Ράιαν Μέρφι, το «τέρας» της τηλεόρασης

Μετρά περισσότερα από 50 τηλεοπτικά πρότζεκτ στο βιογραφικό του, ανάμεσά τους θρυλικές σειρές όπως το «Nip/Tuck» και το «American Horror Story». Ικανός για το καλύτερο αλλά και το χειρότερο, αγαπητός όσο και μισητός σε πολύ κόσμο, η περίπτωσή του παραμένει συναρπαστικά παράδοξη

ράιαν-μέρφι-το-τέρας-της-τηλεόρασης-564082456 (Φωτογραφία: AP)
(Φωτογραφία: AP)

Το όνομά του γνωστό. Ή μήπως όχι σε όλους; Κι όμως, μια πρόχειρη αναζήτηση στο Netflix και θα το δείτε να εμφανίζεται σαν ενοχλητική διαφήμιση κάτω από κάθε σειρά που κάποτε αγαπήσατε. Το ίδιο κι αν επιλέξετε την πλατφόρμα της Fox ή του Disney+. Στην Βικιπαίδεια, η εργογραφία του είναι κατά πολλές σελίδες μεγαλύτερη από τα λήμματα που συνοδεύουν το προφίλ του.

Με γρήγορους υπολογισμούς μετράμε περί τα 50 διαφορετικά projects. «Pose», «American Horror Story», «Nip/Tuck», «9-1-1», «Monster», «Glee», «Scream Queens», «Eat, Pray and Love», «The Beauty» και η λίστα συνεχίζεται. Το παράδοξο με τα εγχειρήματά του είναι ότι ταλαντεύονται μεταξύ κορυφής και απόλυτου «πάτου», με το πιο πρόσφατο «All’s Fair» να συγκεντρώνει συνολικά 0% στο Rotten Tomatoes αλλά την ίδια στιγμή και 3,2 εκατομμύρια θεατές στα τρία πρώτα επεισόδιά του. Από την απόλαυση στο hate watching κι από εκεί ξανά στην απόλυτη τηλεοπτική εμμονή, ο Ράιαν Μέρφι παραμένει ένας από τους πιο επιτυχημένους δημιουργούς της μικρής οθόνης.

Η περίπτωσή του επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο. Δεν χρειάζεται να έχει κανείς ιστορικές γνώσεις ή μεγάλη αγάπη για τα τηλεοπτικά δρώμενα, ώστε να έρθει σε επαφή με το έργο του. Το 2025 μόνο κυκλοφόρησε τέσσερις σειρές («Mid-Century Modern», «Monster», «All’s Fair», «9-1-1»), διατηρώντας το τηλεοπτικό του μονοπώλιο αλώβητο με τρεις ακόμη κυκλοφορίες στις αρχές του 2026 («9-1-1: Nashville», «The Beauty», «Love Story»). Κι ενώ αναμένουμε την πρεμιέρα της τελευταίας, που χαρτογραφεί τον θυελλώδη όσο και τραγικό έρωτα του Τζον Φ. Κένεντι Τζούνιορ και της Καρολίν Μπασέτ, ανατρέχουμε στην εργογραφία του ανακυκλώνοντας το ανθρωποφαγικό ενδιαφέρον ημών αλλά και του ίδιου του Μέρφι.

Ο βασιλιάς της ιστορίας

Από τα σκοτεινά υπόγεια της νεοϋορκέζικης κουήρ σκηνής του 90 μέχρι τους αδερφούς Μενέντεζ και τον αιμοσταγή Τζέφρι Ντάμερ, ο Ράιαν Μέρφι είναι αναμφισβήτητα καλός στο να λέει ιστορίες. Το τι ιστορίες λέει και το πώς, είναι μια άλλη συζήτηση. Αυτή του η ικανότητα, άλλωστε, του διασφάλισε και το πιο ακριβοθώρητο συμβόλαιο στην ιστορία της τηλεόρασης, εκτιμώμενο στα 300 εκατομμύρια δολάρια για λογαριασμό της πλατφόρμας του Netflix. «Αν δεν γράφεις για γυναίκες ή για ζητήματα φύλου και φυλής, ουσιαστικά δεν γράφεις. Αυτές είναι οι ιστορίες για τις οποίες οι άνθρωποι θέλουν να μιλάνε», είχε δηλώσει ο ίδιος στο συνέδριο του περιοδικού Time το 2019.

Αν δεχτούμε πως η ζωή ενημερώνει την τέχνη, τότε ο Μέρφι το επιβεβαιώνει και με το παραπάνω. Γεννημένος το 1965 στην Ινδιανάπολη της Ιντιάνα, γιος μιας βαθιά καθολικής οικογένειας, υπήρξε ανοιχτά ομοφυλόφιλος από τα 15 του χρόνια. Στο σχολείο ήταν μέλος της χορωδίας και εραστής πολλών αθλητών συμμαθητών του. Αν η παραπάνω πλοκή σας φαίνεται γνώριμη, τότε έχετε πιθανότατα ήδη παρακολουθήσει το πολύχρονο και δημοφιλές «Glee». Μετά το σχολείο εργάστηκε για μερικά χρόνια ως δημοσιογράφος, μέχρι και το 1990 όταν ο Στίβεν Σπίλμπεργκ αγόρασε το σενάριό του για μια ταινία που τελικά δεν γυρίστηκε ποτέ («Why Can’t I Be Audrey Hepburn?»).

Λίγο η απόρριψη, λίγο η φιλοδοξία, ο Μέρφι έκανε το ντεμπούτο του στη μικρή οθόνη το 1999 με τη σειρά «Popular», προτού καθιερωθεί στην κοινή και τηλεοπτική συνείδηση με το «Nip/Tuck» το 2003. Έξι πετυχημένες σεζόν μετά, και το άστρο του έλαμπε πιο φωτεινό από ποτέ∙ η δεκαετία του 2010 του ανήκε δικαιωματικά. Τα βραβεία ακολούθησαν αυτόματα. Άλλαζε ρόλους και θέσεις, όμως η επιτυχία παρέμενε. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και πια αναπόσπαστη περσόνα της ποπ κουλτούρας, δεν χώρεσε ποτέ στο στενό κάδρο της μικρής οθόνης μα ούτε και σε αυτό της μεγάλης.

Πότε καλός και πότε κακός

«Οι αδερφοί Μενέντεζ θα έπρεπε να μου στέλνουν λουλούδια. Δεν έχουν λάβει τέτοια προσοχή εδώ και 30 χρόνια», είχε γράψει ο ίδιος σε ένα tweet απαντώντας στις κατηγορίες των κακοποιημένων αδερφών για τον τρόπο που διαχειρίστηκε την ιστορία τους. Το ερώτημα αν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος μεταχείρισης μιας δημόσιας δικαστικής διαμάχης δεν δείχνει μια σίγουρη και ασφαλή απάντηση. Πολλά είναι εκείνα που μπορούμε να προσάψουμε στο Ράιαν Μέρφι για τα στερεότυπα που αναπαράγει γύρω από τη βία και τη σεξουαλικότητα, αλλά το γεγονός πως υπήρξε πρωτοπόρος σε ζητήματα ορατότητας αρκεί προς υπεράσπισή του.

Ίσως είναι ένας επιφανειακός ακτιβιστής. Αν το βάρος πέφτει στο «επιφανειακός» ή στο «ακτιβιστής», αφορά μάλλον τον καθένα από εμάς ξεχωριστά. Και στην τελική, πέρα από τις ακαδημαϊκές και πολιτικές συζητήσεις που είναι σήμερα πιο σημαντικές από ποτέ, ο Μέρφι μας υπενθυμίζει την απόλαυση της μικρής οθόνης. Ο ίδιος είναι ο μεγαλύτερος τηλεορασάκιας εκεί έξω – και φροντίζει πιο συχνά παρά σπάνια να μας το υπενθυμίζει.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT