Όταν άνοιξε στην Ουάσιγκτον το Μουσείο Αφρικανικής Αμερικανικής Ιστορίας και Πολιτισμού το 2016, η μαύρη κοινότητα το υποδέχθηκε με χαρά και υπερηφάνεια. Όμως, προς μεγάλη έκπληξη του 78χρονου τότε φωτογράφου Κουάμε Μπραθγουέιτ, που έσπευσε να το επισκεφθεί, δεν υπήρχε καμία αναφορά στο δικό του έργο. Η Ιστορία τον είχε προσπεράσει. Το όνομά του δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν.
Ο γιος του, Κουάμε Τζούνιορ, και η νύφη του, Ρόμπιν, βλέποντας πόσο πικράθηκε, ζήτησαν την άδειά του να οργανώσουν και να συντηρήσουν το αρχείο του, με χιλιάδες αρνητικά και εκτυπώσεις, σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσουν την αδικία. Τον Μάιο του 2019, το βιβλίο Kwame Brathwaite. Black is beautiful, με δικές του φωτογραφίες και κείμενα της ιστορικού Τανίσα Φορντ, πήρε τη θέση του στα ράφια και στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων. Και έτσι έμαθαν όλοι ότι ο Κουάμε Μπραθγουέιτ, γεννημένος στο Μπρονξ και ταυτισμένος με το Χάρλεμ, ο άνθρωπος που συνόδευσε τον Μοχάμεντ Άλι στο «Rumble in the Jungle» και φωτογράφισε τον Μπομπ Μάρλεϊ, τον Μάιλς Ντέιβις, την Νταϊάνα Ρος και τα Grandassa Models, υπήρξε καθοριστική μορφή του κινήματος Black is Beautiful.

Η χαρά του Χάρλεμ
H αντίδραση ήταν άμεση. Η Μπιγιονσέ πόσταρε φωτογραφίες με το βιβλίο στο γραφείο της, η Ριάνα χρησιμοποίησε τις φωτογραφίες του σε καμπάνιες, η Vogue αφιέρωσε κείμενα, οι σχολιαστές στα αμερικανικά κανάλια αναρωτιούνταν πώς διέφυγε την προσοχή τους ένας τέτοιος φωτογράφος και μουσεία όπως το MoMA και το Whitney Museum of American Art άρχισαν να εμπλουτίζουν τις συλλογές τους με έργα του. Ανάμεσα σε εκείνους που προμηθεύτηκαν την έκδοση και εμπνεύστηκαν από τη ζωή του ήταν και ο Βρετανός κινηματογραφιστής Γιέμι Μπαμίρο, που υπογράφει το ντοκιμαντέρ Black is Beautiful. The Kwame Brathwaite story, το οποίο απέσπασε το περασμένο φθινόπωρο το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου. «Αυτό που θαυμάζω στο έργο του είναι το ότι μοιάζει με “πρωτογενές υλικό”, σαν την πηγή από την οποία ξεκίνησαν πολλά από όσα βλέπουμε σήμερα. Αν παρατηρήσει κανείς πώς αποτυπώνεται και τεκμηριώνεται στις μέρες μας η μαύρη ζωή, μπορεί να εντοπίσει αναφορές που οδηγούν πίσω σε όσα έκανε ο Κουάμε τη δεκαετία του ’60. Υπάρχει μια ξεκάθαρη συνέχεια», αναφέρει ο Γιέμι σε συνομιλία που είχε με το «Κ».
Στην αρχή της ταινίας ακούγεται ότι πριν από την εμφάνιση του Μπραθγουέιτ, οι περισσότεροι φωτογράφοι εστίαζαν κυρίως στον πόνο που χαρακτήριζε την καθημερινότητα της μαύρης κοινότητας. Εκείνος, αντίθετα, επέλεξε να στρέψει τον φακό του στη χαρά του Χάρλεμ. Κι αυτή ακριβώς η μετατόπιση του βλέμματος είναι ένας από τους λόγους που τα κάδρα του είναι ξεχωριστά. «Ο Κουάμε δεν αγνόησε την πραγματικότητα, αλλά επέλεξε να αναδείξει την ευτυχία, τη ζωντάνια, την υπερηφάνεια της κοινότητάς του, αντί να αναπαραγάγει αποκλειστικά τον πόνο και το τραύμα. Για εμάς, ως δημιουργική ομάδα, ήταν ουσιαστικό να κινηθούμε σε αυτό το πλαίσιο, να φωτίσουμε μια αφήγηση που συχνά επισκιάζεται, καθώς οι ιστορικές αναφορές στη μαύρη εμπειρία είναι, τις περισσότερες φορές, βαθιά συνδεδεμένες με τη βία και την οδύνη», εξηγεί ο σκηνοθέτης.

