Είναι 11 το πρωί και το κουδούνι χτυπάει στο 2ο Νηπιαγωγείο Καισαριανής. Τα παιδιά ξεχύνονται περιχαρή στην ηλιόλουστη αυλή. Τα παρατηρούμε να τρέχουν, να παίζουν και να φωνάζουν στο προαύλιο πίσω από τα, «πληγωμένα» από τα Δεκεμβριανά, κάγκελα του σχολείου το οποίο κατασκεύασε η Έλενα Βενιζέλου το 1928. Η παραπάνω σκηνή –αναπόσπαστο κομμάτι των ιστορικών περιπάτων στην Καισαριανή– συμπυκνώνει εύγλωττα μεγάλο μέρος από την ιστορία της περιοχής που έχει κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση μετά την εμφάνιση των φωτογραφιών των διακοσίων ανδρών που εκτελέστηκαν από τους Ναζί την Πρωτομαγιά του 1944.

Το εν λόγω σχολικό συγκρότημα περιβάλλεται από τις οδούς Φιλαδελφείας, Νικομηδείας και Οδεμησίου. Η Καισαριανή δεν είναι απλώς μια περιοχή στην οποία εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή – πριν από το 1922 υπήρχαν μόνο βοσκοτόπια. «Εδώ εφαρμόστηκε η τακτική της αυτοστέγασης: το ελληνικό κράτος παραχωρούσε τη γη και οι πρόσφυγες αναλάμβαναν την ανέγερση της οικίας», διευκρινίζει ο δρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μενέλαος Χαραλαμπίδης, που μας ξεναγεί στη γειτονιά, όπως κάνει εδώ και πολλά χρόνια με όσους ενδιαφέρονται. «Υπήρχαν μηχανικοί που έχτιζαν τα σπίτια των νεοφερμένων, έχουν καταγραφεί έξι-επτά συγκεκριμένοι τύποι σπιτιών σε Αθήνα και Πειραιά. Φυσικά, υπήρξαν και πάρα πολλές αυθαίρετες κατοικίες από πέτρες, λαμαρίνες, πλίνθους, αλλά αυτές συν τω χρόνω γκρεμίστηκαν».

Η πλειονότητα των κατοίκων προέρχονται από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας και άλλες επαρχίες γύρω από τη Σμύρνη· ήταν κυρίως αγρότες, στην Αθήνα εργάστηκαν ως χειρώνακτες, γυρολόγοι, ναυτεργάτες, οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως «μπεσαλήδες» άνθρωποι, της «πιάτσας». «Στον Βύρωνα και τον Υμηττό εγκαταστάθηκαν αστοί, περισσότερο εύποροι, στην Καισαριανή ήταν άνθρωποι από την ύπαιθρο, σαφώς πιο φτωχοί, όπως αντίστοιχα και στο Δουργούτι και στην Κοκκινιά». Στην περιοχή χτίστηκαν χαμηλά σπίτια λίγων τετραγωνικών, πολλά εκ των οποίων εξακολουθούν να μας περιστοιχίζουν καθώς περπατάμε. Καθώς το πάγιο αίτημά τους για «αραίωση», δεδομένου ότι ζούσαν ακόμα και δεκαμελείς οικογένειες σε 60 τ.μ., δεν βρήκε ποτέ ευήκοα ώτα, τις επόμενες δεκαετίες κάποιοι θα δώσουν αντιπαροχή τα ιδιόκτητα προσφυγικά τους σπίτια και άλλοι θα χτίσουν επιπλέον ορόφους.
Τα μαγικά «τετράγωνα»
«Για εμάς η Καισαριανή ήταν πανέμορφη και θλίβομαι που χάνει σιγά σιγά το ύφος της», μας λέει η Μαρία Βουτζαλή, κάτοικος Καισαριανής εξ απαλών ονύχων, καθώς μας υποδέχεται στον «οντά της Μαρίτσας», δηλαδή της προσφύγισσας γιαγιάς της. «Είναι όλο το βιος του παππού μου και της γιαγιάς μου, που ήρθαν εδώ από τα Βουρλά», εξηγεί η σημερινή οικοδέσποινα, καθώς μας δείχνει ασπρόμαυρες φωτογραφίες, πλαστικοποιημένα έγγραφα και συνταγές, αλλά και ένα μαντολίνο της οικογένειάς της· όλα στοιβαγμένα σε ένα μικροσκοπικό καθιστικό, στο οποίο επί της ουσίας χωράει μόνο ένα μικρό καναπεδάκι. «Όταν εκείνοι έφυγαν από τη ζωή, δεν άντεχα να το διαλύσω», σημειώνει η ίδια, που μένει από πάνω και συνεχίζει να παρασκευάζει μικρασιάτικα γλυκά, όπως αετουδάκια και φοινίκια.
