Lulu Garcia -Navarro / c.2026 The New York Times Company / Απόδοση: Ιωάννα Φωτιάδη
Είναι η πρώτη φορά που ο κόσμος θα ακούσει την ιστορία σας με τα δικά σας λόγια. Πώς αισθάνεστε που κάθεστε εδώ και τη συζητάτε δημόσια;
Έγραψα αυτό το βιβλίο [Σ.τ.μ. Ύμνος στη ζωή, εκδ. Ψυχογιός) γιατί θεώρησα ότι θα ήταν κάτι χρήσιμο. Η συγγραφή μού έδωσε επίσης την ευκαιρία να κοιτάξω μέσα μου, να κάνω έναν απολογισμό και να προσπαθήσω να χτίσω ξανά πάνω στα ερείπια. Όταν ακούει κανείς τα πρακτικά της δίκης, αντικρίζει αυτή τη γυναίκα και αναρωτιέται: «Μα πώς στέκεται ακόμα όρθια;». Ένιωσα την ανάγκη να δείξω ότι παραμένω μια γυναίκα που στέκεται όρθια, με το κεφάλι ψηλά.
Θα ήθελα να μιλήσουμε για την εποχή πριν μάθετε τι σας είχε συμβεί. Είχατε αποσυρθεί στη νοτιοανατολική Γαλλία, στο Μαζάν. Ποια ήταν η Ζιζέλ εκείνης της εποχής;
Βγήκα στη σύνταξη λίγο μετά τα εξήντα. Ήμουν μια γυναίκα που δούλευε πάντα, μεγάλωσε τα παιδιά της και είχε μια πολύ γεμάτη ζωή. Πίστευα πως με τον κύριο Πελικό θα ζούσαμε μια ήρεμη και ευτυχισμένη ζωή μετά τη συνταξιοδότησή μας. Το σπίτι στο Μαζάν ήταν το καταφύγιό μας, εκεί όπου υποδεχόμασταν φίλους και παιδιά στις γιορτές. Το λέγαμε «σπίτι της ευτυχίας». Κοντά στο όρος Βεντού, μέσα στα τζιτζίκια, στις ελιές και στον ήλιο. Είχαμε και την πισίνα μας. Μόλις έφταναν τα εγγόνια μας, πετούσαν τα πράγματά τους και βουτούσαν αμέσως. Απολάμβανα να τα βλέπω να μεγαλώνουν. Ζούσα μια ζωή γεμάτη και όμορφη. Φυσικά, όπως κάθε ζευγάρι, είχαμε και τις δυσκολίες μας. Η ζωή δεν είναι πάντα ρόδινη. Είχα όμως αυτή τη δίψα για ζωή, τη joie de vivre [Σ.τ.Μ. χαρά της ζωής], πλάι στον κύριο Πελικό. Όλοι τον αγαπούσαν, φίλοι και συγγενείς. Ήταν αθλητικός τύπος και πάντα πρόθυμος να βοηθήσει. Εγώ γνώριζα μόνο έναν άνθρωπο ευγενικό και στοργικό. Κι αυτό είναι το τρομακτικό.
Μεγάλο μέρος του βιβλίου μοιάζει με μια προσπάθεια να καταλάβετε ποιον άνθρωπο παντρευτήκατε τελικά. Ποιος ήταν ο άνθρωπος που ερωτευτήκατε;
Γνωριστήκαμε τον Ιούλιο του 1971. Ήμασταν δύο παιδιά δεκαεννέα ετών. Τότε, ήταν ένα ντροπαλό αγόρι που κοκκίνιζε με το παραμικρό. Η οικογένειά του ήταν πιο δύσκολη από τη δική μου. Ο πατέρας του ήταν τύραννος, ένας απόλυτα αυταρχικός άνθρωπος· ο ίδιος αναγκαζόταν να δίνει στους γονείς του κάθε δεκάρα που κέρδιζε. Όταν ήταν μικρός, τον είχαν βιάσει στο νοσοκομείο και στα δεκατέσσερα τον ανάγκασαν να παρακολουθήσει έναν ομαδικό βιασμό σε ένα εργοτάξιο. Δεν ζήτησε ποτέ βοήθεια από ειδικό ούτε του στάθηκε η οικογένειά του.

Αποφασίσαμε να παντρευτούμε πολύ νέοι. Ο πατέρας μου δεν συμφωνούσε. Είχε ξαναπαντρευτεί, η μητριά μου δεν ήταν καλή μαζί μου, και η μόνη μου επιθυμία ήταν να αποδράσω και να ζήσω μια ευτυχισμένη ζωή. Και αυτό ακριβώς συνέβη. Μετακομίσαμε στα προάστια του Παρισιού. Δεν είχαμε σχεδόν τίποτα στην αρχή, αλλά ήμασταν ερωτευμένοι. Θέλαμε και οι δύο να κάνουμε οικογένεια. Λένε πως οι ιστορίες αγάπης δεν τελειώνουν καλά· η δική μου έληξε άσχημα, πενήντα χρόνια μετά. Όμως, ακόμα και τώρα κρατάω μέσα μου τις καλές στιγμές εκείνης της ζωής.
Από όσο γνωρίζουμε, ο κύριος Πελικό φαίνεται να άρχισε να σας κακοποιεί το 2011. Όμως το 2013, όταν αποσυρθήκατε στο Μαζάν, η κατάσταση εκτροχιάστηκε. Τότε ήταν που αρχίσατε να βιώνετε εκείνες τις ανεξήγητες απώλειες μνήμης. Μπορείτε να μου μιλήσετε για εκείνα τα κενά;
Το επεισόδιο του 2011 δεν το θυμάμαι καθόλου. Μου ήρθε στο μυαλό αργότερα, ενώπιον του ανακριτή, όταν έμαθα ότι ο πρώτος μου βιασμός συνέβη στις 23 Ιουλίου 2011. Θυμάμαι να ξυπνάω μες στη νύχτα και να συνειδητοποιώ ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον κύριο Πελικό, γιατί του είπα: «Τι κάνεις εκεί; Άφησέ με ήσυχη». Ήμουν ναρκωμένη – όχι όμως αρκετά για τα δικά του δεδομένα. Νομίζω πως τότε είχε αρχίσει να πειραματίζεται με τις δόσεις που μου έδινε. Ξανακοιμήθηκα λοιπόν και ξύπνησα πολύ αργά την επόμενη μέρα, γύρω στις έξι το απόγευμα. Ρώτησα: «Πώς και δεν με ξύπνησες;». Κι εκείνος απάντησε: «Ήσουν κουρασμένη και σε άφησα να κοιμηθείς». Με παραξένεψε το ότι μπόρεσα να κοιμηθώ τόσες ώρες.
Εκείνο το περιστατικό έμεινε κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Δεν το ξανασκέφτηκα, μέχρι που συνέβη το ίδιο τον Σεπτέμβριο του 2013 – αυτή τη φορά δεν ξύπνησα καθόλου τη νύχτα. Το κατάλαβα την επομένη, όταν φόρεσα το παντελόνι που φορούσα το προηγούμενο βράδυ και είδα πάνω του λεκέδες, σαν στάμπες από χλωρίνη. Σκέφτηκα πως ήταν πολύ περίεργο. Τι είχα κάνει; Δεν θυμόμουν τίποτα από το προηγούμενο βράδυ και ρώτησα τον κύριο Πελικό. Ήταν στον κήπο εκείνη την ώρα και του είπα: «Ντουμέ» –έτσι τον φώναζα χαϊδευτικά– «δεν με ναρκώνεις, έτσι δεν είναι;». Ήταν σαν να τον ρωτούσα τι θέλει να φάμε ή αν θα πάμε βόλτα το απόγευμα. Με άλλα λόγια, το υποσυνείδητό μου έθεσε την ερώτηση, αλλά το είπα περισσότερο για πλάκα.
Και τότε, προς μεγάλη μου έκπληξη, εκείνος έβαλε τα κλάματα. Μου είπε: «Έχεις καταλάβει τι μου λες; Για τι άνθρωπο με περνάς;». Η αντίδρασή του με αποσυντόνισε· κατέληξα εγώ να του ζητάω συγγνώμη που έκανα τέτοια σκέψη. «Λυπάμαι, σου ζητώ συγγνώμη», του είπα, «δεν ξέρω γιατί σε ρώτησα κάτι τέτοιο». Και δεν του το ανέφερα ποτέ ξανά. Το υποσυνείδητό μου είχε εντοπίσει κάτι, αλλά εγώ το έθαψα βαθιά μέσα μου.
Ας μιλήσουμε για τη στιγμή που μάθατε τι συνέβαινε πραγματικά. Το 2020, ο κύριος Πελικό σάς λέει ότι τον έπιασαν να τραβάει βίντεο κάτω από τις φούστες γυναικών σε ένα τοπικό σούπερ μάρκετ. Σοκαριστήκατε;
Όταν ο κύριος Πελικό μού αποκάλυψε τι είχε κάνει στο σούπερ μάρκετ του Καρπαντρά, δυσκολεύτηκα να το πιστέψω, γιατί δεν μου είχε κάνει ποτέ τίποτα ύπουλο. Στα πενήντα χρόνια, δεν είχα δει το παραμικρό. Δεν ήταν άνθρωπος που έκανε πρόστυχα αστεία σε βάρος των γυναικών ή που φερόταν απρεπώς απέναντί τους. Του είπα: «Τι σε έπιασε;». «Εσύ δεν ήσουν εκεί και είχα μια παρόρμηση», μου απάντησε. Επειδή δεν είχε ξανακάνει ποτέ κάτι τέτοιο, του είπα: «Θα σε βοηθήσω, πρέπει να ζητήσεις βοήθεια, να δεις κάποιον ειδικό, γιατί δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι. Θα ζητήσεις συγγνώμη από αυτές τις γυναίκες, γιατί χρειάζονται δικαίωση». Του είπα: «Προς το παρόν σε συγχωρώ, αλλά σε προειδοποιώ, δεν θα υπάρξει επόμενη φορά. Την επόμενη φορά, θα φύγω». Κι εκείνος απάντησε: «Μην ανησυχείς, πήρα το μάθημά μου. Δεν θα το ξανακάνω». Τον πίστεψα, και αυτό είναι που με τρομάζει ακόμα και σήμερα όταν το σκέφτομαι. Πώς μπορούσε να με κοιτάζει στα μάτια και να μου μιλάει έτσι; Όπως εκείνο το τελευταίο πρωινό, τη μέρα που έμαθα την αλήθεια. Τρώγαμε το πρωινό μας σαν να μη συνέβαινε τίποτα.
Ο κύριος Πελικό έβρισκε άνδρες στο διαδίκτυο για να σας βιάζουν ενώ ήσασταν βαριά ναρκωμένη. Βιντεοσκοπούσε σχολαστικά αυτές τις συναντήσεις. Αυτό συνέβαινε διαρκώς: μετά το δείπνο με τα παιδιά σας, ενώ ήσασταν σε διακοπές. Είναι αδιανόητο: γι’ αυτόν τον άνθρωπο με τον οποίο ήσασταν παντρεμένη πενήντα χρόνια, μαθαίνετε ξαφνικά τις εν λόγω πληροφορίες. Πώς ήταν να βλέπετε αυτή την εκδοχή του εαυτού σας, σε πλήρη αναισθησία;
Συντριπτικό. Είμαι μια πάνινη κούκλα, ένα κουρέλι. Είναι σαν να βγήκα μόλις από χειρουργείο, γιατί είμαι εντελώς αναισθητοποιημένη. Αυτοί οι άνδρες, όταν βλέπεις τι μου κάνουν, πώς είναι δυνατόν το σώμα μου να μην ένιωθε τίποτα; Ήταν πράγματι αναισθησία. Ευτυχώς για μένα, δεν έχω αναμνήσεις, γιατί νομίζω ότι, αν θυμόμουν, θα είχα αυτοκτονήσει. Δεν θα είχα επιβιώσει μετά από κάτι τέτοιο. Έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν ήμουν εγώ. Ήμουν εγώ, αλλά ταυτόχρονα δεν ήμουν κιόλας. Ο κύριος Πελικό με είχε μεταμορφώσει. Έμοιαζα με ένα τσουβάλι πατάτες. Δεν είχα ψυχή, τίποτα. Εκείνη η γυναίκα δεν ήμουν εγώ. Αυτό είναι μάλλον που με έσωσε: το να λέω αυτό στον εαυτό μου.

Καθώς προσπαθούσατε να το συνειδητοποιήσετε όλο αυτό, μάθατε ότι η αστυνομία βρήκε επίσης φωτογραφίες από τις νύφες σας στο ντους, καθώς και από την κόρη σας, την Καρολίν, να κοιμάται φορώντας εσώρουχα, μια φωτογραφία που η ίδια λέει πως δεν αναγνωρίζει. Και τα τρία παιδιά σας έπρεπε να διαχειριστούν αυτό που έκανε ο πατέρας τους. Η Καρολίν κατέρρευσε ψυχολογικά και χρειάστηκε να νοσηλευτεί. Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπείτε ανάμεσα στον ρόλο του θύματος και τον ρόλο της μητέρας ενήλικων παιδιών που χρειάζονταν συμπαράσταση;
Ο πόνος δεν φέρνει απαραίτητα μια οικογένεια πιο κοντά. Είναι σαν μια έκρηξη που παρασύρει τα πάντα. Προσπαθούμε να συνέλθουμε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο και στον δικό του χρόνο. Αυτό που πέρασε η Καρολίν είναι εξαιρετικά επώδυνο. Με συνταράσσει η οδύνη της, γιατί αυτή η διαρκής αμφιβολία είναι μια κόλαση χωρίς διαφυγή. Δεν υπάρχουν απαντήσεις. Υπάρχουν αυτές οι δύο φωτογραφίες της, οι οποίες γεννούν πολλά ερωτήματα. Αλλά εγώ δεν έχω απαντήσεις ούτε ο κύριος Πελικό τής έδωσε καμία. Ελπίζω μια μέρα να νιώσει μεταμέλεια και να βρει τη δύναμη να μιλήσει στην κόρη του. Ξέρω ότι εκείνη πονάει πολύ. Της μίλησα σήμερα το πρωί. Πλέον μιλάμε στο τηλέφωνο σχεδόν κάθε μέρα. Υποφέρει, και για μια μητέρα αυτό είναι πολύ σκληρό. Είναι 47 ετών τώρα. Αυτό που θέλει είναι να αναγνωριστεί ως θύμα, γιατί σήμερα, επίσημα, δεν θεωρείται θύμα. Εκείνος καταδικάστηκε για τη λήψη όλων αυτών των εικόνων, αλλά δεν καταδικάστηκε ποτέ για όσα έκανε στην Καρολίν.
«Ευτυχώς για μένα, δεν έχω αναμνήσεις, γιατί νομίζω ότι, αν θυμόμουν, θα είχα αυτοκτονήσει. Δεν θα είχα επιβιώσει μετά από κάτι τέτοιο».
Στο βιβλίο γράφετε για τον αγώνα που δώσατε να συμβιβάσετε τις όμορφες αναμνήσεις σας με την επίγνωση που έχετε πλέον για το ποιος ήταν ο κύριος Πελικό. Γράφετε: «Αν μου αφαιρούσαν τα τελευταία πενήντα χρόνια της ζωής μου, θα ήταν σαν να μην είχα υπάρξει ποτέ. Θα ήμουν νεκρή». Μπορείτε να μου εξηγήσετε πώς προσπαθήσατε να το διαχειριστείτε αυτό;
Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά μοιάζει πολύ με το πένθος. Πενθείς για τη ζωή που είχες. Δεν μπορούσα να σβήσω όλες τις καλές αναμνήσεις, γιατί διαφορετικά θα έχανα τα πάντα και η ύπαρξή μου θα ήταν κενή. Έτσι, κρατήθηκα από αυτές τις καλές στιγμές. Είναι σαν να ξεχωρίζεις τα ρούχα για το πλυντήριο· χωρίζεις τα καθαρά από τα λερωμένα. Έβαλα τα λερωμένα στην άκρη και κράτησα όλα εκείνα που ήταν καθαρά.
Στη Γαλλία, τα θύματα σεξουαλικής βίας έχουν το δικαίωμα προστασίας της ταυτότητάς τους στη δίκη. Εσείς όμως πήρατε την εξαιρετικά γενναία απόφαση να αποποιηθείτε την ανωνυμία σας και να επιτρέψετε μια ανοιχτή διαδικασία. Μπορείτε να με μεταφέρετε στο σκεπτικό αυτής της απόφασης; Πώς συνειδητοποιήσατε ότι αυτό ήταν κάτι που θέλατε να δει όλος ο κόσμος;
Χρειάστηκα τέσσερα χρόνια για να πάρω αυτή την απόφαση. Αρχικά, ήθελα μια δίκη κεκλεισμένων των θυρών, δεν ήθελα να ξέρει ο κόσμος ποια είμαι, ήθελα σε αυτή τη δίκη να βρίσκονται μόνο οι δράστες και οι δικηγόροι τους. Μια μέρα όμως, η κόρη μου μου είπε: «Μαμά, τους κάνεις τεράστια χάρη. Σκέψου το». Πέρασαν τέσσερα χρόνια και μια μέρα, ενώ περπατούσα μόνη μου, κατάλαβα ότι είχε δίκιο. Όταν κουβαλάς μόνη σου αυτή την ντροπή, αυτό μετατρέπεται σε διπλή καταδίκη, γιατί υποβάλλεις τον εαυτό σου σε αυτόν τον πόνο ξανά και ξανά. Αντιμετωπίζοντας όμως αυτό το βίωμα, χωρίς να το κρύβω, σήμαινε ταυτόχρονα ότι δουλεύω και για το κοινό καλό.
Ήξερα ότι είχα πάρει τη σωστή απόφαση όταν, στις 2 Σεπτεμβρίου, μπήκα στην αίθουσα της συνεδρίασης με εκείνους τους 51 κατηγορουμένους και τους 45 δικηγόρους τους. Οι δημοσιογράφοι ήταν ήδη μέσα, αλλά πίστευαν ότι θα έπρεπε σύντομα να αποχωρήσουν. Κανείς δεν περίμενε αυτό που επρόκειτο να συμβεί. Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου είπε «Κυρίες και κύριοι δημοσιογράφοι, η συνεδρίαση είναι κεκλεισμένων των θυρών, παρακαλώ αποχωρήστε», οι δικηγόροι μου σηκώθηκαν και είπαν: «Εξοχότατε, η πελάτισσά μας παραιτείται από το δικαίωμά της σε μια δίκη κεκλεισμένων των θυρών». Τότε, είδα τον τρόπο που με κοίταζαν οι συνήγοροι υπεράσπισης. Με «κάρφωναν» σαν να έλεγαν: «Τόλμησε να το κάνει!». Και οι κατηγορούμενοι με κοίταζαν επίσης, προκλητικά, με κάτι περίεργο στα μάτια τους. Είναι τρομακτικό για το θύμα. Είπα στον εαυτό μου: «Κράτα γερά, καλή μου, θα το πας μέχρι το τέλος». Και άντεξα, αλλά με έκαναν να το πληρώσω. Με αποκάλεσαν συνεργό, είπαν ότι ήμουν μια γυναίκα που είχε συναινέσει, με αντιμετώπισαν με καχυποψία. Προσπάθησαν να πείσουν το δικαστήριο: «Αφού είναι εδώ, σημαίνει πως είναι υπεύθυνη για όσα συνέβησαν. Οι πελάτες μας δεν είναι ένοχοι για όσα έπραξαν». Σας διαβεβαιώνω ότι δεν λύγισα ούτε στιγμή. Μέχρι το τέλος άντεξα. Χρειάζονται κότσια. Πρέπει να είσαι δυνατή.
Πώς ήταν να βλέπετε όλους αυτούς τους άνδρες στην αίθουσα του δικαστηρίου, μέρα με τη μέρα;
Την πρώτη φορά που μπήκα στην αίθουσα, ανακάλυψα τα πρόσωπά τους, γιατί δεν τους γνώριζα. Δεν τους είχα συναντήσει ποτέ, επειδή ήμουν πάντα –δεν μου αρέσει η λέξη «κοιμισμένη»– ναρκωμένη, χωρίς τις αισθήσεις μου. Και όταν αντίκρισα τα πρόσωπά τους, ηλικίας από 22 έως 70 ετών, ήταν πραγματικά απίστευτο. «Αυτοί οι άνθρωποι μπήκαν στην κρεβατοκάμαρά μου για να με βιάσουν». Ισχυρίζονταν ότι δεν ήταν βιασμός. Γι’ αυτούς, εφόσον ο σύζυγος είχε συναινέσει, εφόσον είχε πει «μπορείτε να περάσετε», ήταν εντάξει. Είχαν συνδεθεί σε μια ιστοσελίδα, το Coco.fr, σε ένα δωμάτιο συνομιλίας (chat room) με το όνομα «Ερήμην της» (Without Her Knowledge). Ήξεραν ακριβώς για ποιον λόγο δικάζονταν, αλλά είχαν βρει έναν τρόπο να παραμερίζουν τις ενοχές τους. Αντιμετώπιζαν τους εαυτούς τους, σχεδόν, ως αθώους.

Μια φορά, ένας από τους κατηγορουμένους με κοιτούσε επίμονα, θέλοντας να με αναγκάσει να χαμηλώσω τα μάτια. Αλλά εγώ συνέχισα να τον κοιτάζω σταθερά, μέχρι που χαμήλωσε εκείνος το βλέμμα του. Κατάλαβε επιτέλους ότι δεν θα υποχωρούσα. Προσπάθησαν όλοι να με κάνουν να «σπάσω». Οι δικηγόροι τους έκαναν ερωτήσεις για να με αποσταθεροποιήσουν, να με ταπεινώσουν. Εκείνη τη στιγμή άρχισα να υψώνω τη φωνή μου, για να βάλω τέλος σε αυτή την παρωδία.
«Ισχυρίζονταν ότι δεν ήταν βιασμός. Γι’ αυτούς, εφόσον ο σύζυγος είχε συναινέσει, εφόσον είχε πει “μπορείτε να περάσετε”, ήταν εντάξει».
Ευτυχώς, είμαι τυχερή γιατί υπάρχουν όλα αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία: οι φωτογραφίες, τα βίντεο. Κάθε φορά τούς ρωτούσαν: «Είχατε τη συναίνεση της κυρίας Πελικό;». Προφανώς, οι περισσότεροι δεν ήξεραν καν τι σήμαινε αυτό. Έλεγαν: «Ε… όχι». «Βιάσατε την κυρία Πελικό;». Έλεγαν: «Ε, όχι». Τότε, τους έδειχναν τα βίντεο. Ισχυρίζονταν ότι ο κύριος Πελικό τούς πίεζε, ότι τον έτρεμαν, αλλά όταν βλέπεις τα βίντεο, δεν υπάρχει κανένα ίχνος βίας από την πλευρά του κυρίου Πελικό. Υπάρχει βία, βεβαίως, αλλά εκείνοι ήταν που τη διέπρατταν. Πραγματική βία, κτηνωδία μάλιστα.
Βρίσκονταν σε τέτοια άρνηση που, ακόμα και αφού έβλεπαν τα βίντεο, όταν τους ρωτούσαν ξανά «Βιάσατε την κυρία Πελικό;», εκείνοι εξακολουθούσαν να λένε «όχι». Είναι απλώς αδιανόητο. Και ήρθαν να καταθέσουν και οι γυναίκες τους. «Φυσικά και όχι. Ο άνδρας μου, ο σύντροφός μου, δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο», ισχυρίστηκαν. Σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είμαι μία από αυτές τις γυναίκες, αν οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Υπήρχε μάλιστα και μια μητέρα στην ηλικία μου. Κατέθεσε μιλώντας για το «μωρό της», παρόλο που εκείνος ήταν 45 ετών. Ήταν άλλο ένα αλλόκοτο πράγμα που έπρεπε να ακούσω: «Το μωρό μου θα ήταν ανίκανο να βιάσει αυτή τη γυναίκα». Εκείνη δεν με κοίταξε καν. Αυτό ήταν επίσης σοκαριστικό και βίαιο για μένα, γιατί δεν αναγνωριζόμουν ως ύπαρξη. Αν το «αγόρι» της με είχε βιάσει, τότε εγώ θα έπρεπε να είμαι σύμφωνη με αυτό. Αυτό εννοούσε, ουσιαστικά.
Ένα από τα πιο συγκινητικά στοιχεία της δίκης ήταν οι γυναίκες που έρχονταν για να σας στηρίξουν. Κάθε μέρα χειροκροτούσαν, φώναζαν συνθήματα. Και λαμβάνατε όλα αυτά τα γράμματα. Τι σας έλεγε ο κόσμος;
Πιστεύω ότι αυτή η δίκη έγινε η ηχώ του δικού τους πόνου. Αναγνώρισαν τους εαυτούς τους και η δική μου δίκη ήταν ένας τρόπος να αποδοθεί δικαιοσύνη και στις ίδιες. Αρχικά είχα αποφασίσει να παρίσταμαι μόνο για δύο εβδομάδες, αλλά μετά, επειδή τις έβλεπα κάθε πρωί να δίνουν το «παρών», ένιωσα υπεύθυνη να το πάω μέχρι το τέλος. Έρχονταν νωρίς, έβρεχε, έκανε κρύο, κι εγώ έβλεπα αυτές τις γυναίκες να περιμένουν να ανοίξουν οι πόρτες του δικαστηρίου. Με άγγιξε βαθιά. Η παρουσία τους έξω από το κτίριο γλύκαινε όσα συνέβαιναν μέσα στην αίθουσα. Τις ευχαρίστησα γι’ αυτό.
Έλαβα χιλιάδες γράμματα από όλο τον κόσμο, κάτι που επίσης με εξέπληξε. Δεν ήταν όλες αυτές οι γυναίκες θύματα, φυσικά, αλλά υπήρχε πολύς πόνος μέσα σε αυτές τις επιστολές. Με ευχαριστούσαν που μίλησα, γιατί τώρα δεν φοβούνταν πια να το κάνουν κι εκείνες. Έλαβα τόσα μηνύματα από γυναίκες που μου έλεγαν: «Χάρη σε εσάς θα καταθέσω μήνυση. Και το δικαστήριο δεν θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών». Κάποιες μου είπαν μάλιστα: «Θα πάρω διαζύγιο, θα αφήσω τον άνδρα μου». Αυτό ήταν επίσης απρόσμενο. Νομίζω ότι ολόκληρες γενιές γυναικών είχαν φιμωθεί και αυτή η δίκη τις έκανε να μιλήσουν ανοιχτά.
Δεν έχουν ταυτοποιηθεί όλοι οι άνδρες που φαίνονται στα βίντεο. Κάποιοι από αυτούς κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι. Αυτό πρέπει να είναι πολύ δύσκολο για εσάς.
Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι πολύ. Μερικές φορές, όταν διασταυρώνομαι με έναν άνδρα, σκέφτομαι: «Κι αν;…». Στην Αβινιόν συνάντησα έναν άγνωστο που με κέρασε. Είχα πάει να πληρώσω τον λογαριασμό – έτρωγα με τους δικηγόρους μου, πριν επιστρέψουμε στο δικαστήριο το απόγευμα. Και μου είπαν: «Το γεύμα σας είναι πληρωμένο». Είπα: «Όχι, αποκλείεται». «Ναι, από τον κύριο εκεί πέρα», απάντησαν. Πήγα να τον ευχαριστήσω και τον ρώτησα πού μένει. Έμενε κοντά στο Μαζάν. Μόλις τελειώσαμε τη συζήτηση, είπα στους δικηγόρους μου: «Κι αν είναι ένας από τους βιαστές μου που δεν συνελήφθη;». Φυσικά και το σκέφτηκα. Πλέον δεν το κάνω ή, τουλάχιστον, το κάνω λιγότερο συχνά. Δεν είμαι παρανοϊκή. Αλλά θα μπορούσα να διασταυρωθώ με έναν από αυτούς τους άνδρες που με ξέρει, παρόλο που εγώ δεν τον ξέρω. Κάποιες φορές το σκέφτομαι. Αλλά μετά προσπαθώ να το απωθήσω.

Θεέ μου, αυτό είναι τόσο σκληρό. Ένα από τα πράγματα που προκάλεσαν πραγματικό σοκ κατά τη διάρκεια της δίκης, όπως σημειώνετε κι εσείς, είναι το πόσοι άνδρες σε ένα μικρό χωριό θα μπορούσαν να είναι βιαστές. Ένας ήταν μάλιστα γείτονάς σας. Και το Μαζάν δεν έχει κάποια ιδιαιτερότητα. Τι μπορούμε να καταλάβουμε από αυτό;
Δεν νομίζω ότι η ιστορία μου είναι μια μεμονωμένη περίπτωση. Έχω μάθει για ιστορίες παρόμοιες με τη δική μου. Πριν από λίγο καιρό, έμαθα για μια υπόθεση, νομίζω στη Γερμανία, όπου ένας άνδρας βίαζε τη γυναίκα του για 15 χρόνια. Την «πρόσφερε» σε άλλους άνδρες. Αυτό λέει πολλά για τη συμπεριφορά των ανδρών, αλλά δεν πρέπει να πιστέψουμε ότι όλοι οι άνδρες θα έκαναν κάτι τέτοιο. Αυτό είναι ένα άλλο σημαντικό σημείο που πρέπει να σημειωθεί. Γιατί, αν αρχίσουμε να λέμε ότι όλοι οι άνδρες είναι βιαστές, αυτό θα γίνει πραγματικό πρόβλημα. Αυτό που πιστεύω ακράδαντα είναι ότι πρέπει να εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας από πολύ μικρή ηλικία. Δεν ξέρω τι είδους ανατροφή έλαβαν αυτοί οι άνδρες. Οι περισσότεροι είχαν εξαιρετικά δύσκολες πορείες στη ζωή τους· κάποιοι είχαν υποστεί βιασμό και οι ίδιοι. Αλλά το ότι υπέφερες ως παιδί δεν σημαίνει ότι πρέπει να επαναλαμβάνεις το ίδιο μοτίβο.
