Λίγοι φανταστικοί ήρωες έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από τα όρια του χαρτιού και της οθόνης και να μετατραπούν σε παγκόσμια πολιτισμικά σύμβολα. Ο Ποπάυ είναι μια φιγούρα που συνοψίζει μια ολόκληρη εποχή, μια φιλοσοφία ζωής και μια λαϊκή ηθική που εξακολουθεί να συγκινεί σχεδόν έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του. Καλόψυχος, μυώδης και με ένα –χαριτωμένα– στραβό μάτι. Με την κλασική πίπα στο στόμα και τρώγοντας λίγο σπανάκι, ήταν πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί το κορίτσι του.
Ο κομπάρσος έγινε πρωταγωνιστής
Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε το 1929, στο κόμικ Thimble Theatre, ένα καθημερινό στριπ εθνικής διανομής που δημοσιευόταν σε αρκετές εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Δημιουργός του ήταν ο Αμερικανός σκιτσογράφος Έλζι Σίγκαρ, ένας καλλιτέχνης με βαθιά επαφή με τη λαϊκή κουλτούρα και τους ανθρώπους της εργατικής τάξης. Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι αρχικά ο Ποπάυ δεν προοριζόταν να είναι ο πρωταγωνιστής. Ήταν ένας δευτερεύων χαρακτήρας, ένας τραχύς ναύτης που εμφανίστηκε για λίγο στην ιστορία. Όμως το κοινό τον αγάπησε και ο Σίγκαρ κατάλαβε ότι είχε στα χέρια του κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν απλό κομπάρσο. Αυτή ήταν η πρώτη και βασική αλλαγή πορείας στη μοίρα του Ποπάυ.

Σύντομα, ο Ποπάυ έγινε ο κεντρικός ήρωας. Η δημοτικότητά του εκτοξεύτηκε όταν πέρασε από τις σελίδες των εφημερίδων στην οθόνη, με τα κινούμενα σχέδια του στούντιο Fleischer να παίζουν στα σινεμά πριν από τις ταινίες, τη δεκαετία του 1930. Εκεί, η χαρακτηριστική φωνή του, η τραχιά άρθρωση και το μόνιμο μουρμουρητό του ολοκλήρωσαν την εικόνα ενός ήρωα που έμοιαζε περισσότερο με άνθρωπο της διπλανής πόρτας παρά με σούπερ ήρωα. Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, το 1957, θα εισβάλει και στη μικρή οθόνη από την King Features, για να εδραιωθεί περαιτέρω η φήμη του.
Γύρω του οικοδομήθηκε ένα ολόκληρο σύμπαν χαρακτήρων που συνέβαλαν στη διαχρονικότητά του. Η Όλιβ Όιλ, η ψηλόλιγνη, νευρική αγαπημένη του, αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα γυναικεία καρτούν όλων των εποχών. Η σχέση τους είναι γεμάτη εντάσεις, παρεξηγήσεις και τρυφερότητα, μακριά από τα ρομαντικά στερεότυπα. Από την άλλη πλευρά, ο Βρούτος ενσαρκώνει τη δύναμη χωρίς ηθική, τον νταή που επιβάλλεται με το μέγεθος και τον φόβο. Η σύγκρουση του Ποπάυ με τον Βρούτο δεν είναι απλώς σωματική· είναι βαθιά ιδεολογική.

Συνολικά στις ΗΠΑ κυκλοφόρησαν 171 τεύχη με τις ιστορίες του Ποπάυ – πριν καν κυκλοφορήσει το τεύχος Νο 1, οι λιανέμποροι κόμικς είχαν κάνει προπαραγγελίες για 11.569 αντίτυπα από την IDW Publishing. Αυτό οδήγησε τον εκδοτικό οίκο να τυπώσει περίπου 13.400 αντίτυπα στην πρώτη έκδοση, τα οποία εξαντλήθηκαν και σε πολλές αγορές τυπώθηκε δεύτερη έκδοση. Ο συνολικός αριθμός των πωλήσεων ανεβαίνει κατακόρυφα αν συνυπολογίσουμε το ότι μεταφράστηκε σε περίπου 50 χώρες. Φευ, δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος «παγκόσμιος» αριθμός πωλήσεων, εντούτοις είναι πρόδηλο πως έγινε, συν τω χρόνω, ένα διαχρονικό εκδοτικό φαινόμενο.
«Δεν γίνεται ποτέ νταής»
Ο Ποπάυ είναι ιδιαίτερος ακριβώς διότι δεν μοιάζει με τους κλασικούς ήρωες. Δεν είναι όμορφος, δεν είναι καλοντυμένος, δεν είναι ευγενικός με την παραδοσιακή έννοια. Είναι τραχύς, συχνά αδέξιος και καθόλου τέλειος. Και όμως, διαθέτει έναν ακλόνητο ηθικό πυρήνα. Υπερασπίζεται τους αδυνάμους, στέκεται μαχητικά απέναντι στην αδικία και, πάνω απ’ όλα, μένει πιστός σε αυτό που πιστεύει. Θυμηθείτε το τραγουδάκι του: «I’m Popeye the Sailor Man / I’m Popeye the Sailor Man / I yam wot I yam / And that’s all wot I yam / I’m Popeye the Sailor Man». Kάποια στιγμή θα το έχετε τραγουδήσει ή έστω ψιθυρίσει. Ίσως να το κάνετε ακόμα. Ο Νικ Κέιβ το έκανε· χρησιμοποίησε (ελαφρώς παραποιημένη) τη χαρακτηριστική ατάκα του Ποπάυ σε ένα παλαιότερο τραγούδι του (Loverman). Είχε προηγηθεί ο Τσάμπι Τσέκερ, όταν το 1962 τραγούδησε το Popeye the Hitchhiker, ένα rock ’n’ roll single που ανέβηκε στο Top-10 του Billboard Hot 100.
Ο Ποπάυ είναι τραχύς, συχνά αδέξιος και καθόλου τέλειος. Και όμως, διαθέτει έναν ακλόνητο ηθικό πυρήνα. Υπερασπίζεται τους αδυνάμους, στέκεται μαχητικά απέναντι στην αδικία.
Ο κομίστας Κωνσταντίνος Μοσχονάς μάς περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τους λόγους που ο Ποπάυ ξεφεύγει από το στερεότυπο των περισσότερων χαρακτήρων κόμικ: «Είναι ένας street level ήρωας, πιο καθημερινός και καθόλου ατσαλάκωτος. Μπορεί να είναι μυώδης, αλλά δεν γίνεται ποτέ νταής. Αντίθετα, θα προτάξει τα στήθη του για να προστατέψει το κορίτσι του. Μπορεί να μην είναι όμορφος, αλλά ένας ήρωας δεν χρειάζεται να αρέσει στις γυναίκες για να καθιερωθεί. Έπειτα από εκατό χρόνια, ο Ποπάυ παραμένει διαχρονικός. Δεν βλέπω τον λόγο γιατί στις μέρες μας να μην μπορεί να ταυτιστεί κάποιος μαζί του». Θυμάται, δε, πως στην παιδική του ηλικία αποτέλεσε μια οικεία φιγούρα: «Πριν καν μάθω να διαβάζω, φανταζόμουν τις ιστορίες του χωρίς, φυσικά, να μπορώ να ξέρω τι έλεγαν. Από την αρχή μού άρεσε η φιγούρα του Ποπάυ και συνεχίζει να μου αρέσει έπειτα από τόσες δεκαετίες».

Παρόμοια και ακόμη πιο έντονη είναι η σχέση που απέκτησε με τον Ποπάυ ο επίσης κομίστας Γαβριήλ Τομπαλίδης. «Από τα τέσσερά μου έμαθα να διαβάζω, χάρη στον Ποπάυ. Θυμάμαι στην αρχή μού διάβαζε τις ιστορίες του ο παππούς μου, που μου έλεγε πως η Όλιβ λεγόταν Φατμέ. Ίσως είχε να κάνει με την καταγωγή του από το Καστελλόριζο. Όπως και να είχε, κάτι δεν μου κολλούσε στην αφήγησή του και χάρη στην αδελφή μου, που ήταν μεγαλύτερη, άρχισα να διαβάζω μόνος μου. Μπορεί να πέρασα από την Καλών Τεχνών, αλλά θυμάμαι ακόμη πως τα πρώτα σχέδια που έκανα μικρός στο χαρτί ήταν ο Ποπάυ».
