«Ο κινηματογράφος έχει μια “αλητεία”, μια ανεμελιά. Βρίσκεσαι, λες δυο κουβέντες και αρχίζεις να κάνεις τρελά όνειρα: “Θα μπουν αεροπλάνα, θα τρέχουν αυτοκίνητα, θα μπουν τανκς!”. Επειδή καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό είναι σουρεάλ, βάζεις βενζίνη στη φαντασία μέχρι να τιναχτεί το πράγμα στον αέρα», λέει ο Βαγγέλης Μουρίκης με φανερό ενθουσιασμό. Εκείνη τη στιγμή, περνάει δίπλα μας ένας μπόμπιρας που σηκώνει όλη την πλατεία Βαρνάβα στο πόδι με την γκρίνια και τα κλάματά του. Κανείς δεν γνωρίζει τι θέλει ο «μικρός», ο γνωστός ηθοποιός όμως χαμογελά και λέει ότι «ποτέ κανένα παιδί δεν μπορεί να έχει άδικο». Θα μπορούσε να ήταν σκηνή από ταινία, αλλά δεν είναι. Πώς λειτουργεί το σινεμά στο μυαλό ενός ανθρώπου που έχει ταυτιστεί με τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο; «Σου επιτρέπει να κάνεις όνειρα λες και είναι πραγματικότητα. Φεύγουν όμως από τη σφαίρα της φαντασίας, γιατί αρχίζεις και τα σκηνοθετείς. Βάζεις τον εαυτό σου μέσα και να το: έχεις μια αίσθηση απόλυτης ελευθερίας».
Χαρές και λύπες στο τατάμι
Ο Βαγγέλης Μουρίκης σφουγγαρίζει ευλαβικά το τατάμι (δάπεδο πολεμικών τεχνών) σε ένα κλειστό γυμναστήριο του Περάματος. Στη νέα ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ είναι ο Γιούρι, ένας προπονητής τζούντο που, αφού κέρδισε χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο με μια αθλήτριά του, γύρισε πίσω στην πατρίδα του, τη Γεωργία, και εξαφανίστηκε για άγνωστο –σε εμάς τους θεατές– λόγο. Τώρα, προσπαθεί να πιάσει ξανά το νήμα από εκεί που το άφησε. Στο κάδρο της σκηνής μπαίνει η Δάφνη ή αλλιώς Πάττυ (Μορτ Κλωναράκη), μια νέα και ανερχόμενη αθλήτριά του, που με κλάματα στα μάτια τού ζητά να τη συγχωρέσει. Η κάμερα πιάνει το βλέμμα του Μουρίκη∙ κάτι ανάμεσα στην απόλυτη αυστηρότητα και την πατρική στοργή. «Αν ξαναπατήσεις στο τατάμι με τα παπούτσια, θα σε πατήσω κάτω», της λέει. Το «σε συγχωρώ» δεν βγαίνει ποτέ από τα χείλη του, αλλά είναι σαν να το έχει πει εκατό φορές.

Πριν από αρκετά χρόνια, κάνοντας συνεντεύξεις με ολυμπιονίκες της ελληνορωμαϊκής πάλης, θυμάμαι τον σεβασμό που έτρεφαν για τον χώρο όπου προπονούνταν οι παλαιστές. Αν έβλεπαν πεσμένη κάποια πετσέτα στο ταπί, τη σήκωσαν μόνοι τους χωρίς να περιμένουν τον φροντιστή να τη μαζέψει. Οι κινήσεις του Μουρίκη στην τελευταία του ταινία μού θύμισαν αυτούς τους ανθρώπους, λες και έχει περάσει όλη του τη ζωή στις παλαίστρες. «Τους έμπειρους αθλητές τούς συγκινεί και η παραμικρή λεπτομέρεια· έτσι κι εμένα. Αλλά δεν ασχολούμαι μόνο με τον χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας μπαίνει τελευταίος. Πρώτα θέλω να καταλάβω την ταινία, τον κόσμο στον οποίο βρισκόμαστε», μου λέει, εξηγώντας ότι όσα έχει δει ένας ηθοποιός στο σινεμά μέσα από τα χρόνια, του «έρχονται» στο γύρισμα ανακλαστικά σχεδόν. «Ο Γιούρι είναι σαν να έπεσε από το μπαλκόνι της ζωής του και τώρα πρέπει να σηκωθεί ξανά όρθιος. Με ενδιέφερε αυτό το κοινωνικό κομμάτι: ένας άνθρωπος που καταστράφηκε και αναγκάστηκε να αποσυρθεί σε μια γωνιά για να γιατρέψει τις πληγές του. Τα ζώα το κάνουν αυτό, το ξέρεις;», με ρωτάει, πριν συνεχίσει. «Αν δεν απαντήσεις στο “γιατί αποσύρθηκε”, δεν θα απαντήσεις ποτέ στο “γιατί κάθεται και σφουγγαρίζει μόνος του σε αυτή την ηλικία”». Κάνει μια παύση, σαν να ζυγίζει τη φράση και καταλήγει: «Ξέρεις, όταν σφουγγαρίζεις, σκέφτεσαι».
