Η ιστορία και η εξέλιξη των περίπτερων της Αθήνας παρουσιάζεται μέσα από μια έκθεση στο φουαγιέ του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων. Από το πρώτο «Μινιόν» στα Χαυτεία, τις «Μούσες» της πλατείας Ομονοίας, μέχρι τον «Κουτάλα» της Γλυφάδας και το περίπτερο που κατέρρευσε στην οδό Πανεπιστημίου κατά τη διάρκεια των έργων του Μετρό το 1997, οι επισκέπτες θα επιβιβαστούν σε ένα ταξίδι στην αθηναϊκή αστική μνήμη.
Μέσα από μια διαδρομή 20 τρισδιάστατων έργων-απόρροια μακροχρόνιας έρευνας του καλλιτέχνη Ανδρέα Finch, θα έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν ιστορικά περίπτερα, όπως αυτά εμφανίζονται σε φωτογραφικές απεικονίσεις του παρελθόντος, και θα επιβιβαστούν σε ένα ταξίδι από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι και σήμερα, με σημείο αφετηρίας τα πρώτα πολυγωνικά κιόσκια της πλατείας Συντάγματος, όπως αυτά εμφανίζονται στις καρτ-ποστάλ της εποχής.
Με την αφορμή αυτή, μιλήσαμε με τον Ανδρέα Finch και του ζητήσαμε να μας μυήσει στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των έργων του και στην μαγεία της αθηναϊκής αστικής κουλτούρας.

Πότε και πώς γεννήθηκε η ιδέα να ασχοληθείς εικαστικά με τα αθηναϊκά περίπτερα;
Η κατασκευή περιπτέρων ξεκίνησε εντελώς τυχαία, όταν ξεκίνησα να πειραματίζομαι με το 3D printing σχεδόν δέκα χρόνια πριν. Ήθελα απλά να διακοσμήσω μια βιτρίνα παλαιών ελληνικών παιχνιδιών της συλλογής μου, θεωρώντας πως ήταν ένα στοιχείο που έλειπε από αυτά. Από εκεί προέκυψε και η αισθητική μου προσέγγιση σε ό,τι φτιάχνω. Συνδύασα διάφορα σχεδιαστικά στοιχεία που απεικονίζονται σε παλιές φωτογραφίες και μέσα σε ένα απόγευμα ήταν έτοιμη η βασική φόρμα των περιπτέρων που φτιάχνω μέχρι και σήμερα. Θα το περιέγραφα ως ένα μακρύ ταξίδι με επαναλαμβανόμενες στάσεις, το οποίο, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ακόμα δε με κούρασε!
Πόσο διήρκεσε η έρευνα για την έκθεση και ποιες ήταν οι βασικές πηγές;
Ήταν μια ιδέα που γεννήθηκε αρκετά χρόνια πριν και ωρίμαζε σταδιακά μέσω συγκέντρωσης υλικού, διαλογής και εκτενούς μελέτης περίπου τριών ετών. Βασικές πηγές αποτέλεσαν τα σχετικά βιβλία του Θανάση Κάππου («Η Ιστορία του Ελληνικού Περιπτέρου» και «Τα Περίπτερα της Αθήνας 1944-1969»), τα οποία περιέχουν πλούσιο και σπάνιο φωτογραφικό υλικό, το «Le Kioque Grec» του Ηλία Πετρόπουλου μαζί με τα σχετικά άρθρα της αθηναιογράφου Έλενας Ντάκουλα, και επίσης η ερευνητική διπλωματική εργασία «Το περίπτερο: μια μικρο-αρχιτεκτονική του καθημερινού» της Λυδίας Τερκενλή για το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο παράδειγμα που ξεχωρίζεις περισσότερο;
Είναι όλα τους παιδιά μου καταρχάς! Ο χρόνος που απαιτήθηκε για την μελέτη και την αποτύπωση των βασικών μορφών τους, μαζί με την ανάγκη της προσωπικής μου εικασίας και απόδοσης για τα στοιχεία που απουσιάζουν, μας συνέδεσαν. Προσωπικά με γοήτευσε ιδιαίτερα το περίπτερο του Περάματος που έφτιαξα, καθώς τα ιδιοκατασκευαστικά στοιχεία του, μαρτυρούν έναν γνήσιο μόχθο βιοπάλης περασμένων γενεών. Αυτός ο «αγώνας» είναι πολύ έντονα -και ανεπιτήδευτα- αποτυπωμένος στη δυναμική του. Η ανακάλυψη του προέκυψε ως «δώρο» σε νυχτερινή μου εξερεύνηση της περιοχής το καλοκαίρι. Σχετικά με την αστική μνήμη, θεωρώ πως είναι δίκοπο μαχαίρι όσον αφορά την καλλιτεχνική έκφραση, καθώς προσφέρει ένα «προβάδισμα», μιας και επικαλείται μαζικά τη νοσταλγία και καρπώνεται την εμπορικότητα της ρετρό αισθητικής. Αυτά αργότερα θα αποτελέσουν εμπόδιο για οποιαδήποτε περαιτέρω εξέλιξη για τον καλλιτέχνη, καθώς θα βρεθεί εγκλωβισμένος εάν θελήσει να επεκτείνει τη θεματολογία των έργων του σε άλλες, πιο προσωπικές αναζητήσεις.
Πώς επιλέχθηκαν τα περίπτερα που παρουσιάζονται στην έκθεση;
Η διαλογή ήταν μια πολύπλοκη διαδικασία, καθώς τα κριτήρια απαιτούσαν έναν συνδυασμό αρχιτεκτονικών και ιστορικών ιδιαιτεροτήτων, χρονολογικής ακρίβειας και αισθητικής συνέπειας. Στη συνέχεια προέκυψε το θέμα της ποικιλίας, αλλά και η πρόκληση της συνοχής: τα περίπτερα έπρεπε να «συνομιλούν» ταυτόχρονα μεταξύ τους αλλά και με τον θεατή, για να παρουσιαστεί η εξέλιξη τους. Κι αυτή η εξέλιξη, απλούστατα «αγκαλιάζει» την εργονομία και την πρακτικότητα εις βάρος της αισθητικής.

Πιστεύεις ότι τα περίπτερα σήμερα χάνουν τον ρόλο τους ή απλώς μετασχηματίζονται;
Νομίζω πως ο αρχικός ρόλος τους έχει μεταβληθεί εδώ και χρόνια, με την σταδιακή εξάλειψη των εντύπων και τις μεταβολές στην αγορά των καπνικών. Από κοινωνικής και τεχνολογικής πλευράς, χάθηκε ο επικοινωνιακός τους ρόλος επίσης, καθώς πλέον αποτελούν σημεία ταχείας και διεκπεραιωτικής εξυπηρέτησης. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως τα περίπτερα εξυπηρετούσαν και κάποιες αρκετά βλαβερές ανάγκες όπως το κάπνισμα και τη ρυπογόνα διανομή εντύπων, δεν είναι παράλογη, ούτε αρνητική η εξελιξή τους.
Πώς προέκυψε ο τίτλος «Περί Πτερύγων Ανέμων» και τι συμβολίζει;
Ο τίτλος πηγάζει ως Βιβλική αναφορά που συμβολίζει την πανταχού παρουσία – όπως στα ίδια τα περίπτερα – συνδυαζόμενη από την γρήγορη κίνηση. Προσδίδει ίσως και ένα αποχαιρετιστήριο νεύμα προς αυτά. Ικανοποίησε επίσης την εμμονική ανάγκη μου να κάνω λογοπαίγνια.

Θεωρείς αυτή την έκθεση κλείσιμο ενός κύκλου ή αφετηρία για μια νέα ευρύτερη ενασχόληση με την αστική ιστορία;
Η συγκεκριμένη έκθεση υπήρχε ως ιδέα στα μετόπισθεν των σκέψεων μου, για αυτό και φρόντισα να συγκεντρώσω όλα αυτά τα στοιχεία που συντέλεσαν στην υλοποίηση της. Αφενός αποτελεί έναν φόρο τιμής σε αυτό το σύμβολο του αστικού μας πολιτισμού, το οποίο χρήζει γενικής ανάδειξης. Κι αφετέρου, από την προσωπική μου σκοπιά, ήταν μια ευχάριστη πρόκληση που ικανοποίησε ίσως, μια προσμονή που ο ίδιος δημιούργησα άθελα μου. Για εμένα, αποτελεί ένα «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» που εξέλιξε τις τεχνικές και την αισθητική μου και σηματοδοτεί την αφετηρία αρκετών πιο περίπλοκων αστικών θεμάτων που θέλω να εξερευνήσω.
Η έκθεση Περί Πτερύγων Ανέμων – Τα Αθηναϊκά Περίπτερα πραγματοποιείται με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων, στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων / Ακαδημίας 50, μέχρι τις 22 Φεβρουαρίου.