«Αν είχες το δικό μου δέρμα…»
Ο Μπραθγουέιτ, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2023, ξεκίνησε να φωτογραφίζει στα τέλη της δεκαετίας του ’50 τζαζ συναυλίες, αλλά πολύ γρήγορα πέρασε στα πορτρέτα μαύρων γυναικών. Είχαν προηγηθεί οι ομιλίες του Μάρκους Γκάρβεϊ για τη μαύρη υπερηφάνεια και τη σύνδεση της μαύρης κοινότητας με τις αφρικανικές τους ρίζες, και έτσι είχαν αρχίσει να οργανώνονται καλλιστεία με μαύρες γυναίκες, ντυμένες με ρούχα παραδοσιακά σε έντονα χρώματα, που άφηναν τα μαλλιά τους φυσικά και δεν φορούσαν καθόλου μέικ-απ. O Κουάμε έτυχε να δει μία από αυτές τις επιδείξεις μόδας και αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του, Ελόμπε, να ιδρύσει τα Grandassa Models, το φθινόπωρο του 1961. Ο στόχος ήταν να πείσει τις γυναίκες της κοινότητάς του να απομακρυνθούν από τα πρότυπα της λευκής ομορφιάς και να θέσουν τα δικά τους κριτήρια για το τι είναι όμορφο.
Ο Μπραθγουέιτ επέλεξε να στρέψει τον φακό του στη χαρά του Χάρλεμ. Κι αυτή ακριβώς η μετατόπιση του βλέμματος είναι ένας από τους λόγους που τα κάδρα του είναι ξεχωριστά.
«Γενικά δεν θεωρώ ότι οι μαύρες ήμασταν περήφανες για το πώς δείχναμε», λέει μπροστά στον φακό η Γιουνίς Τάουνσεντ, ένα από τα Grandassa Μodels. «Αν είχες το δικό μου δέρμα, δεν θα σε θεωρούσαν ελκυστική». Σε μια άλλη σκηνή βλέπουμε την Μπρέντα Έβανς, η οποία στο τελευταίο έτος του σχολείου διάβασε ένα flyer που διαφήμιζε το catwalk Naturally: «Μεγάλωσα δίνοντας μεγάλη σημασία στους καθρέφτες, τους σιχαινόμουν, γιατί δεν μου άρεσε αυτό που έβλεπα». Έλουσε τα μαλλιά της και αποφάσισε να πάει. Η μητέρα της τη φοβέρισε: «Αν βγεις έξω με αυτό το μαλλί, μη μου μιλήσεις αν με δεις στον δρόμο». Η Μπρέντα όμως θυμάται: «Δεν μπορώ να περιγράψω πώς ήταν η ατμόσφαιρα στην αίθουσα, πώς αισθάνθηκα, δεν χρειαζόταν να αλλάξω για κανέναν».