«Στον Βύρωνα και τον Υμηττό εγκαταστάθηκαν αστοί, στην Καισαριανή ήταν άνθρωποι από την ύπαιθρο», λέει ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης.
Ανάμεσα στα Προσφυγικά δημιουργούνταν τα περίφημα «τετράγωνα». Εκεί, μεταξύ άλλων, είχαν τοποθετηθεί και τουαλέτες για όσα σπίτια δεν διέθεταν. Η αξία, ωστόσο, των «τετραγώνων» ήταν πολύ μεγαλύτερη. Αυτές οι αυλές άλλοτε χρησιμεύουν ως αλάνες για να παίζουν τα παιδιά, άλλοτε ως ξέφωτο για να στεγνώνουν τον τραχανά οι Μικρασιάτισσες νοικοκυρές και άλλοτε ως σημείο διαφυγής για τους αντάρτες. Οι λιγοστές αυλές που παραμένουν φάνηκαν εξίσου σωτήριες στη διάρκεια του lockdown, ενώ σήμερα λειτουργούν ατύπως και ως χώρος στάθμευσης. «Εξακολουθούμε να διοργανώνουμε υπαίθριες γιορτές εδώ, όπου δίνει το “παρών” όλη η γειτονιά», παρατηρεί ο Κώστας Γαβριλάκης, γέννημα θρέμμα της Καισαριανής και σήμερα δημοτικός σύμβουλος.
«Από ταράτσα σε ταράτσα»
Το βλέμμα των περαστικών, ωστόσο, καθηλώνεται στο συγκρότημα των Προσφυγικών στη συμβολή των οδών Βρυούλων και Φώκαιας, στα «Πυροβολημένα». «Πρόκειται για προσφυγικές κατοικίες εφάμιλλες εκείνων στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, χτίστηκαν δηλαδή το ’36 στην ίδια λογική και τεχνοτροπία», σημειώνει ο κ. Γαβριλάκης. «Το κτίριο χτυπήθηκε ανελέητα στα Δεκεμβριανά, όπως άλλωστε μαρτυρούν οι εκτεταμένες φθορές. Θεωρούνταν άντρο των ανταρτών». Στον τοίχο αχνοφαίνεται ακόμα ένα σύνθημα σχετικό με τα τρία χρόνια δράσης του ΕΑΜ. «Έχουμε προσπαθήσει πολύ, αλλά δεν έχουμε καταφέρει να διαβάσουμε τι ακριβώς έγραφε». Ένας πάλαι ποτέ ένοικος έχει δηλώσει ότι προσέφερε καταφύγιο στον Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος το επέλεγε θεωρώντας ότι θα μπορούσε να διαφύγει εύκολα σε περίπτωση εφόδου της χωροφυλακής, λόγω του όγκου του κτιρίου. «Περνώντας δηλαδή από ταράτσα σε ταράτσα, όπως βλέπουμε στις ταινίες».

Στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης του δήμου φυλάσσεται μια κουρελού, την οποία λέγεται ότι ο Βελουχιώτης άπλωνε για να κοιμηθεί, αλλά και ένα τραπεζομάντιλο τρυπημένο από σφαίρες. «Στα “Πυροβολημένα” είχαμε και νεκρούς ενοίκους», τονίζει ο κ. Γαβριλάκης. Τα «Πυροβολημένα», σε πείσμα των αντικειμενικών δυσκολιών, εξακολουθούν να κατοικούνται από απογόνους, αλλά κυρίως από νοικάρηδες. «Συζητάμε συχνά για τρόπους συντήρησης του κτιρίου και ταυτόχρονης διατήρησης της ιστορικότητάς του, αλλά ακόμα δεν έχει αποφασιστεί κάτι· πολλοί ιδιοκτήτες έχουν κάνει επιμέρους επισκευές, κάτι που είναι απόλυτα κατανοητό».

Ο Άρης Βελουχιώτης, ήδη από την εποχή που κυκλοφορούσε ως Θανάσης Κλάρας, είχε σε μεγάλη εκτίμηση τους Καισαριανιώτες για το αγωνιστικό τους πνεύμα και την ανθεκτικότητά τους. Στις 15 Μαΐου του 1941, στην τότε κοίτη του Ηριδανού, ο Κλάρας έδωσε την πρώτη δημόσια ομιλία του, παρουσία 12 ατόμων, για την ανάγκη δημιουργίας αντάρτικου στρατού. Το κάλεσμα του Βελουχιώτη βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στους Μικρασιάτες που ζούσαν στην Αθήνα, ειδικά δε στις περίφημες ανατολικές συνοικίες – τον Βύρωνα, την Καισαριανή και του Ζωγράφου. Πώς ερμηνεύεται αυτό; «Είχα θέσει κάποτε το ίδιο ερώτημα στον Μανώλη Γλέζο και μου είχε πει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν άντεχαν να ζήσουν μια δεύτερη καταστροφή σε μόλις 18 χρόνια», λέει ο κ. Χαραλαμπίδης.

Η ερμηνεία, ωστόσο, είναι πολυεπίπεδη, περιλαμβάνει τόσο ιδεολογικές και πολιτικές παραμέτρους όσο και ψυχολογικές. «Οι πρόσφυγες που έρχονταν εδώ ήταν στη συντριπτική τους πλειονότητα βενιζελικοί, βιώναν έναν πολύ σκληρό ρατσισμό από τους βασιλόφρονες, σταδιακά ένιωθαν προδομένοι από τον Βενιζέλο, ενώ και το καθεστώς Μεταξά τούς φερόταν βάναυσα», εξηγεί ο κ. Χαραλαμπίδης. «Παρατηρούμε μια ιδεολογική μετατόπιση προς τα αριστερά, δηλαδή τα παιδιά των βενιζελικών έγιναν κομμουνιστές· το όραμα, άλλωστε, για κοινωνική δικαιοσύνη μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας που εξέφραζε ο ΕΛΑΣ, ανταποκρινόταν στις ανάγκες όλων των περιθωριοποιημένων, προσφύγων, γυναικών και νέων της εποχής εκείνης». Επιπλέον, είχαν επαρκώς σκληραγωγηθεί στα 18 χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από τον ξεριζωμό τους, είχαν μάθει να παλεύουν. «Για να επιβιώσουν στην Ελλάδα, είχαν αναπτύξει δίκτυα αλληλεγγύης και αλληλοϋποστήριξης, που αξιοποιήθηκαν στη διάρκεια της Αντίστασης».
Η μάχη του σχολείου
Στα χαμηλά σπίτια της Καισαριανής οι κάτοικοι καλύπτουν τους γείτονες και συντοπίτες τους, τα ραβασάκια με τις πληροφορίες περνούν από χέρι σε χέρι στα καπηλειά –σε μορφή στηρίγματος του ποδιού του τραπεζιού–, ενώ στου Κιορπέ τον Καφενέ, στέκι των ανταρτών, έχουν προβλεφθεί δύο πόρτες: η μία ως έξοδος προς το ρέμα σε περίπτωση εφόδου. Το μέρος μικρό και όλοι γνωστοί, οι δωσίλογοι αναγνωρίζονται εύκολα και όλα τα στόματα κλείνουν ενώπιόν τους. «Η συζήτηση πήγαινε στο ποδόσφαιρο», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Γαβριλάκης, που γεννήθηκε το 1957, αλλά έχει συνομιλήσει εκτενώς με αντιστασιακούς της περιοχής. «Δόθηκαν συνολικά 47 μάχες [σ.σ. κυρίως μετά τον Μάρτιο του 1944], στις οποίες βέβαια δεν συμμετείχαν αποκλειστικά αντάρτες που είχαν σχέση με την Καισαριανή, αλλά μέλη της ΕΛΑΣ από όλη τη χώρα». Στα αρχεία του δήμου είναι καταγεγραμμένα τα ονόματα των πεσόντων και οι αντίστοιχες ημερομηνίες. «Υπάρχουν 12-13 σημεία στα οποία έχουν τοποθετηθεί και πλακέτες, ορισμένες ωστόσο έχουν κλαπεί», επισημαίνει ο ίδιος.

