικασία είναι σαφώς πιο εύκολη με αποκλειστικά ανδρικό πληθυσμό, «καθαρό» δείγμα. «Ταυτόχρονα, όμως, πολύ δύσκολα μια νέα γυναίκα θα διακινδυνεύσει να συμμετάσχει σε μια έρευνα, θέτοντας σε κίνδυνο τη μελλοντική της γονιμότητα». 

Η ισορροπία, ωστόσο, δεν έχει αποκατασταθεί. «Διαπιστώθηκε ότι στις εν λόγω μελέτες δεν αναλυόταν ως όφειλε ο παράγοντας του φύλου, ενώ σε μελέτες οι οποίες γίνονται σε πειραματόζωα οι επιστήμονες συχνά επιλέγουν μόνο τα αρσενικά», σημειώνει η Χριστίνα Δάλλα, καθηγήτρια Φαρμακολογίας στη Β΄ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική, στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ. «Ένα λάθος που γινόταν στο παρελθόν ήταν να μελετώνται τα εν δυνάμει νέα φάρμακα σε κλινικές μελέτες σε γυναίκες και άνδρες ασθενείς, ενώ οι προκλινικές μελέτες είχαν λάβει χώρα μόνο σε αρσενικά πειραματόζωα. Υπάρχουν περιπτώσεις ουσιών οι οποίες, παρότι έδωσαν ελπιδοφόρα αποτελέσματα (πιθανή αντικαταθλιπτική δράση σε αρσενικά πειραματόζωα), όταν μελετήθηκαν σε ανθρώπους απέτυχαν και δεν πήραν έγκριση, πιθανώς διότι οι περισσότεροι ασθενείς ήταν γυναίκες», αναφέρει ένα από τα παράδοξα. «Πιθανώς, οι εν λόγω μη εγκεκριμένες ουσίες να ήταν αποτελεσματικές κυρίως σε άνδρες ασθενείς ή μπορεί να έχουν “χαθεί” ουσίες που θα μπορούσαν να ήταν αποτελεσματικά αντικαταθλιπτικά ή φάρμακα με ευεργετική δράση σε γυναίκες και τελικά να μην εγκρίθηκαν, διότι δεν έγιναν οι κατάλληλες μελέτες και στα δύο φύλα». Στον σχεδιασμό γίνονται μεγάλες παραλείψεις. «Για παράδειγμα, δεν λαμβάνεται σχεδόν ποτέ υπόψη η φάση του κύκλου της συμμετέχουσας γυναίκας (ειδικά σε οξείες θεραπείες), αν λαμβάνει ορμονική αντισυλληπτική θεραπεία ή όχι, αν είναι στην εμμηνόπαυση ή όχι». Έτσι, για τα περισσότερα φάρμακα δεν διατίθενται οδηγίες για διαφορετική δοσολογία ανάλογα με το ορμονικό προφίλ κάθε ασθενούς, αν και έχει διαπιστωθεί ότι ο ορμονικός παράγοντας επηρεάζει τη δράση των σκευασμάτων. 

«Οι διαφορές φύλου εμφανίζονται και στο ανοσοποιητικό σύστημα και ως εκ τούτου απασχολούν τη φαρμακολογία και τη θεραπευτική», τονίζει η κ. Δάλλα. «Οι ορμόνες επιδρούν καταλυτικά στην ανοσιακή απόκριση του οργανισμού – τα οιστρογόνα δρουν βοηθητικά στον ανοσοποιητικό, ενώ η ανδρική τεστοστερόνη το αποδυναμώνει». Αυτό αναδείχθηκε και στην πανδημία, καθώς η νοσηρότητα και η θνησιμότητα των ανδρών από COVID-19 ήταν σαφώς μεγαλύτερη από των γυναικών. «Με την ίδια λογική, οι γυναίκες ανταποκρίνονται καλύτερα στον εμβολιασμό: στο εμβόλιο της γρίπης, της ηπατίτιδας, της παρωτίτιδας, της ανεμευλογιάς αναπτύσσουν επιβεβαιωμένα σχεδόν διπλάσια αντισώματα από τους άρρενες εμβολιασθέντες. Μαζί με τα αντισώματα, ωστόσο, εκδηλώνουν και περισσότερες παρενέργειες». Η υψηλή ανοσιακή απόκριση των γυναικών ερμηνεύει πιθανώς τη μεγάλη εμφάνιση αυτοάνοσων νοσημάτων σε εκείνες. 

«Οι ορμόνες επιδρούν καταλυτικά στην ανοσιακή απόκριση του οργανισμού», εξηγεί η καθηγήτρια φαρμακολογίας Χριστίνα Δάλλα.

