Συναντιόμαστε στο διαμέρισμα της Χλόης, κοντά στο Πολυτεχνείο, μία μέρα πριν ξεκινήσει το στήσιμο για την αναδρομική έκθεση στο έργο του πατέρα της, Αλέξη Ακριθάκη (1939-1994). Κοιτάζω γύρω μου και ο Ακριθάκης υπάρχει παντού: σχέδια, αφίσες, ζωγραφικά, κατασκευές, βιβλία με το όνομά του σημειωμένο στην πρώτη σελίδα, τα μολύβια του, τα εργαλεία του σε ένα ντουλάπι που είχε φτιάξει ο ίδιος. Πώς αντιδρούσε, τη ρωτάω, όταν του έλεγε πως της άρεσαν τα έργα του; «Τα ξεκρέμαγε και μου τα χάριζε αμέσως, και συνήθως ήταν έργα που δεν άρεσαν στους άλλους».
Είχε ζήσει ποτέ εκείνος εδώ; «Όχι, ποτέ, όμως σε αυτούς τους δρόμους τον συνέλαβε η ΚΥΠ τη νύχτα του Πολυτεχνείου. Με ένα βανάκι και έναν φίλο του γιατρό περιέθαλπαν τους τραυματισμένους και τους πήγαιναν σε νοσοκομεία έξω από το κέντρο της Αθήνας. Έτυχε μάλιστα, αδειάζοντας αποθήκες, να βρω σε μια πλαστική σακούλα και φέιγ βολάν που είχε μαζέψει με συνθήματα γραμμένα από τους φοιτητές. Ξέρω από τη νονά μου πως όταν τον άφησαν και γύρισε σπίτι, κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και έκλαιγε σαν μικρό παιδί».

Τη ρωτώ αν μπήκαν στον πειρασμό να ανασυνθέσουν το ατελιέ του. «Όχι, δεν μας ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Να παραστήσεις το πώς ήταν; Με τι τώρα; Με ένα μολύβι και ένα σακάκι; Είναι τόσο δυνατό το έργο του, και αυτό είναι το σημαντικό: το έργο του. Ούτε το τι φορούσε ούτε το τι κρατούσε. Ούτε τα παπούτσια του ούτε η πίπα του. Ξέρω ότι γενικά αρέσει και υπάρχει ενδιαφέρον γι’ αυτά. Αλλά έχει τόσα πράγματα που μπορεί κανείς να δει και να ανακαλύψει στα έργα του. Όλα τα άλλα δεν έχουν καμία σημασία».
Νιώθω πως τη βαραίνει κάποιες φορές το επίθετό της. «Είναι αυτό που είναι. Κοίτα, τώρα υπάρχει ένα overdose αναφορών. Βλέπω το όνομά μου γραμμένο παντού: σε αφίσες, δελτία Τύπου, επιμελητικά κείμενα και λεζάντες. Όμως υπάρχει και πολλή χαρά, γιατί τα έργα αυτής της έκθεσης –περίπου 250 τον αριθμό– ήταν διασκορπισμένα, σε συλλέκτες, σε φίλους, τα αναζητήσαμε και τα συγκεντρώσαμε σε έναν χώρο. Είναι σαν να βλέπεις όλη την εικόνα».

Τα παιδιά της τι ξέρουν για τον παππού τους; «Δεν τον γνώρισαν. Τον ξέρουν μόνο μέσα από τα έργα που υπάρχουν στο σπίτι μας, μεγάλωσαν με αυτά. Τώρα ο Αλέξης, που είναι μουσικός, κάνει ένα ηχοτοπίο για την έκθεση. Μιλάω γι’ αυτόν όπως μιλάει κανείς για έναν παππού, απλώς λίγο πιο σπέσιαλ».
Και για έναν μπαμπά σπέσιαλ, πώς μιλάει;
Οι φίλοι των γονιών
«Για μένα ήταν φυσιολογικό να μεγαλώνω κάπως ελεύθερα, ήταν όλος ο κύκλος των γονιών μου έτσι: καλλιτέχνες, συγγραφείς, μουσικοί. Με έσερναν και εμένα μαζί, παντού, από παιδάκι. Να, τώρα, τα γραφιστικά της έκθεσης και το βιβλίο που βγάζουμε με την Άγρα [σ.σ. Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα, ελληνική και αγγλική έκδοση σε συνεργασία με το Αρχείο Ακριθάκη] το σχεδίασε η Λίλα Παλαιολόγου, η κόρη της Καίης Τσιτσέλη και του Νίκου Παλαιολόγου, που είχαν και το Balthazar. Έχω περάσει πολλά βράδια εκεί, κοιμόμουν στις καρέκλες. Κάπως γίνεται και βρισκόμαστε ξανά όλοι σαν οικογένεια.