«Δεν ασχολούμαι μόνο με τον χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας μπαίνει τελευταίος. Πρώτα θέλω να καταλάβω την ταινία, τον κόσμο στον οποίο βρισκόμαστε».
Ο σκηνοθέτης Γιώργος Γεωργόπουλος γνωρίζει καλά τον κόσμο των μαχητικών σπορ, όπου κάθε κίνηση μοιάζει με κίνηση στο σκάκι. Ο Μουρίκης είχε δοκιμάσει παλαιότερα, αλλά δεν ασχολήθηκε σε βάθος, αντιλαμβάνεται όμως τους άγραφους κώδικες που τα διέπουν. Σε κάθε περίπτωση πιστεύει ότι «την κάμερα δεν μπορείς να την κοροϊδέψεις», αφού είναι αμείλικτη, ενώ, κατά την άποψή του, εκείνο που κάνει την εν λόγω ταινία ενδιαφέρουσα είναι το ότι «χειρίζεται ένα πασίγνωστο θέμα [σ.σ.: τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στους μεσήλικες προπονητές και στις νεαρές αθλήτριες] με ανάποδο τρόπο». Άλλωστε, όπως λέει και ο Γιούρι στην, ίσως, πιο κομβική σκηνή της ταινίας: «Το τζούντο έχει επαφή. Και η επαφή παρεξηγείται».

Η μερα με τις 36 ωρες
«Στο σινεμά έβλεπες κόσμους περίεργους, άρματα να τρέχουν… και αναρωτιόσουν “πού είναι αυτός ο κόσμος;”», αφηγείται ο Μουρίκης για τις πρώτες του επαφές με το μεγάλο πανί, όταν ήταν ακόμη στο Δημοτικό. Γέννημα-θρέμμα της περιοχής των Πατησίων, μαθητής στα λύκεια της Γκράβας, βρέθηκε από μια παράξενη ζαριά της τύχης να σπουδάζει σινεμά και υποκριτική στη μακρινή Αυστραλία, στις αρχές της δεκαετίας του 1980. «Έκανα δύο διαφορετικές σχολές σχεδόν ταυτόχρονα. Και παράλληλα δούλευα – ό,τι δουλειά μπορείς να φανταστείς. Ήταν λες και η μέρα είχε 36 ώρες», λέει γελώντας.
Πέρασε ωραία χρόνια στο νότιο ημισφαίριο και μέχρι σήμερα διατηρεί εκεί φίλους και επαφές. Γιατί όμως γύρισε; «Ο λόγος που επιστρέφεις είναι γιατί θέλεις να κάνεις αυτή τη δουλειά στη γλώσσα σου. Εύκολα λες “θα πάω έξω”, αλλά μόλις ανοίξεις το στόμα σου και πεις ένα “α”, καταλαβαίνουν αμέσως από πού είσαι». Στην Ελλάδα, πάντως, οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε από τη θρυλική ταινία του Νίκου Γραμματικού Απόντες (1996), όπου κέρδισε το βραβείο Β΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Για κάποιους από εμάς βέβαια, θα είναι για πάντα Ο βασιλιάς (2002), πάλι σε σκηνοθεσία Νίκου Γραμματικού. Ήταν μια ταινία που τάραξε τα ήσυχα νερά μιας εποχής γεμάτης «παχιές αγελάδες», ρίχνοντας φως στο πώς η ελληνική Περιφέρεια μπορεί να «κατασπαράξει» οτιδήποτε αντιμετωπίζει ως ξένο. Ο ήρωας του Μουρίκη είναι εμβληματικός: ένας πρώην φυλακισμένος προσπαθεί να βρει την ησυχία του και μια δεύτερη ευκαιρία σε ένα απόμερο χωριό, δεν προκαλεί τίποτα και κανέναν, αλλά οι συντοπίτες του δεν τον αφήνουν με τίποτα να «αγιάσει».

