«Ξέρετε πού μπορώ να βρω έναν τσαγκάρη;», με ρωτάει ένα πρωί μια κοπέλα, γύρω στα 30, έξω από το μετρό της Πανεπιστημίου. Πριν προλάβω να της απαντήσω, σπεύδει να ξεκαθαρίσει: «Δεν εννοώ έναν τσαγκάρη για επιδιορθώσεις, αλλά κάποιον που φτιάχνει παπούτσια από την αρχή. Πώς το λέμε; Υποδηματοποιό;». Η ερώτησή της μοιάζει λίγο εκτός τόπου και χρόνου: ενώ γύρω μας απλώνεται μια τεράστια αγορά με αμέτρητες επιλογές, εκείνη αναζητά ένα ζευγάρι χειροποίητα παπούτσια.
Δεν είναι η μόνη. Το χειροποίητο, από ξεχασμένη τέχνη, γίνεται ξανά τάση· οι παλιές τεχνικές επανέρχονται και περνούν σε νέα χέρια.
Η σημασία του καλού παπουτσιού
«Είναι πολύ σημαντική η αίσθηση εξατομίκευσης που προσφέρει στον αγοραστή το χειροποίητο», μου λέει από το εργαστήριό της στη Νέα Ιωνία η Ντέπη Μπουρνάζου του brand de.bour. Η ίδια ασχολείται εδώ και 15 χρόνια με το χειροποίητο παπούτσι, κάθε κομμάτι της παραγωγικής διαδικασίας περνά από τα χέρια της ίδιας και της ομάδας της. «Στην αρχή, οι μόνοι που εκτιμούσαν την αξία του χειροποίητου και της δουλειάς που γίνεται πάνω σε ένα παπούτσι ήταν όσοι είχαν ανατομικά προβλήματα. Από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σύνθετα, είναι πολύ σημαντικό να βρίσκεις ένα παπούτσι στα μέτρα σου. Συχνά το ξεχνάμε, αλλά το παπούτσι δεν είναι σαν τα μπλουζάκια, όπου η ποιότητα δεν έχει και τόση σημασία. Αντιθέτως, το παπούτσι στηρίζει όλο το σώμα, γι’ αυτό και πρέπει να μας ενδιαφέρει η ποιότητα και η κατασκευή του», προσθέτει. Ωστόσο, όπως και η ίδια τονίζει, το χειροποίητο στην Ελλάδα έχει ταυτιστεί με το φολκλόρ. Μια σύνδεση που έχει επηρεάσει βαθιά τη σχέση μας με το χειροποίητο, μάλλον με αρνητικό τρόπο.

«Το κοινό παραμένει αρκετά απαίδευτο ως προς το χειροποίητο και τη δημιουργικότητα, πολλοί απορούν με το γεγονός ότι φτιάχνω παπούτσια», σχολιάζει ο Νικόλαος Γερμανός από το ομώνυμο κατάστημά του με χειροποίητα παπούτσια, στα Εξάρχεια. Γεννημένος παπουτσής, όπως αυτοπροσδιορίζεται, σπούδασε product design & management στη Central Saint Martins, έχοντας πια μια σχέση με το παπούτσι που μετράει πάνω από 20 χρόνια. «Το ότι έχω το εργαστήριό μου και το κατάστημα στον ίδιο χώρο είναι μια πολύ ιδιαίτερη συνθήκη, που σου επιτρέπει να έχεις αμεσότητα με το κοινό. Δεν σχεδιάζω απλώς για να σχεδιάσω. Το παπούτσι είναι προέκταση της περσόνας, είναι μια μορφή έκφρασης».