Ο κύριος Πελικό βρίσκεται τώρα υπό έρευνα για δύο προγενέστερα εγκλήματα, συμπεριλαμβανομένου ενός από το 1999, όπου κατηγορείται για απόπειρα βιασμού μιας νεαρής γυναίκας με τη χρήση αιθέρα. Η υπόθεση παρέμενε ανεξιχνίαστη μέχρι τη σύλληψή του. Τελικά ο ίδιος ομολόγησε την επίθεση, αφού δείγμα DNA τον συνέδεσε με αυτήν. Πώς άλλαξε αυτό την αντίληψή σας για το ποιος ήταν και για τα εγκλήματα εναντίον σας; Φαίνεται πως η «δράση» του ξεπερνούσε όσα είχε αντιληφθεί ακόμα και η αστυνομία.
Έμαθα γι’ αυτή την υπόθεση τον Νοέμβριο του 2022, δύο χρόνια αφότου είχα ανακαλύψει τη φρίκη στην οποία υποβαλλόμουν η ίδια. Τη μέρα που με κάλεσε η ανακριτική ομάδα στη Ναντέρ, δεν καταλάβαινα καν για τι πράγμα μού μιλούσαν, γιατί ήμουν εντελώς βυθισμένη στη δική μου ιστορία. «Ναι, γνωρίζω για την υπόθεση του κυρίου Πελικό», τους είπα στο τηλέφωνο. Ο ερευνητής μού αποκρίθηκε: «Δεν μιλάμε για την ίδια υπόθεση. Μιλάμε για μια υπόθεση που συνέβη το ’99 στο Παρίσι». Ευτυχώς που καθόμουν, γιατί νομίζω ότι θα είχα σωριαστεί. Ήταν σαν να εξερράγη μια βόμβα για δεύτερη φορά.
«Πώς είναι δυνατόν να μην παρατήρησα κανένα σημάδι;», αναρωτήθηκα. Θα πρέπει να επέστρεψε στο σπίτι εκείνο το βράδυ, γιατί πάντα επέστρεφε το βράδυ. Θα καθίσαμε στο τραπέζι για δείπνο με τα παιδιά. Το πιθανότερο είναι ότι του μαγείρεψα. Και εκείνο το βράδυ συμπεριφέρθηκε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ούτε τα παιδιά παρατήρησαν το παραμικρό. Δεν προσέξαμε να μην είναι σε καλή διάθεση. Δεν είδα λεκέδες στο κοστούμι του. Δεν είδα καμία γρατζουνιά, παρόλο που φαντάζομαι ότι αυτή η νεαρή γυναίκα πιθανότατα αντιστάθηκε. Για άλλη μία φορά είχε καταφέρει να υψώσει έναν τοίχο. Μας έδειχνε το ένα από τα δύο του πρόσωπα: έναν στοργικό, ευγενικό άνδρα. Αλλά το άλλο πρόσωπο δεν το βλέπαμε. Ήταν στην πραγματικότητα ο δρ Τζέκιλ και ο κ. Χάιντ.
«Αν αρχίσουμε να λέμε ότι όλοι οι άνδρες είναι βιαστές, αυτό θα γίνει πραγματικό πρόβλημα. […] πρέπει να εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας από πολύ μικρή ηλικία».
Αυτή τη στιγμή ερευνάται επίσης για τον βιασμό και τη δολοφονία μιας άλλης γυναίκας στις αρχές της δεκαετίας του ’90, κάτι που ο ίδιος αρνείται.
Ελπίζω ακόμα και σήμερα να μην είναι εκείνος ο αυτουργός αυτού του εγκλήματος. Προς το παρόν, θεωρείται αθώος. Ελπίζω, όμως, πραγματικά αυτή η οικογένεια να μάθει την αλήθεια. Δεν ξέρω πώς η μητέρα της μπορεί να το υπομένει όλο αυτό ακόμα και σήμερα. Αν είναι ένοχος, δεν θα έχουμε άλλη επιλογή από το να το αποδεχτούμε, φυσικά, και θα είναι άλλη μία εφιαλτική διαδρομή για τα παιδιά του και για μένα.
Στο τέλος του βιβλίου λέτε ότι θέλετε να πάτε να μιλήσετε στον κύριο Πελικό στη φυλακή. Το έχετε κάνει ήδη; Και τι είναι αυτό που χρειάζεται να μάθετε;
Όχι ακόμα, αλλά θέλω να το κάνω, γιατί ελπίζω ότι, όταν βρεθούμε πρόσωπο με πρόσωπο, θα μπορέσει να μου πει την αλήθεια, τόσο για την κόρη του όσο και για όλα όσα κατηγορείται τώρα. Ίσως νιώσει μεταμέλεια. Τρέφω ακόμα ελπίδες. Ίσως είμαι αφελής, ίσως να μην πάρω καμία απάντηση. Ελπίζω, όμως, ότι θα καταφέρω να πάρω τις απαντήσεις που δεν μπόρεσε να δώσει ενώπιον του κακουργιοδικείου της Αβινιόν. Ίσως πει: «Πρέπει να ελαφρύνω τη συνείδησή μου». Γι’ αυτό θέλω να πάω.
Μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια από τη σύλληψη του κυρίου Πελικό μέχρι τη δίκη. Σε αυτό το διάστημα μετακομίσατε σε ένα μικρό γαλλικό νησί, κάνατε νέους φίλους και βρήκατε ξανά τον έρωτα. Νομίζω ότι πολλοί θα το θεωρούσαν απίστευτο το ότι μπορέσατε να εμπιστευτείτε ξανά έναν άνδρα.
Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα ερωτευόμουν ξανά ή έστω ότι θα ήταν κάτι που θα επιθυμούσα. Για μένα, ήταν αδύνατο. Είχαμε κοινούς φίλους και ένας από αυτούς έκανε ένα πάρτι· εκεί γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο, που είχε κι εκείνος μια δύσκολη διαδρομή, καθώς για δέκα χρόνια φρόντιζε τη σύζυγό του που έπασχε από μια σοβαρή ασθένεια και έμεινε δίπλα της μέχρι την τελευταία της πνοή.
Μιλήσαμε πολύ. Ήμασταν δύο πληγωμένες ψυχές. Δεν ήξερε πολλά για μένα, δεν είχε διαβάσει πολλά για την υπόθεσή μου στον Τύπο και, φυσικά, εγώ ήμουν διστακτική να του μιλήσω για όσα πέρασα. Θα μπορούσε να τον τρομάξει, να σκεφτόταν «ποια είναι πραγματικά αυτή η γυναίκα;». Τελικά, έγινε με φυσικό τρόπο. Είχε διαβάσει ένα άρθρο στη Le Monde και εκείνος άνοιξε τη συζήτηση για την ιστορία μου. Με έκανε να νιώσω άνετα. Μετά αρχίσαμε να βγαίνουμε και τελικά ερωτευτήκαμε. Σκεφτόμασταν ότι ίσως δεν κρατήσει. Έπειτα πήγαμε στην όπερα να δούμε την Κάρμεν. Ήμασταν σαν δύο έφηβοι. Το πρώτο μας φιλί το δώσαμε εκείνη τη μέρα και σκέφτηκα «ναι, ίσως υπάρχει κάτι εδώ». Μου άλλαξε τη ζωή, πραγματικά. Τον εμπιστεύομαι απόλυτα, γιατί πιστεύω ότι είναι μια πολύ όμορφη ψυχή. Μπορεί να μου πείτε, βέβαια, «εμπιστευόσουν και τον κύριο Πελικό», αλλά δεν νομίζω ότι αυτός ο άνθρωπος έχει αυτή τη διαστροφή. Δεν είχε την παιδική ηλικία που είχε ο κύριος Πελικό. Είχε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, γνωρίζω τα παιδιά του, την οικογένειά του και τους φίλους του, και πιστεύω ότι θα κάνουμε σπουδαία πράγματα μαζί. Θα αξιοποιήσουμε στο έπακρο αυτά τα όμορφα χρόνια που μας απομένουν και ελπίζω να κρατήσουν πολύ.
Ξέρετε, Ζιζέλ – μπορώ να σας αποκαλώ Ζιζέλ;
Ναι, φυσικά. Το όνομα «Ζιζέλ» έγινε σύνθημα σε όλο τον κόσμο. «Ευχαριστούμε, Ζιζέλ». Οπότε, βέβαια.
Ζιζέλ, διερωτώμαι. Μιλήσαμε για το πνεύμα σας και για το πώς καταφέρατε, όπως λέτε, να παραμείνετε όρθια όλο αυτό το διάστημα. Αλλά μετά από όλα όσα πέρασε το σώμα σας, πώς νιώθετε γι’ αυτό;
Κατόρθωσα να θεραπεύσω τον εαυτό μου. Πηγαίνω περιπάτους, κάνω ποδήλατο. Είμαι τυχερή που ζω σε ένα πανέμορφο νησί. Νιώθω καλά στο μυαλό και το σώμα μου. Είμαι συμφιλιωμένη με την ηλικία μου τώρα, στα 73 μου. Δεν είναι εύκολο. Αποκτάς όλο και περισσότερες ρυτίδες. Αλλά είμαι εντάξει με αυτές, γιατί είμαι τυχερή που τις έχω – η μητέρα μου δεν πρόλαβε να τις αποκτήσει. Αυτό είναι σημαντικό. [Αρχίζει να κλαίει.] Όπως βλέπετε, συγκινούμαι ακόμα όταν μιλάω για εκείνη. Είμαι τυχερή που είμαι ζωντανή.
Το βιβλίο Ύμνος στη ζωή. Η ιστορία μου της Ζιζέλ Πελικό κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Πετρούλας Γαβριηλίδου.