Γιατί τρώει σπανάκι;
Κεντρικό ρόλο στον μύθο του Ποπάυ παίζει, φυσικά, το σπανάκι. Το πράσινο λαχανικό που του χαρίζει υπεράνθρωπη δύναμη δεν ήταν απλώς ένα εύρημα χιούμορ. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το σπανάκι θεωρούνταν υπερτροφή (εξαιτίας ενός λάθος υπολογισμού στην περιεκτικότητα σιδήρου σε σχέση με άλλες τροφές) και ο Ποπάυ λειτούργησε ακούσια ως ένας πολύ αποτελεσματικός «διαφημιστής» του. Δεν είναι τυχαίο ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφηκε αύξηση στην κατανάλωση σπανακιού μετά την επιτυχία του ήρωα.

Αρκετές πηγές αναφέρουν ότι οι πωλήσεις σπανακιού αυξήθηκαν κατά περίπου 33 % στις ΗΠΑ εκείνη την περίοδο, και αυτό συνδέθηκε με την τεράστια δημοτικότητα του χαρακτήρα, κυρίως μέσω του κόμικ και των κινούμενων σχεδίων. Παράλληλα, μια μελέτη στην Ταϊλάνδη (δημοσιευμένη στο Nutrition & Dietetics) βρήκε ότι παιδιά ηλικίας τεσσάρων-πέντε ετών έτρωγαν περισσότερα λαχανικά, συμπεριλαμβανομένου του σπανακιού, όταν παρακολουθούσαν Ποπάυ ως μέρος ενός προγράμματος ενθάρρυνσης υγιεινής διατροφής.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι το σπανάκι δεν ήταν εξαρχής το «καύσιμο» μέσω του οποίου κινητοποιούνταν στον μέγιστο βαθμό οι δυνάμεις του Ποπάυ. Στις πρώτες ιστορίες ήταν απλώς ένας σκληροτράχηλος ναυτικός με δυνατή θέληση και ικανότητες, αλλά η δύναμή του δεν συνδεόταν με το σπανάκι. Η εισαγωγή του σπανακιού ήταν ένα εύρημα που έκανε τον χαρακτήρα ακατανίκητο και εύκολο να μεταφερθεί στην παιδική κουλτούρα και να γίνει η ανάλογη εμπορική εκμετάλλευση. Η Αμερικανίδα ιστορικός Λόρα Λόβετ του Πανεπιστημίου του Πίτσμπουργκ σημειώνει σε μελέτη της πως ο Ποπάυ χρησιμοποιήθηκε στην Αμερική για να προωθήσει ιδέες γύρω από τη διατροφή και την καταπολέμηση της παιδικής κακής διατροφής στις αρχές του 20ού αιώνα. Το άρθρο της, που δημοσιεύτηκε το 2005 στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Health Politics, Policy and Law, αναφέρει πως η σχέση του Ποπάυ με το σπανάκι σχεδιάστηκε στο πλαίσιο μιας κοινωνικής «κρίσης υγείας», με σκοπό να μπορεί να διδάξει τα παιδιά για τη δημόσια υγεία και την εκπαίδευση.
Πέρα από τα κόμικς
Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1930 και του 1940, ο Ποπάυ αποτέλεσε κομμάτι της αμερικανικής καθημερινότητας. Στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και αργότερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο ναύτης με το σπανάκι εξέφραζε την ελπίδα ότι ο απλός άνθρωπος, με πείσμα και καθαρή καρδιά, μπορεί να τα βάλει με μεγαλύτερες δυνάμεις και να νικήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αρκετά επεισόδια της εποχής ο Ποπάυ παρουσιάζεται ως πατριωτικό σύμβολο, χωρίς όμως να χάνει τη λαϊκή του ταυτότητα. Ο ιστορικός της ποπ κουλτούρας Ίαν Γκόρντον, ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της ιστορίας των κόμικς, έχει αναλύσει συνολικά τη σημασία των στριπ όπως του Ποπάυ στη διαμόρφωση της αμερικανικής κουλτούρας, της καθημερινής αφήγησης και της κοινής ανάγνωσης των κόμικς. Το συμπέρασμα είναι ότι ο ήρωας έχει ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικού και πολιτισμικού ήθους που ξεπερνά τον κόσμο των κόμικς.
Στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και αργότερα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ποπάυ εξέφραζε την ελπίδα ότι ο απλός άνθρωπος, με καθαρή καρδιά, μπορεί να τα βάλει με μεγαλύτερες δυνάμεις.