Η προσέγγισή του αντανακλά την ίδια φιλοσοφία. Τα παπούτσια που σχεδιάζει λειτουργούν από μόνα τους σαν ρόλοι. Δημιουργικά και ευφάνταστα, μοιάζουν με μικρά έργα τέχνης. «Είναι μια δύσκολη περίοδος για τα μικρά μαγαζιά, αυτή είναι η αλήθεια. Το χειροποίητο, για να είναι βιώσιμο, πρέπει να συνδυαστεί με ισχυρό μάνατζμεντ», συμπληρώνει ο ίδιος.
Πως επιβιώνει το χειροποίητο;

Βέβαια, για την Ειρήνη και την Ιωάννα Σιώτη του Esiot δεν υπήρχε κάποιο business plan. «Για εμάς, όλο αυτό ξεκίνησε από μια ιδέα που είχαμε για ένα σχέδιο παπουτσιού το οποίο τότε δεν υπήρχε στην αγορά», αποκαλύπτει η Ειρήνη. «Δεν είναι ούτε σύνηθες ούτε εύκολο. Επειδή δεν ανήκαμε στον χώρο του υποδήματος, έπρεπε να ψάξουμε πολύ για να βρούμε τα εργαστήρια και τις πρώτες ύλες που θέλαμε. Ήμασταν εκεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, από την πρώτη στιγμή, και ακόμη και τώρα έτσι λειτουργούμε». Εκείνο το πρώτο σχέδιο, ένα σανδάλι με gladiator δέσιμο και χοντρή σόλα, κέρδισε όλες τις εντυπώσεις. «Ξεκινήσαμε συντηρητικά, αλλά υπήρχε ένας ενθουσιασμός. Το κοινό εκπαιδεύεται σιγά σιγά και πλέον στρέφεται σε μια λογική τού “ένα και καλό” αντί για δύο-τρία ζευγάρια ανά σεζόν. Μέχρι και εμένα, από την πλευρά του καταναλωτή, μου πήρε χρόνια να εκτιμήσω τη σημασία του καλού υποδήματος», καταλήγει. Από τη μία πλευρά υπάρχει η δημιουργικότητα, από την άλλη οι επιταγές της αγοράς. Το δίλημμα είναι μεγάλο· ιδιαίτερα, μάλιστα, αν σκεφτεί κανείς ότι οι μικρές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν συχνά ζητήματα βιωσιμότητας.
«Για εμάς, όλο αυτό ξεκίνησε από μια ιδέα που είχαμε για ένα σχέδιο παπουτσιού το οποίο τότε δεν υπήρχε στην αγορά», λένε η Ειρήνη και η Ιωάννα Σιώτη του Esiot.
«Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Εκτός από το παπούτσι, έχουμε πια να ασχοληθούμε και με την ιστοσελίδα μας, αλλά και με την παρουσία μας στα σόσιαλ μίντια. Όλα περνούν από το χέρι μας», υπογραμμίζει ο Βικέντιος Κατσάλης. Ο ίδιος είναι συνεχιστής μιας μακράς οικογενειακής παράδοσης πάνω στο χειροποίητο παπούτσι, με την επιχείρησή τους, «Λεμήσιος», να μετράει 114 χρόνια και πέντε συνολικά γενιές ιδιοκτητών.

Τον συναντώ μαζί με τον θείο του Μάριο επί το έργον, στο εργαστήριό τους στην Ασκληπιού. Οι δυο τους παράγουν περίπου δέκα ζευγάρια την ημέρα, όπως θα μου αποκαλύψουν στη συνέχεια. «Εγώ να σας πω την αλήθεια, όταν τελείωσα το σχολείο, δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω και κάποια στιγμή ο πατέρας μου μου πρότεινε να περάσω από το εργαστήριο, για να έχω μια εικόνα της δουλειάς· χωρίς πίεση, χωρίς τίποτα. Είδα το δημιουργικό του πράγματος και κόλλησα. Αντιθέτως, ο Βικέντιος ερχόταν εδώ από παιδί», λέει ο Μάριος την ώρα που κολλάει μια σόλα.