Η αποκατάσταση μιας αδικίας 

«Οι τομείς που αφορούν “γυναικείες” παθήσεις, που σχετίζονται κυρίως με το αναπαραγωγικό σύστημα, έχουν μελετηθεί αρκετά και αναμένεται περαιτέρω πρόοδος. Έχουμε φτάσει σε ένα πολύ ικανοποιητικό επίπεδο στην έγκαιρη διάγνωση και στη θεραπεία του καρκίνου του μαστού, αλλά και στην παροχή αντισυλληπτικής θεραπείας», απαντά στο εύλογο ερώτημα η κ. Δάλλα, που είναι και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γυναικών Πανεπιστημιακών (ΕΛΕΓΥΠ). Συχνά γίνεται –υποτιμητικά– η χρήση του όρου «bikini medicine». «Υπονοούν ότι, όταν οι γυναίκες συμπεριλαμβάνονται στην έρευνα, η προσοχή επικεντρώνεται κυρίως στους μαστούς και στο αναπαραγωγικό σύστημα, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Άλλωστε, ακόμα και για ορισμένες γυναικολογικές παθήσεις, όπως η ενδομητρίωση ή η δυσμηνόρροια, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και την αναπαραγωγική ικανότητα χιλιάδων νέων γυναικών, η έρευνα είναι σχεδόν ανύπαρκτη». 

«Εκπαιδεύουμε έτσι τη νέα γενιά γιατρών, ώστε να είναι σε θέση να προσεγγίζουν ασθενείς με διαφορετικό υπόβαθρο», αναφέρει η καθηγήτρια της Ιατρικής Αθηνών Μαριάννα Καραμάνου. 

Από την πλευρά του, ο κ. Σκεντέρης επισημαίνει ότι «στην έρευνα για τα καρδιολογικά νοσήματα έχουμε ακόμα πολύ δρόμο». Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022, όταν εκείνος ολοκλήρωνε το διδακτορικό του στο Ινστιτούτο Καρολίνσκα της Στοκχόλμης, δεν είχε διερευνηθεί ακόμη επαρκώς η διαφορά των δύο φύλων στην παθοφυσιολογία της καρδιάς, ούτε βέβαια αυτή η θεματική διδασκόταν. «Η ανάγκη συμπερίληψης των γυναικών στις κλινικές μελέτες δεν είναι ζήτημα πολιτικής ορθότητας αλλά επιστημονικής ακεραιότητας και ασφάλειας των ασθενών· πρόκειται για ένα ηθικό αίτημα». 

Η συνήθεια και η ανάγκη για αλλαγή

Η δύναμη της συνήθειας είναι πολύ ισχυρή και στην επιστήμη. «Μελέτη του 2017 ανέδειξε ότι τα σύγχρονα εγχειρίδια ανατομίας διέπονται από έμφυλη μεροληψία και αναπαραστάσεις κυρίως του ανδρικού σώματος· η βελτίωσή τους τις τελευταίες δύο δεκαετίες προσδιοριζόταν σε μόλις 4%», μεταφέρει η Μαριάννα Καραμάνου. Η μεροληψία, βέβαια, δεν αφορούσε μόνο τις γυναίκες. «Οι γνώσεις περιορίζονταν στον νέο λευκό άνδρα, για τις υπόλοιπες εθνοτικές, φυλετικές και ηλικιακές ομάδες οι αναφορές ήταν ελάχιστες», τονίζει η καθηγήτρια της Ιατρικής Αθηνών, όπου η εκπροσώπηση από γυναίκες φοιτήτριες είναι ισχυρότατη, ανατρέποντας παλιά στερεότυπα που ήθελαν το ιατρικό επάγγελμα να ανδροκρατείται. Διεθνείς μελέτες έχουν αναδείξει ότι οι γυναίκες γιατροί έχουν την ικανότητα να αφουγκράζονται καλύτερα τους ασθενείς, να δημιουργούν μια σχέση εμπιστοσύνης και συνεργασίας μαζί τους, ενώ τείνουν να τους αφιερώνουν περισσότερο χρόνο. Η κ. Καραμάνου, ωστόσο, θεωρεί ότι η ιατρική εκπαίδευση εξελίσσεται και στο εξής δεν θα πρέπει να μας απασχολεί το φύλο του θεράποντος ιατρού μας. «Εκπαιδεύουμε έτσι τη νέα γενιά γιατρών, ώστε να είναι σε θέση να προσεγγίζουν ασθενείς με διαφορετικό υπόβαθρο. Τους διδάσκουμε τις αρχές της αφηγηματικής ιατρικής, δεδομένου ότι και η ιατρική είναι μια τέχνη· υπάρχει το νόσημα, ο ασθενής και η ιστορία που τους συνδέει».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT