«Της ταιριάζει πολύ το φως», λέμε κάποια στιγμή συνωμοτικά με τον φωτογράφο μας καθώς η Ελευθερία ποζάρει στον φακό του. Ολότελα φυσική, σχεδόν παιδική στις εκφράσεις της, μοιάζει να απολαμβάνει το παιχνίδι της ζωής της.
Μετά από έναν κύκλο επιτυχημένων παραστάσεων («Συνέδριο για το Ιράν»), η ηθοποιός μας ανοίγει τα χαρτιά της , λίγο πριν επιστρέψει στο θεατρικό σανίδι με την «Ιεροτελεστία» και την Ορχήστρα των μικρών πραγμάτων στο Εθνικό Θέατρο.
Ελευθερία ή Λέλε?
Ελευθερία, αλλά και για πολλούς Λέλε. Το Λέλε προέκυψε από μια εκδρομή στο σχολείο, όπου ο γιος μιας καθηγήτριας μου είπε ότι «δεν θα σε φωνάζω Ελευθερία, θα σε φωνάζω Λέλε». Δεν χρησιμοποιήθηκε, από κανέναν άλλον μέχρι που κάποια στιγμή άλλαξα ομάδα στο μπάσκετ, και μου είπανε πως το Ελευθερία είναι πολύ μεγάλο και ότι έπρεπε να βρω κάτι πιο σύντομο. Πολύ ενστικτωδώς, είπα Λέλε και έτσι έμεινε.
Άρα το μπάσκετ σου έδωσε το καλλιτεχνικό σου όνομα.
Βασικά ο Άγγελος μου το έδωσε, αλλά, ναι, στο μπάσκετ εγκαθιδρύθηκε.
Ξεκίνησες ως αθλήτρια;
Από μικρή, μου άρεσε πολύ ο αθλητισμός. Κάπως κατέληξα να πάω μπάσκετ, το οποίο καθόρισε πολύ τα εφηβικά μου μου χρόνια. Εγώ τότε δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Ήμουν από τα παιδιά που κάθε μέρα έλεγαν και κάτι διαφορετικό, αλλά παράλληλα φεύγανε από το πεδίο μου.
Η υποκριτική πώς προέκυψε;
Δεν είχα κάποιον στο στενό μου περιβάλλον ο οποίος να ασχολείται είτε με την υποκριτική, είτε με κάτι καλλιτεχνικό. Υπήρχε όμως η αδερφή μου, με την οποία τραγουδούσαμε και φτιάχναμε σκετσάκια με τα παιδιά της γειτονιάς. Ήταν κάτι το οποίο μου άρεσε, αλλά δεν έλεγα ποτέ ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Νομίζω τελικά ότι όλο ξεκίνησε από εκείνη. Μου άρεσε αυτό που φτιάχναμε και στην πορεία μου είπε να γραφτώ στην θεατρική ομάδα του ΠΑΜΑΚ. Εγώ πήγα από περιέργεια και μετά ήρθε το Κρατικό, σαν μία σειρά από τυχερά γεγονότα.

Και ο αθλητισμός είχε φύγει τελείως από το πεδίο;
Όχι, σταμάτησα το μπάσκετ όταν πέρασα επίσημα στο Κρατικό.
Φαντάζομαι σου έμαθε και πολλά που χρησιμοποίησες μετά ως ηθοποιός, όπως, για παράδειγμα, την πειθαρχία.
Θα πω κυρίως την ομαδικότητα, το ότι πάμε όλοι μαζί να φτιάξουμε κάτι. Δηλαδή ότι προετοιμαζόμαστε, είτε στις πρόβες είτε στην προπόνηση, για να πάμε να παίξουμε μαζί. Και το λέω κυριολεκτικά, «να παίξουμε», να χαρούμε ρε παιδί μου, ασχέτως του αποτελέσματος. Με ενδιαφέρει πολύ το μαζί.
Αυτό το μαζί ήταν που καθόρισε και την επιτυχία του πολυσυζητημένου «συνεδρίου για το Ιράν».
Βασικά, «Το συνέδριο για το Ιράν» είχε μία πολύ ενδιαφέρουσα συνθήκη. Ήταν μονάδες ανθρώπων και ομιλίες που με έναν τρόπο όλες μαζί έφτιαχναν ένα σύμπαν και ένα συνέδριο για την ύπαρξη και τον άνθρωπο. Εγώ πρώτη φορά συνεργάστηκα με τα παιδιά, με την Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων, τον Χρήστο [Θεοδωρίδη] και την Ξένια [Θεμελή]. Ήταν πολύ ωραίο το γεγονός ότι ήμασταν ανοιχτοί στο κοινό, γιατί λόγω της συνθήκης που είχε το συνέδριο μπορούσαν να συμβούν ερωτήσεις από τους θεατές, συζητήσεις κτλ. Οπότε όλο αυτό άλλαζε κάθε φορά τη δυναμική της παράστασης.