»Θυμάμαι, όμως, και μια διαφήμιση στη γερμανική τηλεόραση, νομίζω πως ήταν για την αποταμίευση, πώς να εξοικονομήσεις χρήματα για να χτίσεις σπίτι, κάτι τέτοιο. Έδειχνε λοιπόν μια παρέα χίπικη, στην εξοχή, γύρω από μια φωτιά. Τρώγανε, πίνανε, κάπνιζαν. Και λέει ένας μπαμπάς σε ένα κοριτσάκι: “Εσύ τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;”. Και λέει το κοριτσάκι: “Εγώ θέλω να γίνω spießig”. Το “spießig” στα γερμανικά είναι κάτι σαν μικροαστός, καθωσπρέπει. Δηλαδή η διαφήμιση έδειχνε ένα παιδάκι που ζούσε όλο αυτό το μποέμ και το αποκήρυττε, έλεγε ότι εγώ, όταν μεγαλώσω, θέλω να έχω το σπιτάκι μου. Σπίτι και αυτοκίνητο. Λοιπόν, κάπως έτσι κι εγώ. Όταν μεγάλωσα, τα μάζεψα και πήγα στην Πράγα, παντρεύτηκα και έκανα τρία παιδιά».
Βόλτες με τον πατέρα μου
«Το μεγαλύτερο μέρος των παιδικών μου χρόνων το πέρασα με τον πατέρα μου, γιατί η μαμά μου [σ.σ. Φώφη Ακριθάκη] ήταν στο Βερολίνο. Κάναμε πολλά πράγματα, πηγαίναμε εκδρομές. Του άρεσε πολύ να οδηγεί. Μου έλεγε: “Πάμε στο Πήλιο”. Του απαντούσα: “Μα έχω σχολείο”. “Δεν πειράζει, φύγαμε”, έλεγε. Φτιάχναμε διάφορα, χαρταετούς, μαζεύαμε ξύλα, κοχύλια, πέτρες, οτιδήποτε, κάναμε χαρτοκοπτική, θεατράκια – είναι μια σειρά από 14 θεατράκια, τα οποία θα δείξουμε και στην έκθεση. Από πίσω γράφουν με λεπτομέρειες ότι “αυτό το κάναμε αυτή την ημέρα”, “το γρασίδι το έκοψε η Χλόη”, “τη σύνθεση δούλεψε η Χλόη”…

»Με πήγαινε, επίσης, σε πάρα πολλές εκθέσεις, ειδικά στη Γερμανία. Επισκεπτόμασταν συνέχεια τη Nationalgalerie και το Αιγυπτιακό Μουσείο, πλέον μέρος του Νeues Museum, για να δούμε την προτομή της Νεφερτίτης. Ήταν ένα γλυπτό που τον γοήτευε, και το μουσείο ήταν σε μικρή απόσταση από το σπίτι μας, οπότε ήταν ωραία βόλτα. Επίσης, εκεί γύρω στο 1980 με πήγε σε μια έκθεση με θέμα το τσίρκο. Τον ενδιέφερε το τσίρκο, είχε κάνει δύο σχετικές εκθέσεις, τη μία μαζί με τον Λάππα και την άλλη μόνος του – από αυτές παρουσιάζουμε μια μικρή ενότητα στην έκθεση. Είναι πιο σκληρά έργα».
Ήταν πράγματι εκεί
«Στην εφηβεία πέρασα μια φάση που δεν καταλάβαινα τον τρόπο ζωής των γονιών μου, μου βγήκε μια εναντίωση, το ξεπέρασα όμως γρήγορα. Σκεφτόμουν, δηλαδή, γιατί οι δικοί μου γονείς να μην είναι σαν τους άλλους; Αλλά έτσι είναι. Ο ίδιος έλεγε, για να δικαιολογήσει τον δικό του χαρακτήρα, ότι το σημαντικό δεν είναι να έχεις έναν πατέρα που θα είναι κάθε μέρα στο σπίτι, αλλά να μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί του όταν το χρειαστείς. Και η αλήθεια είναι ότι ήταν πράγματι εκεί. Δηλαδή, μια φορά που τον χρειάστηκα γιατί ήμουν πολύ στενοχωρημένη, όταν με άφησε το πρώτο μου φλερτ, τον πήρα τηλέφωνο. Ήρθε αμέσως μαζί με όποιον είχε τότε μαζί του! Μέσα σε μία ώρα ήταν όλοι εκεί και μου έφτιαξαν το κέφι.
«Ο ίδιος έλεγε ότι το σημαντικό δεν είναι να έχεις έναν πατέρα που θα είναι κάθε μέρα στο σπίτι, αλλά να μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί του όταν το χρειαστείς».
»Ήταν ευαίσθητος, τρυφερός και δίκαιος. Ήταν, επίσης, πολύ άνετος. Μπορούσα να βγαίνω, να κάνω ό,τι θέλω, να κοιμάμαι και να ξυπνάω όποτε θέλω. Εκείνη είναι και η εποχή που είχα αρχίσει να βγαίνω. Δεν μπορούσε να μου πει “μην αργήσεις” ή να μου βάλει κάποια όρια, αλλά ανησυχούσε, δεν υπήρχαν και τηλέφωνα τότε. Όταν γύριζα αργά το βράδυ στο σπίτι ή νωρίς το πρωί, με περίμενε και μου τηγάνιζε πατάτες, που έπρεπε οπωσδήποτε να τις φάω. Αυτός, δηλαδή, ήταν ο τρόπος του να με “τιμωρήσει”, να μη με αφήσει να πάω για ύπνο».
Όλα τα ξύλα του κόσμου
«Είχε αγωνία να πάει τη δουλειά του πιο πέρα. Έψαχνε το καινούργιο· καινούργια υλικά, καινούργιες ιδέες, καινούργια τοπία, δεν ξέρω, οτιδήποτε. Αυτό πραγματικά ήταν πολύ σημαντικό για εκείνον και το είχε από πάντα. Ήταν ανάγκη του, δηλαδή, να εξελίξει τη δουλειά του. Ειδικά τα έργα που έκανε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 –οι καμβάδες με τα λάδια– ήταν πάρα πολύ ωραία και τότε αγαπήθηκαν πολύ. Και τόσο οι γκαλερί όσο και ο Ιόλας ήθελαν να συνεχίσει να κάνει τέτοια έργα, γιατί ήταν επιτυχημένα· και είναι πραγματικά πανέμορφα. Όμως ο ίδιος πια δεν ήθελε. Ήθελε να κάνει κατασκευές. Αυτό τον έκαιγε, εκεί ήθελε να το πάει. Κι ήταν σαφώς πολύ πιο δύσκολα αλλά και πιο απαιτητικά. Γι’ αυτό λέει και κάπου στο βιβλίο Γράφοντας τη ζωγραφική. Ημερολόγια 1960-1990 (εκδ. Αγρα): «Τι ήθελα να μπλέξω με όλα τα ξύλα του κόσμου;».

Η παρέα με τον Ιόλα
«Με τον Αλέξανδρο Ιόλα είχαν μια σχέση αμοιβαίας εκτίμησης. Μπορεί στο βιβλίο να αναφέρεται στην επαγγελματική και οικονομική τους τριβή, αλλά η σχέση τους γύριζε πραγματικά γύρω από την τέχνη. Έχω πολλές αναμνήσεις από το σπίτι του στην Αγία Παρασκευή. Ο πατέρας μου διατηρούσε “συλλογή” με τους καταλόγους του Ιόλα για άλλους καλλιτέχνες – συγκλονιστικές εκδόσεις όλες. Αυτές πιάνουν ένα ολόκληρο ράφι. Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή που μου τους έδειχνε, έλεγε ότι ήταν πολύ προσεγμένες δουλειές. Η γραφιστική και οι εκτυπώσεις γίνονταν στην Ιταλία. Και ειδικά προς το τέλος, όταν άρχισαν να γίνονται όλες εκείνες οι ιστορίες και είχαν στοχοποιήσει τον Ιόλα, ο Αλέξης ήταν εκεί και τον θυμάμαι να είναι πολύ κοντά του τα τελευταία χρόνια».
Εκρηκτικός χαρακτήρας
«Ήταν πιο εκρηκτικός από μένα, τσακωνόταν εύκολα. Όταν έβλεπε κάτι που τον πείραζε, το έλεγε. Η αδικία τον ενοχλούσε. Αυτό είναι ένα πράγμα που τώρα το καταλαβαίνω, αλλά όταν ήμουν παιδί, δεν το δικαιολογούσα. Δηλαδή, όταν άκουγε κάποιον στο διπλανό τραπέζι να λέει κάτι, μπορεί να γύριζε να τον βρίσει γιατί είχε αντίθετη γνώμη. Έτσι με είχε βρίσει κι εμένα μια Πρωτοχρονιά στη Ράτκα [σ.σ. ιστορικό εστιατόριο στο Κολωνάκι], τον παρακαλούσα να σταματήσει γιατί φώναζε σε κάποιον και στο τέλος τα έβαλε μαζί μου. Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε, από τα πολιτικά και την τέχνη μέχρι μια άσχημη συμπεριφορά. Ειδικά όταν ήταν στο αυτοκίνητο. Αν έβλεπε κάποιον που έκανε μια παρανομία, να περάσει με κόκκινο, μπορεί να τον κυνηγούσε σε όλη την Αθήνα για να του το πει».

Νορμάλ καλλιτέχνης;
«Έκανε καταχρήσεις, και δεν ήταν μόνο οι ουσίες που δοκίμασε, αλλά και όλη του η ζωή που ήταν έντονη. Εμένα βέβαια μου φαινόταν νορμάλ, όσο νορμάλ μπορεί να είναι ένας καλλιτέχνης. Σε μια συζήτηση τον θυμάμαι να λέει αποφασιστικά ότι τα ναρκωτικά τα έκοψε. Το αλκοόλ, όμως, όχι. Αυτό ήταν αλλιώς. Τον ταλαιπώρησε και εμάς γύρω του ακόμα πιο πολύ… ήταν πραγματικά το χειρότερο. Είχε μια ψυχίατρο-ψυχολόγο και ξεκίνησαν μια θεραπεία. Ουσιαστικά, βέβαια, δεν πας γι’ αυτό καθαυτό το αλκοόλ ή τις ουσίες. Πας για τα άλλα, γι’ αυτά που έχεις μέσα σου. Εκείνη δούλευε στο Δρομοκαΐτειο, έτσι βρέθηκε εκεί. Έκανε, δηλαδή, εισαγωγή. Εγώ τότε δεν ήμουν στην Ελλάδα. Αργότερα έψαξα να δω πόσο καιρό είχε μείνει. Υπήρχαν αρχεία. Πήρα άδεια να φωτογραφίσω εκεί, με ενδιέφερε ο χώρος. Έτσι προσπάθησα να βρω σε ποιο δωμάτιο ήταν και έβγαλα μια σειρά φωτογραφιών [σ.σ. τρεις από αυτές εκτέθηκαν στους Εγκλεισμούς, σε επιμέλεια Δημήτρη Τρίκα, ΨΝΑ, 2022]. Είχε μείνει λίγο καιρό και μετά πήγαινε κυρίως για τις συναντήσεις του. Τον ενδιέφερε αυτό που έβλεπε. Οι άνθρωποι, τα βλέμματα, ο κόσμος εκεί μέσα. Αυτά τα σχέδια είναι διαπεραστικά».
Πράγματα εδώ, πράγματα εκεί
«Μετά τον θάνατο της μητέρας μου, συνειδητοποίησα ότι κάποιος έπρεπε να ασχοληθεί με το αρχείο του. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τον θάνατό του, έργα είχαν πουληθεί και ξαναπουληθεί. Δεν ξέραμε πού βρίσκονταν. Πέρασαν πολλά χρόνια που είχα πράγματα εδώ, πράγματα εκεί. Μέχρι που αποφάσισα, πριν από δύο-τρία χρόνια, ότι χρειάζεται ένα μικρό κέντρο, έστω ένα γραφείο, όπου να μπορούμε να κάνουμε λίγο πιο συστηματική δουλειά. Δηλαδή να συγκεντρώσουμε το υλικό, να αρχίσουμε μια αρχειοθέτηση πιο εμπεριστατωμένη. Ψάχναμε πάρα πολύ καιρό πώς θα το ονομάσουμε αυτό το πράγμα, γιατί ο πατέρας μου με τα ιδρύματα δεν τα πήγαινε καλά. Ή, τέλος πάντων, δεν είχε απολύτως καμία σχέση μαζί τους. Και το πιο ήπιο και ουδέτερο ήταν ένα αρχείο. Περιγραφικό και απλό. Και ουσιαστικά αυτό κάνουμε δηλαδή. Συγκεντρώνουμε υλικό, το καταγράφουμε, βγάζουμε βιβλία, κάνουμε εκθέσεις».