«Επί Κατοχής το σχολείο του Βενιζέλου δεν λειτουργούσε και οι Γερμανοί ήθελαν να εγκαταστήσουν εδώ δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας για να ελέγχουν την Καισαριανή». Ο ΕΛΑΣ ενημερώθηκε για τα σχέδια των Γερμανών, έστειλε μια ομάδα πέντε ατόμων που ανατίναξε την εσωτερική σκάλα για να τους τρομοκρατήσει. Τελικά εκείνοι εγκατέστησαν ένα πρότυπο τάγμα λίγες ημέρες πριν από την απελευθέρωση της Αθήνας. Εξ ου και γύρω από το σχολείο δόθηκε μάχη, τα σημάδια της οποίας έμειναν ανεξίτηλα. «Τα κάγκελα είναι κατασκευασμένα στο χέρι, ένα ένα, ακόμα δεν χρησιμοποιούσαν οξυγονοκόλληση», περιγράφει ο κ. Γαβριλάκης, που υπήρξε σιδεράς. «Σχολείο πήγα στον Βενιζέλο, όπως το λέμε οι ντόπιοι· θυμάμαι ακόμα το δεκατιανό που μας μοίραζαν [σ.σ. τη συμμαχική βοήθεια], ψωμί, τυρί κίτρινο και μήλο», περιγράφει.
«Σκαρφάλωσα σε ένα καμιόνι…»
Στο ίδιο σχολείο είχε φοιτήσει νωρίτερα και ο Ανδρέας Γεωργιάδης, που γεννήθηκε το 1939. «Ήμουν μικρός στην Κατοχή για να αντιληφθώ την πολυπλοκότητα της κατάστασης», μου εξομολογείται ο ίδιος, που μεγάλωσε σε απόσταση 150 μέτρων από το Σκοπευτήριο. «Εμείς παίζαμε στις αλάνες της γειτονιάς και μόλις σκοτείνιαζε, μαζευόμασταν στα σπίτια μας, πίσω από τα σκεπασμένα με μπλε χαρτόνια παράθυρα». Η πείνα της Κατοχής έπληξε ιδιαίτερα την προσφυγική συνοικία. «Έχασα τον πατέρα μου από την πείνα και τις κακουχίες», προσθέτει. Όπως επισημαίνει ο κ. Χαραλαμπίδης, τα θύματα του λιμού της Κατοχής ήταν στην Καισαριανή αριθμητικά πολλά, αναλογικά όμως με τον πληθυσμό της και τα ποσοστά θνησιμότητας προπολεμικά, δεν ήταν εντέλει περισσότερα απ’ ό,τι σε άλλες συνοικίες. Για να επιβιώσουν οι Καισαριανιώτες, σκαρφίζονταν διάφορα τεχνάσματα: το κόψιμο στα δύο των μπιζελιών για να «αβγατίσουν», τις τηγανίτες με αλεύρι από το δελτίο, την πώληση σταφυλιών από υπαίθριες καλλιέργειες στο Κολωνάκι μέχρι την κλοπή τροφών από γερμανικές αποθήκες, που οι κατακτητές είχαν δημιουργήσει στον περίβολο του Σκοπευτηρίου.
«Επί Κατοχής το σχολείο του Βενιζέλου δεν λειτουργούσε και οι Γερμανοί ήθελαν να εγκαταστήσουν εδώ δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας για να ελέγχουν την Καισαριανή», λέει ο Κώστας Γαβριλάκης.
«Όταν ήμουν πιτσιρίκι, σκαρφάλωσα εν είδει παιχνιδιού σε ένα καμιόνι των Ες-Ες και αντίκρισα μέσα στοιβαγμένα πτώματα», θυμάται ο κ. Γεωργιάδης. Χρόνια αργότερα, τα παιδιά του θα τον δουν να σηκώνεται από τη θέση του όταν στην τηλεόραση θα προβληθεί μια ανάλογη σκηνή σε ταινία για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Τι έπαθες, μπαμπά;» τον ρωτούν. «Εγώ, παιδιά μου, αυτά τα έζησα κανονικά». Στον Εμφύλιο, όντας λίγο μεγαλύτερος, θα έχει νέα βιώματα, εξίσου τραυματικά. «Βομβαρδιζόταν η Καισαριανή και μας είχαν πει να κατεβούμε από τον πρώτο όροφο – όχι σε καταφύγιο, διότι δεν υπήρχε, απλώς στο ισόγειο, όπου βρισκόταν η κοινή μας αυλή· εκεί είδα μια οβίδα να γαζώνει μια 17χρονη γειτονοπούλα μου».
Μαθητές στην Καισαριανή
Είναι αδύνατον να έχει κανείς μεγαλώσει στην Καισαριανή και να μην τον έχει αγγίξει η ιστορία της, ισχυρίζεται η κόρη του, δημοσιογράφος Μάγδα Γεωργιάδου. «Από την αυλή του σχολείου μου βλέπαμε το Σκοπευτήριο, ως μαθητές αδημονούσαμε κάθε χρόνο για την Πρωτομαγιά, κατά την οποία γίνεται αγώνας δρόμου από το Χαϊδάρι έως εδώ, πικετοφορία, αναγιγνώσκονται τα ονόματα των διακοσίων εκτελεσθέντων και τοποθετούνται λουλούδια. Είναι μια πολύ συγκινητική τελετή, στην οποία παρίσταμαι σε όλη μου τη ζωή». Εξίσου βιωματικές είναι και οι σχολικές εορτές στα σχολεία της Καισαριανής. Για την ίδια, η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των διακοσίων εκτελεσθέντων επιβεβαίωσε όσα ως μαθήτρια είχε διδαχθεί, «ότι πήγαν στην εκτέλεση με ψηλά το κεφάλι», και λειτούργησε λυτρωτικά. «Ήταν μια εικόνα στο ύψος της αφήγησης», λέει. «Τη δεκαετία του ’90 που ήμουν έφηβη, οι μνήμες των προηγούμενων γενεών ήταν ακόμα νωπές. Θυμάμαι ακόμα τον τρόμο ενός θείου μου όταν με άκουσε να πλησιάζω στο σπίτι του φορώντας κάποιες μπότες, τύπου Wehrmacht, που ήταν τότε της μόδας. Μου εξήγησε τι του θύμιζε ο θόρυβος και με παρακάλεσε να μην τις ξαναφορέσω». Αντίστοιχη ήταν και η διαμαρτυρία της μητέρας της –η οποία, αν και γεννημένη το ’46, ήταν φορέας του συλλογικού τραύματος της πείνας– όταν η κόρη της δεν έτρωγε ό,τι της είχε μαγειρέψει. «Μου μιλούσε για τη φτώχεια που βίωσαν και δεν μου άφηνε άλλη επιλογή. Και εγώ όμως ως ενήλικη δεν μπορώ να πετάξω φαγητό».
«Όταν ήμουν πιτσιρίκι, σκαρφάλωσα εν είδει παιχνιδιού σε ένα καμιόνι των Ες-Ες και αντίκρισα μέσα στοιβαγμένα πτώματα», θυμάται ο Ανδρέας Γεωργιάδης, 87 ετών.
Όταν ξεκίνησε να σπουδάζει, συνειδητοποίησε τη διακριτή πολιτισμική της ταυτότητα. «Έλεγα σε συνομηλίκους μου “δεν μπορώ να τον κάνω ζάφτι” και με ρωτούσαν απορημένοι τι γλώσσα μιλούσα», λέει γελώντας. «Ήταν εκφράσεις που λέγαμε στην οικογένειά μου, που καταγόταν από τη Μικρά Ασία». Αρκετοί συμμαθητές της ζουν ακόμα στην Καισαριανή, άλλοι έχουν φύγει· τα ενοίκια έχουν και εδώ ανέβει. Από τη δεκαετία του ’90 στην Καισαριανή μετακομίζουν άνθρωποι από αλλού. «Παρατηρούμε όμως ότι ενσωματώνουν την κληρονομιά της Καισαριανής, δηλώνουν περήφανοι για την ιστορία της», σχολιάζει ο κ. Χαραλαμπίδης, «κάτι που αποδεικνύει ότι επιλέγουμε ταυτότητες, δεν είναι ανάγκη να έχουμε μόνο μία».

Η βιωματική μάθηση της Ιστορίας αποδεικνύεται η πλέον αποτελεσματική. Η Μάγδα θεωρεί ότι η ιστορία της Καισαριανής, που τόσο ανάγλυφα έχει καταγραφεί στην τοπογραφία της, μπορεί να αξιοποιηθεί από τους εκπαιδευτικούς για να αναπτύξουν τα παιδιά «αντισώματα» έναντι του φασισμού. Στους ιστορικούς περιπάτους του κ. Χαραλαμπίδη η προσέλευση του κόσμου μεγαλώνει, ενώ εσχάτως κατεβαίνει ο μέσος όρος ηλικίας. «Αποδίδω το ενδιαφέρον στις πολλαπλές κρίσεις που πέρασε η χώρα· πολλοί θέλησαν να εμβαθύνουν στο παρελθόν για να καταλάβουν την αλληλουχία των γεγονότων». Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών από την εκτέλεση των διακοσίων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής έχει αναζωπυρώσει μια δημόσια συζήτηση που δεν έχει ποτέ επισήμως ξεκινήσει.

