Οι γυναίκες στο ρεμπέτικο είναι μια ολόκληρη ιστορία. Δυνατές, αντιφατικές, παρεξηγημένες και πολλές φορές μοναχικές, αλλά ποτέ σιωπηλές. Τα τέλια του μπαγλαμά και οι φωνές τους ενώθηκαν σε μια μουσική κουλτούρα γεμάτη συναίσθημα που αγγίζει κάθε χορδή της ψυχής μας. Τη δεκαετία του 1930, επί δικτατορίας Μεταξά, το ρεμπέτικο λογοκρίθηκε σκληρά: απαγορεύτηκαν στίχοι, κάποιοι δημιουργοί διώχθηκαν. Πολλές ρεμπέτισσες πλήρωσαν βαρύ τίμημα και όμως δεν σίγησαν. Άλλαξαν στίχους όταν έπρεπε, έκρυψαν νοήματα «ανάμεσα στις λέξεις», πέρασαν τον πόνο σε υπαινιγμούς και σύμβολα. Η φωνή τους έγινε πιο υπόγεια, αλλά όχι πιο αδύναμη. Κι αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό: μέσα σε καθεστώς φόβου και ελέγχου κράτησαν την αξιοπρέπεια και την καλλιτεχνική τους ταυτότητα.
Χθες το βράδυ (Σάββατο 7/2) στην ΕΡΤ 1 έκανε πρεμιέρα η νοσταλγική μουσική σειρά Οι κυρίες του ρεμπέτικου, με αφιέρωμα στη Ρόζα Εσκενάζυ, που με το ανατολίτικο ύφος, τον ερωτισμό και την μπριόζα χροιά στη φωνή της έγινε μία από τις πλέον αγαπημένες ρεμπέτισσες όλων των εποχών. Με αυτή την αφορμή συναντήσαμε την παρουσιάστρια της σειράς, μουσικό και ερμηνεύτρια Ηρώ Σαΐα, η οποία μας μίλησε για τη δική της σχέση με το ρεμπέτικο και όσα θαυμάζει στις γυναίκες που μας συστήνει στην οθόνη.
«Στο σπίτι οι γονείς μου άκουγαν κυρίως λαϊκά και δημοτικά, ρεμπέτικα λιγότερο. Οι μόνοι δίσκοι του είδους θυμάμαι πως ήταν ένα βινύλιο με τίτλο Το γλέντι της Columbia, στο οποίο άκουγα παιδάκι ακόμα τη Νίνου να τραγουδάει “παλαμάκια παλαμάκια να χτυπούν τα τακουνάκια” και μου άρεσε. Ο άλλος δίσκος ήταν το Ρεμπέτικο (Γκάτσος – Ξαρχάκος). Μαθήτρια λυκείου θυμάμαι να αγοράζω μουσικά περιοδικά της εποχής και να αποκτώ CD τα οποία άκουγα μανιωδώς και προσπαθούσα να ξεσηκώσω τα γυρίσματα, τις αναπνοές, ό,τι μπορούσα τέλος πάντων, από φωνές που θαύμαζα. Θυμάμαι το Στον κόσμο των μεγάλων της Μαρίκας Νίνου, την Κλασική εποχή της Σωτηρίας Μπέλλου κ.ά. Τα έχω ακόμα αυτά τα CD και στο παλιό στερεοφωνικό μου τα βάζω και τα ακούω».

«Πιο συνειδητά άρχισα να ανακαλύπτω το ρεμπέτικο όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα. Ήμουν ιδρυτικό μέλος της ομάδας Σπείρα-Σπείρα, αλλά όταν δεν είχαμε παραστάσεις, πήγαινα και τραγουδούσα σε μαγαζιά και ταβέρνες, έχοντας παρά πολλά ρεμπέτικα στο ρεπερτόριό μου. Το πώς έφτιαξα αυτό το ρεπερτόριο έχει να κάνει με αυτό το κάτι που με έτρωγε, που με τραβούσε στο τραγούδι και με έκανε να θέλω να ανακαλύπτω και να μαθαίνω όσο περισσότερα γινόταν. Στην πορεία γνώρισα καλλιτέχνες, μουσικούς, ερευνητές του ρεμπέτικου και κατάλαβα ότι δεν είναι μόνο ένα μουσικό είδος, αλλά ένα ολόκληρο σύμπαν. Mιλάει για την απώλεια, τον ξεριζωμό, τη φτώχεια, τον έρωτα, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ό,τι δηλαδή συνεχίζει να μας καθορίζει. Διότι δυστυχώς “τα βάσανα και οι καημοί”, όπως ονομάζουν τα ρεμπέτικα τραγούδια τον ανθρώπινο πόνο, δεν έφυγαν ποτέ».