Παράλληλα μιλάμε για ένα έργο το οποίο είναι και βαθιά πολιτικό.
Νομίζω ότι όλα με έναν τρόπο είναι πολιτικά από τη στιγμή που αφορούν τον άνθρωπο. Παρ’ όλα αυτά ήταν πολιτικό όχι με την στενή έννοια του όρου. Κάπως έκανε ένα άνοιγμα στο κομμάτι του ποιος είναι αυτός ο κόσμος που ζούμε. Υπάρχουν ηθικές αξίες στον κόσμο; Πώς τοποθετούμαστε εμείς σε σχέση με αυτό; Ακούμε τις απόψεις των άλλων ή απλά είμαστε προσκολλημένοι στις δικές μας; Γενικώς, αυτή η παράσταση ήταν σαν μία άσκηση σε σχέση με το πόσο ακούμε, το οποίο είναι επίσης βαθιά πολιτικό.
Έχει μεγάλη σημασία σήμερα να ανοίγουμε αυτές τις συζητήσεις.
Σκέψου ότι κατά τη διάρκεια των παραστάσεων έγιναν πάρα πολλές αλλαγές στο κείμενο, για να μπορούμε να είμαστε up to date. Όπως για παράδειγμα η διαρκής άνοδος της Ακροδεξιάς. Πολλές φορές ακόμα και η λέξη «άνοδος» μπορεί να μην ήταν ακριβής και κάποια στιγμή έγινε «επικράτηση». Τέλος πάντων, τα πράγματα δεν πηγαίνουν πολύ καλά. Είμαι ένας άνθρωπος που μπορεί να ξυπνήσει αισιόδοξος και να λέω το απόγευμα ότι όλα είναι μάταια. Οπότε προσπαθώ να αντισταθώ στη ματαιότητα.
Το ίδιο βλέπουμε και στην «Ιεροτελεστία».
Είναι ακόμη μια δουλειά που έχω την περιέργεια να δω πώς θα ακουμπήσει τον κόσμο. Έτσι κι αλλιώς αφορά ένα πάρα πολύ οικουμενικό θέμα. Το μόνο πράγμα που ξέρουμε όλοι ότι θα μας συμβεί είναι ο θάνατος. Είναι ένα έργο που διαπραγματεύεται ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, που διηγούνται μια απώλειά τους. Βασίστηκε σε συνεντεύξεις ανθρώπων που πήρε ο Γκιγιόμ Πουά σε μια ιδέα της Λορέν Ντε Σακαζάν μέσα στην διάρκεια της καραντίνας και συνειδητοποίησε ότι σε ένα μεγάλο αριθμό συνεντεύξεων – πάνω από 300 αν δεν κάνω λάθος – το κοινό σημείο ήταν ότι μιλούσαν όλοι για έναν θάνατο. Οπότε άρχισε να γράφει αυτό το έργο, και εμείς τώρα θα δούμε 11 ιστορίες στη σκηνή. Βέβαια όταν μιλάς για το θάνατο δεν μπορείς παρά να μιλάς και για τη ζωή. Οπότε κάθε ιστορία βάζει ένα λιθαράκι σε σχέση και με μία προτροπή του πώς να ζούμε.
Εσύ πενθείς;
Είμαι σε μία φάση που επειδή μεγαλώνει ο σκύλος μου περνάω μία μίνι προετοιμασία ότι αυτό θα συμβεί. Απλά ξέρω ότι ποτέ δεν θα είμαι έτοιμη γι’ αυτό. Κάθε απώλεια σε καθορίζει, με άλλο τρόπο κάθε φορά και νομίζω ότι όλοι πενθούμε με έναν τρόπο πράγματα και ανθρώπους στη ζωή μας. Υπάρχει πολύς θάνατος γύρω μας. Αλλά νομίζω ότι θα μπορούσαμε ίσως σε κάποια πράγματα που συμβαίνουν να βάζουμε ένα στόπ. Είμαστε οι μνήμες μας, οπότε με έναν τρόπο οι μνήμες μας καθορίζουν και στο τώρα και στο μέλλον και συνεχώς. Μάλιστα υπάρχει φράση στην ιεροτελεστία που λέει ότι «μια ανάμνηση είναι το μέλλον». Κι αν το σκεφτείς ισχύει και ατομικά και συλλογικά.