«Θεωρώ ότι ήμουν πολύ τυχερός που μου έκανε αυτό το κλικ, γιατί η δουλειά μας είναι σαν παζλ. Είναι πολύ δύσκολο να μάθεις να κάνεις μόνο ένα κομμάτι. Δηλαδή, άμα θέλεις να ασχοληθείς με την υποδηματοποιία, πρέπει να μάθεις όλα τα κομμάτια, ακόμη και την πώληση. Ειδικά σήμερα, που ακόμα και τα fast-fashion προϊόντα έχουν φτάσει να είναι ακριβά, πρέπει και οι τιμές να ανταποκρίνονται στην αγορά. Εμείς προσπαθούμε να κρατάμε τις τιμές μας προσιτές –συγκριτικά με τα περισσότερα μαγαζιά που υπάρχουν στο Κολωνάκι, είμαστε ίσως και από τους πιο φθηνούς–, ενώ όταν κάποιος ακούει τη λέξη “χειροποίητο”, φαντάζεται αυτόματα ότι μιλάμε και για κάτι πιο ακριβό», προσθέτει ο Βικέντιος.
Ό,τι περνάει από το χέρι μας
Μπορεί η πρόθεση των καταναλωτών να είναι σε μεγάλο βαθμό ρομαντική, όμως τα προβλήματα της αγοράς είναι πολλά. Η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων που βασίζονται στη χειροτεχνία δεν εξαρτάται μόνο από τους οικονομικούς πόρους, αλλά κυρίως από τους ανθρώπινους. Οι άνθρωποι που κατέχουν αυτές τις τεχνικές (εκ)λείπουν. Οι αντίστοιχες σχολές απουσιάζουν και η όρεξη χάνεται στη δίνη των γρήγορων ρυθμών. «Είναι μια τέχνη, ξέρεις, πάρα πολύ δύσκολη, που δεν διδάσκεται συχνά. Γενικά το τεχνικό κομμάτι σε πολλά πράγματα, όχι μόνο στο παπούτσι, εκλείπει. Το τι θα γίνουν αυτές οι τέχνες είναι αβέβαιο. Γιατί και όσοι τις διδάσκουν είναι συνήθως μεγάλης ηλικίας, οπότε αυτό είναι ένα πρόβλημα», σημειώνει στο τέλος της συζήτησής μας η Ντέπη Μπουρνάζου.
Βέβαια, πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που επιμένουν, και η περίπτωση της οικογένειας πίσω από το κατάστημα «Λεμήσιος» είναι ένα αισιόδοξο παράδειγμα. Όπως κι αυτό του Γερμανού, που επί έναν χρόνο υποδεχόταν τα απογεύματα ομάδες ανθρώπων, όλων των ηλικιών, που ήθελαν να μάθουν πώς φτιάχνεται ένα παπούτσι. «Ήθελα να μεταδώσω κάτι και να σπάσω τον μύθο ότι είναι ανέφικτο να φτιάξεις με τα χέρια σου ένα ζευγάρι παπούτσια. Η έκπληξη των μαθητών ήταν πάντα τόσο μεγάλη και συγκινητική, ειδικά όταν έπιαναν στα χέρια τους το τελικό προϊόν», συμπληρώνει.
«Είναι μια τέχνη πάρα πολύ δύσκολη, που δεν διδάσκεται συχνά. Γενικά το τεχνικό κομμάτι σε πολλά πράγματα, όχι μόνο στο παπούτσι, εκλείπει», λέει η Ντέπη Μπουρνάζου του brand de.bour.
Η συζήτηση δεν τελειώνει εδώ. Το μέλλον του χειροποίητου είναι ακόμη αβέβαιο, γιατί περνάει και από τα δικά μας χέρια. Δεν αρκεί να ψωνίζουμε λιγότερο ή να αποφεύγουμε τις αλυσίδες ταχείας παραγωγής. Η συνειδητή κατανάλωση μας προτρέπει να σκεφτούμε και τον άνθρωπο πίσω από το προϊόν που εντέλει καταναλώνουμε. Δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά, αν κοιτάξετε καλύτερα, ίσως βρίσκεται σε κάποιο μαγαζί της γειτονιάς σας.
Λεμήσιος, Λυκαβηττού 6, Κολωνάκι. lemisios.com
de.bour, Αγίας Φωτεινής 58, Νέα Ιωνία. debour.gr
Nikolaos Germanos, Καλλιδρομίου 24, Εξάρχεια. nikolaosgermanos.gr
Esiot, Μαυρομιχάλη 41, Εξάρχεια / Δρόσου 11, Τήνος, esiot.gr