«Όσο υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν να σταθούν όρθιοι, που αναζητούν ένα είδος μουσικής που έχει λόγια απλά και κατανοητά, μουσική που στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά, το ρεμπέτικο θα είναι παρόν. Όμως το ρεμπέτικο είναι και χαρά, είναι και ο διονυσιασμός της παρέας, είναι παλικαριά αλλά και παρηγοριά. Πόσοι μουσικοί δρόμοι, πόσες ανθρώπινες καταστάσεις δεν εκφράζονται στα ρεμπέτικα τραγούδια! Στις νεότερες γενιές το ρεμπέτικο λέει “μη φοβηθείς να είσαι αληθινός”. Δεν ωραιοποιεί, δεν κρύβεται. Είναι ένα μάθημα ειλικρίνειας και αντοχής. Και ίσως μια υπενθύμιση ότι η τέχνη γεννιέται συχνά από τις ρωγμές. Λέει ότι η ταυτότητα δεν χαρίζεται, αλλά κατακτιέται. Ότι μπορείς να είσαι ευάλωτος και δυνατός ταυτόχρονα. Άνθρωπος δηλαδή· με τα καλά και τα στραβά σου. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαία η αγάπη που είχαν ανέκαθεν οι νέοι στο ρεμπέτικο».
«Στις νεότερες γενιές το ρεμπέτικο λέει “μη φοβηθείς να είσαι αληθινός”. Δεν ωραιοποιεί, δεν κρύβεται. Είναι ένα μάθημα ειλικρίνειας και αντοχής».
«Η σκηνή, τα πάλκα, τα κουτούκια, τα στούντιο ηχογραφήσεων ήταν χώροι “ανδρικοί”, φορτισμένοι με προκαταλήψεις. Αυτές οι γυναίκες έπρεπε να αποδείξουν ότι δικαιούνται τη θέση τους στο πάλκο. Το να σταθούν σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο σήμαινε ότι έπρεπε πρώτα να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους να υπάρχουν στον χώρο του τραγουδιού. Δεν πάλευαν μόνο με τη φτώχεια, αλλά και με την προκατάληψη, εφόσον μια γυναίκα που τραγουδούσε εκεί θεωρούνταν ενίοτε ύποπτη, αμφισβητήσιμη, κοινωνικά “εκτεθειμένη”, “ελαφρών ηθών”. Επομένως, ήταν πολλά τα θηρία με τα οποία έρχονταν αντιμέτωπες! Και όμως, στάθηκαν και μεγαλούργησαν. Ορισμένες από αυτές τις γυναίκες, όπως η Ρόζα Εσκενάζυ, διεκδίκησαν επίσης τα δικαιώματά τους, απαίτησαν ποσοστά απ’ τα τραγούδια και τα πήραν! Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, επίσης, ήταν και δημιουργός, και είναι γνωστό πόσο έντονα διεκδικούσε τα δικαιώματά της. Ορισμένες δηλαδή πήγαν πολλά χιλιόμετρα παρακάτω –και όχι μόνο στα μουσικά μονοπάτια– από ό,τι θα περίμενε κανείς».
«Για τις ανάγκες της τηλεοπτικής αφήγησης η ιστορική αλήθεια αναπόφευκτα συμπυκνώθηκε, διότι η ζωή καθεμιάς από αυτές τις κυρίες θα μπορούσε να γίνει από μόνη της μια σειρά. Η τηλεόραση όμως χρειάζεται ρυθμό και συμπύκνωση. Αλλά ακόμα κι έτσι, αν κρατήσεις τον πυρήνα της αλήθειας, τις μαρτυρίες, το συναίσθημα και αν δεν εξωραΐσεις τον πόνο αυτών των γυναικών, τότε όχι απλώς δεν προδίδεις την ιστορία, αλλά τη φωτίζεις περισσότερο. Να τονίσω τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε το σπουδαίο Αρχείο της ΕΡΤ και ειδικά οι εκπομπές του Γιώργου Παπαστεφάνου, η σκηνοθεσία του Λεωνίδα Πανονίδη, η οργάνωση κάθε επεισοδίου από τη Μαρία Λούκα και το μοντάζ της εξαιρετικής Στέλλας Φιλιπποπούλου».
Η μουσική σειρά Οι κυρίες του ρεμπέτικου προβάλλεται κάθε Σάββατο στις 19.00, στην ΕΡΤ 1, και στριμάρεται στο Ertflix.
Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία το κουτούκι Κοτταρού, Αγίας Σοφίας 43 και Διδυμοτείχου, Κολωνός, τηλ. 210-5120682.