Προσωπικά ημερολόγια
«Ως έφηβη δεν ακουμπούσα τα τετράδια. Ήταν κάτι πολύ δικό του, πολύ προσωπικό. Και εκείνος ήταν πολύ διακριτικός ως άνθρωπος. Δηλαδή, αν άφηνα το ημερολόγιό μου ανοιχτό στο τραπέζι, δεν θα το διάβαζε ποτέ. Και το ίδιο κι εγώ με το δικό του. Κάπως έτσι λειτουργώ και εγώ με τα δικά μου παιδιά: δεν πρόκειται ποτέ να ανοίξω κινητά, βιβλία, οτιδήποτε προσωπικό. Αργότερα, μετά τον θάνατό του, όταν έβλεπα τη μητέρα μου να δείχνει τα ημερολόγιά του σε κόσμο, ένιωθα πολύ άσχημα. Και για τον ίδιο λόγο μού ήταν δύσκολο να κάνω το βιβλίο που κάναμε πέρυσι [σ.σ. εννοεί το Γράφοντας τη ζωγραφική. Ημερολόγια 1960-1990]. Χρειάστηκε να περάσουν πραγματικά σχεδόν τριάντα χρόνια από τον θάνατό του για να πω εντάξει, τώρα ίσως έχει κάποιο νόημα να δούμε αυτά τα πράγματα. Είμαι λίγο συγκεντρωτική και control freak, οπότε δεν ήταν εύκολο. Μου πήρε πολλά χρόνια».
«Ήταν πολύ διακριτικός ως άνθρωπος. Δηλαδή, αν άφηνα το ημερολόγιό μου ανοιχτό στο τραπέζι, δεν θα το διάβαζε ποτέ».
Το μυστήριο της βαλίτσας
«Ανατρέχοντας στις σημειώσεις του, μου λύθηκαν απορίες, βρήκα κομμάτια του παζλ. Ξαφνικά κάποια πράγματα άρχισαν να βγάζουν νόημα, ειδικά σε σχέση με το έργο του. Για παράδειγμα, η βαλίτσα: ένα πράγμα ταυτόχρονα πολύ απλό και πολύ σύνθετο. Υπήρχαν πάντα διάφορες συζητήσεις γύρω από αυτό. Σ’ εμένα είχε πει ότι η βαλίτσα ξεκίνησε από το πρώτο έργο ή από ένα σχέδιο που είχε κάνει· δεν ήταν καν βαλίτσα, είχε ζωγραφίσει ένα βαρίδι. Κάποιος όμως το είπε “βαλίτσα” και έτσι του έμεινε η λέξη. Κάπως από εκεί ξεκίνησε όλη η ιστορία. Από την άλλη, ο ίδιος αργότερα –σε γραπτά του– μιλάει ξανά για τη βαλίτσα και λέει ότι για εκείνον εμπεριέχει και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και το ελληνικό τοπίο. Είναι πολλά πράγματα που τελικά βρήκε μέσα σε αυτό το σχήμα. Υπάρχουν βαλίτσες σε όλες τις παραλλαγές και σε όλα τα υλικά. Είναι τα πάντα. Σε μια “βαλίτσα” βάζεις τα απαραίτητα, αλλά μπορείς να βάλεις και τα άχρηστα και να τα κλειδώσεις στο υπόγειο».

Αντί φωτογραφίας
«Υπάρχει ένα πράγμα που μου έχει πει, το έχω αναφέρει κι άλλες φορές, αλλά μου έχει μείνει βαθιά χαραγμένο. Ήμασταν στο Πήλιο. Είχαμε σταματήσει κάπου ψηλά για να δούμε τη θέα. Δεν θυμάμαι πόσο χρονών ήμουν, μικρή όμως. Και λέω: “Τι ωραίο, πρέπει να το φωτογραφίσει κανείς”. Και μου απαντά: “Όχι. Πρέπει να το θυμάται”. Αυτό μου έμεινε. Θυμάμαι, ας πούμε, την κόρη μου στην παιδική χαρά, ενάμισι έτους, με ένα σκουφάκι με δύο μπλε πον πον. Και το ξέρω, αυτή είναι μια εικόνα που πρέπει να τη θυμάμαι. Έχει αποτυπωθεί σαν κανονική φωτογραφία. Αργότερα, όταν άρχισα να ασχολούμαι και η ίδια με τη φωτογραφία, κατάλαβα ότι, ναι, κάποια πράγματα μπορείς να τα φωτογραφίσεις, αλλά δεν μπορείς να αποδώσεις την αίσθηση του να είσαι εκεί. Οπότε τώρα κάποιες εικόνες τις αφήνω να περάσουν. Διαλέγω να τις θυμάμαι».
Η έκθεση Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα, σε επιμέλεια Χλόης Ακριθάκη και Αλέξιου Παπαζαχαρία, θα διαρκέσει από 12/02 έως 24/05. Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς 138, Πειραιώς 138 και Ανδρονίκου. Με αυτή την έκθεση εγκαινιάζεται η συνεργασία του Μουσείου Μπενάκη με τη Rolex. benaki.org / Το βιβλίο Αλέξης Ακριθάκης. Μια γραμμή κύμα θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Άγρα.