Μετά τον θάνατο του Σίγκαρ, το 1938, ο Ποπάυ συνέχισε να ζει μέσα από άλλους δημιουργούς, τηλεοπτικές σειρές, κόμικς και κινηματογραφικές απόπειρες. Το 1980, ο Ρόμπερτ Άλτμαν σκηνοθέτησε την ταινία Popeye, με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν και η ταινία δίχασε κοινό και κριτικούς, ανέδειξε ξανά τη μοναδικότητα του χαρακτήρα και τη δυσκολία να μεταφερθεί αυτούσια η γοητεία του σε διαφορετικά μέσα. Όπως έγραφε το New Yorker στην κριτική του: «Ο Γουίλιαμς ενσαρκώνει τον Ποπάυ με όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του –τα φουσκωμένα μπράτσα, τη χαρακτηριστική ομιλία και την ιδιόρρυθμη προσωπικότητα–, ωστόσο η ταινία δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τον καρτουνίστικο χαρακτήρα και παραμένει στο επίπεδο της απλής μίμησης».

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, ο Ποπάυ πέρασε περιόδους μικρότερης επιρροής, χωρίς όμως να εξαφανιστεί ποτέ. Παρέμεινε παρών στη συλλογική μνήμη, σε επαναλήψεις παλιών επεισοδίων, σε εμπορεύματα και αναφορές της ποπ κουλτούρας. Και αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της διαχρονικότητάς του: δεν χρειάστηκε να «εκσυγχρονιστεί» δραστικά για να επιβιώσει. Η αυθεντικότητά του ήταν αρκετή. Στο μεταξύ, πέρυσι (2025) ο καλοκάγαθος Ποπάυ εμφανίστηκε με έμμεσο τρόπο σε τρεις (!) ταινίες μεγάλου μήκους (και χαμηλού μπάτζετ), οι οποίες αντί για γέλιο προκαλούν τρόμο: πρόκειται για τις ταινίες Popeye the Slayer Man, Popeye’s Revenge και Shiver Me Timbers.
Ο Ποπάυ στην Ελλάδα
Ο Ποπάυ εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά μόλις το 1956, όταν ο εκδότης του περιοδικού κόμικς Γέλιο και Χαρά τον εισήγαγε στη χώρα μας. Αργότερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο Ιωάννης Δραγούνης πήρε την άδεια να επαναφέρει και να δημοσιεύσει τις περιπέτειες του Ποπάυ σε δικό του περιοδικό κόμικς, με ακόμη μεγαλύτερη απήχηση. Στις μέρες μας, τις περιπέτειές του εκδίδει ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, ο οποίος μιλώντας στο Κ εξήγησε έναν από τους πολλούς λόγους που κάνουν αγαπητό τον Ποπάυ: «Είναι με τέτοιο τρόπο φτιαγμένος, που σε κάθε σελίδα βγάζει ένα αστείο, κάτι που δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Στην ουσία, ανά τρία καρέ έχουμε έναν λόγο να γελάσουμε και όλο μαζί βγάζει ένα νόημα. Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι να γελάω με τα αστεία διαφόρων περιοδικών, όταν όμως μεγάλωσα, τα ίδια αυτά αστεία μού φαίνονταν κενά ή πεζά. Σίγουρα δεν με έκαναν να γελάω. Αυτό δεν μου συνέβη ποτέ με τον Ποπάυ. Ακόμη και τώρα, αν διαβάσω μια ιστορία του, θα γελάσω ξανά όπως τότε που ήμουν μικρός», αναφέρει.

Γιατί όμως εξακολουθούμε να αγαπάμε τον Ποπάυ σήμερα; Ίσως επειδή σε έναν κόσμο γεμάτο υπερήρωες με σμιλεμένα σώματα και αψεγάδιαστα ηθικά προφίλ, ο Ποπάυ μοιάζει σχεδόν επαναστατικός. Είναι κουρασμένος, γκρινιάρης, κάνει λάθη, αλλά όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, σηκώνεται και παλεύει. Δεν γεννήθηκε δυνατός· γίνεται δυνατός όταν το απαιτούν οι περιστάσεις. Ο κ. Ανεμοδουράς συμπληρώνει με νόημα: «Το χιούμορ του Ποπάυ κάνει γκελ σε όλες τις ηλικίες, γιατί είναι σχεδόν σουρεαλιστικό. Αν και είμαι προβληματισμένος για το τι θέλει πραγματικά η Γενιά Ζ, πιστεύω πως μπορεί να γελάσει με τον Ποπάυ. Στην ουσία είναι το αποτέλεσμα ενός άκρως επιτυχημένου spin-off, καθώς, όπως ξέρουμε, δεν φτιάχτηκε για να είναι πρωταγωνιστής, αλλά πολύ νωρίς έστρεψε πάνω του όλα τα φώτα και καθιερώθηκε όπως τον ξέρουμε πλέον».