«Η προσφορά του ήταν τεράστια»
Τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο του 2024 και ολοκληρώθηκαν τον Απρίλιο του επόμενου έτους, όμως η έρευνα για να εντοπίσουν τα Grandassa Μodels διήρκεσε παραπάνω. «Τις φωτογραφίσαμε όλες μαζί σε μια αίθουσα χορού στο Χάρλεμ, ήταν πολύ συγκινητικό», επισημαίνει ο Γιέμι. Για εκείνον, αυτό που έκαναν αυτές οι γυναίκες ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μόντελινγκ, δεν διαφήμιζαν τα ρούχα κάποιου, αλλά την ύπαρξή τους, έκαναν ακτιβισμό, έπρεπε να εμπνεύσουν όλη τους την κοινότητα. Ανάμεσα στα μοντέλα ήταν και η Σικόλο, η σύζυγος του Κουάμε, ένα εντυπωσιακό πορτρέτο της οποίας, με έναν αφρικανικό πολύχρωμο κεφαλόδεσμο, κοσμεί το εξώφυλλο της έκδοσης. «Βλέπεις τη μούσα του Μπραθγουέιτ σε αυτή τη φωτογραφία και συνειδητοποιείς πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της, αντικρίζεις μια θεά, μια βασίλισσα με στέμμα», λέει συγκινημένη στην κάμερα και η Αλίσια Κις.

Ο ενθουσιασμός των γυναικών γι’ αυτό που βίωναν στις επιδείξεις μεταδόθηκε στις οικογένειές τους, στους φίλους τους, στη γειτονιά τους και το κίνημα μεγάλωσε. Υπήρχαν παντού αφίσες στο Χάρλεμ, ενώ οι διοργανωτές αναζητούσαν μεγαλύτερους χώρους. Δεν έλειψαν όμως και οι αντιδράσεις, γιατί όλο αυτό το κίνημα επηρέαζε την αγορά. Ο Γιέμι έχει συμπεριλάβει στην ταινία ένα απόσπασμα από παλιό ρεπορτάζ με μια μαύρη πωλήτρια που εξηγεί ότι με τα φυσικά μαλλιά δεν μπορούν να πουλήσουν προϊόντα. Τα Grandassa Μodels πρωτοστάτησαν και στο μποϊκοτάζ των καταστημάτων που πουλούσαν περούκες.
«Αυτό που έγινε ήταν τόσο ριζοσπαστικό», υποστηρίζει η ηθοποιός Γκάμπριελ Γιούνιον. «Μέχρι εκείνη τη στιγμή τα κορίτσια κυκλοφορούσαν με πληγές στο κεφάλι από την πρέσα και τα υπερβολικά ισιώματα». Προσπαθούσαν να είναι αποδεκτές, αλλά ο Μπραθγουέιτ το άλλαξε αυτό, τις έκανε να νιώθουν καλά με αυτό που ήταν και η αυτοπεποίθησή τους πήρε διαστάσεις και αποτυπώθηκε στα περιοδικά, στις διαφημίσεις, στην τηλεόραση, στα εξώφυλλα δίσκων.

Ο Γιέμι τονίζει ότι, παρά την απήχηση του κινήματος και τον βαθύ αντίκτυπο που είχε στις επόμενες γενιές ως προς τον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους, είναι επιτακτικό να φωτιστεί η ζωή του Κουάμε. «Υπάρχει μια τάση να μην αναδεικνύεται επαρκώς η μαύρη ιστορία, κάτι βαθιά προβληματικό», σχολιάζει. «Η προσφορά του ήταν τεράστια και δεν αφορά μόνο τη μαύρη ή την αφροαμερικανική ιστορία· αφορά όλους μας. Είναι η ιστορία μιας ζωής με καθαρό προσανατολισμό και αφοσίωση. Παρά τις δυσκολίες, δεν εγκατέλειψε. Έμεινε πιστός στο όραμά του, ακόμη κι όταν αυτό είχε προσωπικό κόστος, με συχνές απουσίες από το σπίτι και την οικογένειά του. Το μάθημα είναι η συνέπεια και η επιμονή: να συνεχίζεις, παρά τα εμπόδια. Αυτό έκανε ο Κουάμε».
Tο ντοκιμαντέρ Black is beautiful. The Kwame Brathwaite story θα προβληθεί στις 9 Μαρτίου, στο 28o Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, filmfestival.gr