«Με τον Νίκο Γραμματικό είχαμε κάνει κοντά στα 200 ταξίδια στην Πελοπόννησο ψάχνοντας χώρους. Ουσιαστικά, όμως, αναζητούσαμε την ιστορία ενός ανθρώπου που γίνεται “αποδιοπομπαίος τράγος” σε μια κοινωνία που θέλει να τον κατασπαράξει. Είναι δύο δυνάμεις που συγκρούονται με μαθηματική ακρίβεια μέχρι τέλους», μου εξηγεί. Του λέω ότι δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου τη σκηνή όπου, μετά από δεκάδες αφορμές, ο ήρωας «σπάει» και καταφεύγει στη βία. «Ήταν η στιγμή της μεγάλης σύγκρουσης. Ο ήρωας ήθελε να την αποφύγει, την “ξόρκιζε” συνέχεια. Έλεγε “δεν ξαναγυρίζω πίσω, δεν ξαναπάω φυλακή”. Στη σκηνή εκείνη ήμασταν 20 άτομα, υπήρχε ο Γραμματικός, ο διευθυντής φωτογραφίας… Δημιουργήθηκε μια σύγκρουση από την οποία δεν μπορούσε κανείς να ξεφύγει».
Υπαρξιακός κινηματογράφος
Τέλη δεκαετίας του ’80, μεσημέρι καλοκαιριού σε μια αυλή στη Σαλαμίνα, κάρβουνα, φρέσκα ψάρια, ποτήρια με ούζο και μια παρέα νεαρών φοιτητών να ακούει ιστορίες από τον πατέρα του καλύτερού τους φίλου. Η συνθήκη δεν είναι άγνωστη∙ είναι όμως τόσο ζωντανός ο τρόπος που τη μεταφέρουν οι Απόντες, ώστε νιώθεις ότι είσαι και εσύ μέρος της σύναξης. «Το κλίμα μεταξύ μας ήταν όπως το βλέπεις στην οθόνη», λέει ο Μουρίκης. «Ο Γραμματικός είναι ιδιαίτερη περίπτωση σκηνοθέτη. Ξέρει τι σημαίνει η άποψή σου. Τη σέβεται και την εντάσσει στο δικό του σκεπτικό. Σου επιτρέπει να την ξεδιπλώσεις. Έχει μια ουσιαστική ευγένεια απέναντι στην καλλιτεχνική υπόσταση του άλλου. Δεν αντιμετωπίζει τους ήρωες σαν να είναι “χάρτινοι”, παρόλο που έρχονται από το χαρτί. Τους δίνει την άνεση της ύπαρξης. Γι’ αυτό και οι ταινίες του έχουν υπαρξιακό χαρακτήρα».

Αν τώρα για όσους έχουμε περάσει τα 40 ο Μουρίκης είναι ταυτισμένος με τις ταινίες του Γραμματικού, για την πιο νέα γενιά είναι το πρόσωπο πίσω από διάφορα viral βιντεάκια από τις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη. Τον εκνευρίζει, άραγε, οι άνθρωποι να στέκονται συνεχώς σε αυτά; «Καθόλου. Ο καθένας διαλέγει ένα κομμάτι που του αρέσει. Ζούμε τη ζωή μας αποσπασματικά, έτσι την αντιλαμβανόμαστε. Αν ένα απόσπασμα εξυπηρετεί μια ανάγκη σου εκείνη τη στιγμή, καλώς να το χρησιμοποιήσεις. Εμείς κάνουμε το άλλο: προσπαθούμε να γυρίσουμε ολόκληρες ταινίες».
Για το οικονομιδικό σύμπαν, το οποίο κατέχει περίοπτη θέση στο νέο ελληνικό σινεμά, ο Μουρίκης έχει αποτελέσει βασικό κομμάτι. Δύσκολα μπορείς να ξεχάσεις τους ήρωες που έχει ερμηνεύσει – Η ψυχή στο στόμα (2006), Μαχαιροβγάλτης (2010), Μικρό ψάρι (2014), Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς (2020). Είναι άνθρωποι του «περιθωρίου», φορτωμένοι εσωτερικά, περισσότερο πονηροί παρά βίαιοι, με κάποιες όμως τρομερές εκρήξεις. «Το αποτύπωμα στον θεατή μπορεί να αφήνεται και με μια ματιά ή με μια σιωπή. Στη Σιωπή των αμνών, ο άλλος ήταν πίσω από ένα τζάμι κι εσύ ήθελες να φύγεις από το σινεμά. Αν η ιστορία ζητάει μια ακραία αντίδραση, ηθοποιός είσαι, αυτή είναι η δουλειά σου. Το θέμα είναι να είσαι πειστικός».

Όλα είναι σινεμά
Είναι φανερό ότι ο Βαγγέλης Μουρίκης είναι ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στην τέχνη του. Μάλιστα, είναι από τους ελάχιστους Έλληνες ηθοποιούς –αν όχι ο μόνος– που δεν έχει κάνει σχεδόν καθόλου τηλεόραση ή θέατρο. Τον ρωτάω αν κουβαλά τους ήρωες και στην προσωπική του ζωή. «Πάντα παίζουν στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όταν παίζω τον Γιούρι, τον δάσκαλο του τζούντο, πλακώνομαι στις κλοτσιές ή όταν ερμηνεύω τον Στράτο από το Μικρό ψάρι, κυκλοφορώ με περίστροφο. Όταν πας στο γύρισμα, πρέπει να είσαι εκεί εκατό τοις εκατό. Αυτό είναι που μετράει».
Σε κάθε στιγμή της συνέντευξης καταλαβαίνω ότι έχω απέναντί μου έναν άνθρωπο που σιχαίνεται τα δημοσιογραφικά κλισέ (και καλά κάνει) και δεν έχει την παραμικρή διάθεση να μοιράσει εύπεπτα «μαθήματα ζωής». Παραμένει ένας φανατικός του σινεμά, μπορεί να τον βρει κανείς στις αθηναϊκές αίθουσες τέσσερις και πέντε φορές την εβδομάδα, παραδέχεται ότι επειδή δεν έχει δυνατή μνήμη κάποιες φορές βλέπει την ίδια ταινία από λάθος, αλλά δεν τον πειράζει∙ η κινηματογραφική αίθουσα είναι το γραφείο του, ένα είδος άτυπου ησυχαστηρίου. «Ακόμα και αργά το βράδυ, στο σπίτι, μπορεί να βάλω να δω καμιά ταινία πριν κοιμηθώ», λέει χαμογελώντας. «Όσο ο πιτσιρικάς μου ήταν πιτσιρικάς, έβλεπα και ταινίες με σούπερ ήρωες. Παρακολουθούσα κάνα 20λεπτο, μετά καμιά φορά κοιμόμουν, στο τέλος τού ζητούσα να μου εξηγήσει τι είχε γίνει».

Δεν είμαι σίγουρος για το πού ακριβώς χτίζει τους χαρακτήρες που ερμηνεύει στη μεγάλη οθόνη, αλλά δείχνει σαν να έχει ανάγκη την κίνηση. «Με εξυπηρετεί ο δρόμος· το να περπατάω, να σκέφτομαι, να αναπτύσσω ερωταπαντήσεις στο μυαλό μου. Η Αθήνα έχει πάρα πολλά ενδιαφέροντα σημεία. Όλες οι μεγάλες πόλεις έχουν το “beat” της ζωής τους», μου εξηγεί. «Ο κινηματογράφος είναι ρυθμός. Μπορεί να υπάρχει μπάχαλο, αλλά μόλις ακουστεί η κλακέτα, όλα παίρνουν τον δρόμο τους. Είναι η στιγμή που ο ατομικός ρυθμός γίνεται ομαδικός. Αυτό νιώθεις στην ατμόσφαιρα. Δεν είναι κάτι το μεταφυσικό».
«Ο κινηματογράφος είναι ρυθμός. Ας υπάρχει μπάχαλο, μόλις ακουστεί η κλακέτα, όλα παίρνουν τον δρόμο τους. Είναι η στιγμή που ο ατομικός ρυθμός γίνεται ομαδικός».
Για τον Βαγγέλη Μουρίκη, τα κινηματογραφικά γυρίσματα είναι ένα είδος ιεροτελεστίας. «Στο σινεμά, αν δεν υπάρξει επικοινωνία στο πλατό, θα την “ψάξει” το μοντάζ. Κι αν δεν τη βρει ούτε εκεί, θα σου πει ο μοντέρ: “Φίλε, δεν βγαίνει αυτή η σχέση, γιατί δεν την είχες ποτέ. Τι να την κάνω; Να την εφεύρω;”». Η τελευταία ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί, το Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ, ήταν άλλη μία πολύ καλή ευκαιρία να επιβεβαιώσει τις αρχές του. «Γι’ αυτό λέω ότι η “επαφή” δεν πρέπει να παρεξηγείται. Η συνεργασία είναι κομμάτι της εμπάθειας. Δεν είμαστε στην εποχή των Μοντέρνων καιρών του Τσάρλι Τσάπλιν, όπου απλώς έσφιγγες μια βίδα. Εδώ σφίγγεις τη βίδα, πιάνεις και το ξύλο, κάνεις τα πάντα. Αυτό το “μαζί” είναι που δημιουργεί το αποτέλεσμα».
Η ταινία Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 26 Φεβρουαρίου, από την Tanweer.