Ο κ. Τομπαλίδης δίνει και μια πιο συναισθηματική διάσταση: «Ο Ποπάυ είναι η προσωποποίηση της καλοσύνης. Να γιατί ο ίδιος λέει κάποια στιγμή ότι τον αγαπούν τα παιδιά και τα ζώα. Είναι ένα καρτούν που σου προσφέρει αγαλλίαση ψυχής. Από την αρχή μίλησε για πράγματα που τα είδαμε να συμβαίνουν στη συνέχεια στις κοινωνίες μας, όπως το μπούλινγκ, το χάσμα των γενεών, ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη. Παραμένει πάντα επίκαιρος, διότι είναι βαθύτατα ανθρώπινος», σημειώνει.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Ποπάυ εκπροσωπεί μια απλή, αλλά βαθιά αξία: τη σημασία της επιμονής και της εντιμότητας. Δεν πολεμά για δόξα ή αναγνώριση, αλλά για το σωστό. Και αυτή η στάση, όσο παλιά κι αν μοιάζει, παραμένει επίκαιρη. Σε μια εποχή κυνισμού και ταχύτητας, ο ναύτης με την πίπα μάς θυμίζει ότι το ήθος δεν βγαίνει ποτέ εκτός μόδας. Σχεδόν έναν αιώνα μετά την πρώτη του εμφάνιση, ο Ποπάυ εξακολουθεί να στέκει όρθιος στο κατάστρωμα της παγκόσμιας κουλτούρας. Όχι ως απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά ως ζωντανό σύμβολο ενός ήρωα που δεν φοβήθηκε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Και ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που τρώμε μια μπουκιά σπανάκι, κάτι μέσα μας χαμογελά ακόμα.
Μπαντ Σάγκεντορφ, η «ψυχή» του Ποπάυ
Αν ο Ε. Κ. Σίγκαρ ήταν ο γεννήτορας του Ποπάυ, ο Μπαντ Σάγκεντορφ έγινε ο ανανεωτής του, καίτοι ο ίδιος επέμενε πως ήταν μόνο ο θεματοφύλακας της κληρονομιάς που άφησε ο δάσκαλός του. Παιδί της Νέας Υόρκης των αρχών του 20ού αιώνα (γεννήθηκε στις 22/3/1915), ο Σάγκεντορφ έδειξε από πολύ νωρίς πως ήταν γεννημένος για τα κόμικς. Στις αρχές του ’30 θα συναντηθεί με το πεπρωμένο του όταν θα γίνει ο βοηθός του Σίγκαρ, μια σχέση ζωής που διαμόρφωσε την καριέρα του. Ο Σίγκαρ τον εμπιστεύτηκε τυφλά, διότι διείδε την πίστη του στον Ποπάυ αλλά και την δίχως όρια εργατικότητά του. Κάπως έτσι, όταν ο Σίγκαρ πέθανε το 1938, ήταν φυσικό επόμενο να αναλάβει τα ηνία ο Σάγκεντορφ.

Όντως, από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 ανέλαβε τις τύχες του Ποπάυ για λογαριασμό της King Features. Δημιούργησε εκατοντάδες ιστορίες, κυρίως σε comic books. Το ύφος του ήταν πιο «καρτουνίστικο» και ελαφρύ σε σχέση με εκείνο του Σίγκαρ, με έμφαση στο slapstick (βλ. μορφή κωμωδίας) και στις παιδικές περιπέτειες. Στην ουσία, ο Σάγκεντορφ προσάρμοσε τον Ποπάυ στις ανάγκες του μεταπολεμικού κοινού. Έως τη δεκαετία του ’80 ήταν η «ψυχή» του ήρωα. Δικαίως, θεωρείται πλέον ο άνθρωπος που κράτησε τον χαρακτήρα εμπορικά και πολιτισμικά ενεργό για σχεδόν 40 χρόνια μετά τον αρχικό δημιουργό του. Πέθανε στις 22 Σεπτεμβρίου 1994.
Το πρώτο τεύχος του Ποπάυ, με τίτλο Το νησί των φαντασμάτων, θα κυκλοφορήσει με την Καθημερινή το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026.

