Οι Νεάντερταλ, που κυριάρχησαν στην Ευρασία για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια προτού εξαφανιστούν πριν από περίπου 40.000 χρόνια, επέστρεψαν εντυπωσιακά στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος το 2025. Περισσότερες από δώδεκα σημαντικές επιστημονικές μελέτες ασχολήθηκαν με κάθε πτυχή της ζωής τους: από τις ερωτικές τους σχέσεις (όπου φαίνεται ότι δεν έλειπαν τα φιλιά και οι σχέσεις με τον Homo sapiens) έως πιθανές αδυναμίες στο αίμα τους, οι οποίες ίσως συνέβαλαν στην εξαφάνισή τους.
Μέχρι και πριν από τριάντα χρόνια, οι Νεάντερταλ παρουσιάζονταν συχνά ως αργόστροφοι και αφελείς πρωτόγονοι, ανίκανοι για ηθικές ή θρησκευτικές αντιλήψεις, χωρίς γλώσσα και με συμπεριφορά κατώτερη από εκείνη του σύγχρονου ανθρώπου. Αυτή η εικόνα άρχισε να καταρρέει το 2010, όταν το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ δημοσίευσε το πλήρες γονιδίωμά τους. Η ανακάλυψη έδειξε ότι άνθρωποι ευρωπαϊκής και ασιατικής καταγωγής φέρουν έως και 4% DNA Νεάντερταλ, αποδεικνύοντας ότι υπήρξε εκτεταμένη επιμειξία ανάμεσα στα δύο ανθρώπινα είδη.
Ο αρχαιολόγος Ζοάο Ζιλιάο από το Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας σχολιάζει, με εμφανή ειρωνεία, ότι η επιμονή να θεωρούνται οι Νεάντερταλ ξεχωριστό είδος αντανακλά συχνά μια βαθύτερη απροθυμία –ιδιαίτερα από την πλευρά των γενετιστών– να αναγνωριστούν ως ένας γεωγραφικά ξεχωριστός κλάδος μεν, στενά συνδεδεμένος μέσω επιμειξίας με την ευρύτερη οικογένεια της ανθρωπότητας δε. «Υπάρχουν πάρα πολλοί γενετιστές, πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι αρχαιολόγοι», είπε. «Η έρευνα πάνω σε ένα μόριο ή σε ένα γονίδιο απαιτεί πολύ λιγότερο χρόνο από την ανασκαφή ενός αρχαιολογικού χώρου και τη μελέτη των ευρημάτων του».
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο δρ Ζιλιάο υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε ουσιαστικό γνωστικό ή πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα στους Νεάντερταλ και τους σύγχρονους ανθρώπους. Οι επιτόπιες έρευνές του στην Ισπανία δείχνουν ότι οι Νεάντερταλ δημιούργησαν αυτόνομες σπηλαιογραφίες και κοσμήματα, όπως διακοσμημένα κοχύλια, πριν από 65.000 έως 115.000 χρόνια, δηλαδή δεκάδες χιλιάδες χρόνια πριν από αντίστοιχα ευρήματα που συνδέονται με τον Homo sapiens στην Αφρική ή με την άφιξή του στην Ευρώπη. Ο δρ Ζιλιάο υποστηρίζει ότι αυτή η κοινή ικανότητα για συμβολική σκέψη παραπέμπει σε μια μακρά ιστορία γενετικής ανταλλαγής και πολιτισμικής διάχυσης μεταξύ των δύο ομάδων και όχι σε μια μοναδική «ανωτερότητα» του Homo sapiens.
Οι New York Times ζήτησαν από τον δρα Ζιλιάο να παρουσιάσει τη δική του οπτική σχετικά με τα πιο πολυσυζητημένα ερευνητικά εγχειρήματα της χρονιάς που αφορούν τους Νεάντερταλ.
Ένα κορίτσι «δίνει» νέες απαντήσεις
Το 1931, αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στο σπήλαιο Σκουλ, στο όρος Κάρμηλος στο Ισραήλ, τον σκελετό ενός παιδιού ηλικίας περίπου 3 έως 5 ετών (πιθανότατα κοριτσιού) που έζησε πριν από 140.000 χρόνια. Μια νέα μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό L’Anthropologie υποστηρίζει ότι το παιδί αυτό ενδέχεται να ήταν υβρίδιο, με τον έναν γονέα Homo sapiens και τον άλλον Νεάντερταλ. Αν επιβεβαιωθεί, το εύρημα μεταθέτει τη χρονολόγηση της επιμειξίας των δύο ομάδων κατά περίπου 90.000 χρόνια νωρίτερα και δείχνει ότι η επαφή τους ήταν πιο πρώιμη και βαθιά απ’ ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα.

Υπό τη διεύθυνση του Ίσραελ Χερσκόβιτς από το Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και της Αν Νταμπρικούρ-Μαλασέ από το Γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας, παλαιοανθρωπολόγοι προχώρησαν σε ψηφιακή ανακατασκευή του κρανίου και της κάτω γνάθου του παιδιού, χρησιμοποιώντας αξονικές τομογραφίες και τεχνολογία τρισδιάστατης χαρτογράφησης. Συγκρίνοντας τα μοντέλα με εκείνα άλλων παιδιών Νεάντερταλ και πρώιμων Homo sapiens, εντόπισαν έναν εντυπωσιακό συνδυασμό χαρακτηριστικών: το τμήμα του κρανίου που φιλοξενεί τον εγκέφαλο έμοιαζε με εκείνο του σύγχρονου ανθρώπου, ενώ η γνάθος και οι δομές στο εσωτερικό του αυτιού θύμιζαν Νεάντερταλ. Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι αυτή η μοναδική μείξη χαρακτηριστικών αντανακλά μακροχρόνια συνύπαρξη και επιμειξία στη Μέση Ανατολή και όχι απλώς μεμονωμένες συναντήσεις.
Το εύρημα μεταθέτει τη χρονολόγηση της επιμειξίας των δύο ομάδων κατά περίπου 90.000 χρόνια νωρίτερα και δείχνει ότι η επαφή τους ήταν πιο πρώιμη και βαθιά απ’ ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα.
Τα στοιχεία αυτά αμφισβητούν την άποψη ότι οι Νεάντερταλ αντικαταστάθηκαν γρήγορα από τους σύγχρονους ανθρώπους και ότι η ανθρώπινη εξέλιξη καθορίστηκε αποκλειστικά από τη σύγκρουση. Αντίθετα, οι δύο ομάδες από την οικογένεια των ανθρωπιδών φαίνεται πως ήταν στενά συνδεδεμένες, σε τέτοιο βαθμό ώστε τοπικοί πληθυσμοί Νεάντερταλ να απορροφήθηκαν σταδιακά από μεγαλύτερες ομάδες Homo sapiens, υποστηρίζει ο δρ Χερσκόβιτς. Αυτό ενισχύει τη θεωρία που ισχυρίζεται ότι οι δύο ομάδες αποτελούν μέρος μιας ενιαίας, ρευστής εξελικτικής γραμμής.
Ο δρ Χερσκόβιτς επισημαίνει ότι η ένταξη όλων των πρώιμων ανθρώπων σε ένα και μόνο είδος αποκρύπτει κρίσιμες λεπτομέρειες, γιατί ορισμένα χαρακτηριστικά διατηρήθηκαν, ενώ άλλα χάθηκαν, και γιατί άτομα μεικτής καταγωγής, όπως το παιδί του Σκουλ, εμφανίστηκαν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Το μοντέλο του ενός είδους μπορεί να μοιάζει απλούστερο, όμως κινδυνεύει να υπεραπλουστεύσει το απολιθωμένο αρχείο, να αλλοιώσει την πραγματική ιστορία της εξέλιξης και να δυσκολέψει την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο διαφορετικοί ανθρώπινοι πληθυσμοί αλληλεπέδρασαν και μετασχηματίστηκαν με την πάροδο του χρόνου. Παρά τα μορφολογικά ευρήματα, η ταξινόμηση του παιδιού του Σκουλ παραμένει αμφιλεγόμενη. Για τον δρα Ζιλιάο, η έκταση της επιμειξίας υποδηλώνει ότι ο άνθρωπος του Νεάντερταλ και ο Homo sapiens θα έπρεπε να θεωρούνται ένα και το αυτό είδος.
Ο δρ Χερσκόβιτς, αντίθετα, υποστηρίζει ότι οι επίμονες σωματικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων –στον χρόνο και τον χώρο– δικαιολογούν τη διατήρηση ξεχωριστών κατηγοριών. Αν και αμφότεροι συμφωνούν ότι η ανάλυση DNA θα μπορούσε να ρίξει φως στη γενεαλογία του παιδιού, ο δρ Ζιλιάο σημειώνει ότι η ηλικία και η τοποθεσία του απολιθώματος καθιστούν απίθανη την ανάκτηση γενετικού υλικού.
Η αυθεντική δίαιτα Paleo
Όπως αποκάλυψαν αρκετά ευρήματα μέσα στη χρονιά, οι Νεάντερταλ απείχαν πολύ από το να ήταν απλοί τροφοσυλλέκτες. Μελέτη στο περιοδικό Quaternary Science Reviews περιγράφει πώς στη σημερινή Σερβία ήταν δεινοί κυνηγοί, οργανώνοντας τολμηρές ενέδρες «κομάντο» και θεαματικές καταδιώξεις σε γκρεμούς για να παγιδεύσουν αγριοκάτσικα σε δύσβατα εδάφη. Πενήντα έως εβδομήντα χιλιάδες χρόνια πριν, σε περιοχές που σήμερα ανήκουν στο Ισραήλ, γειτονικές ομάδες Νεάντερταλ εφάρμοζαν διαφορετικές τεχνικές τεμαχισμού των ζώων, οι οποίες μεταδίδονταν από κοινότητα σε κοινότητα, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Frontiers in Environmental Archaeology. Και σε μελέτη στο Science Advances, επιστήμονες που εργάστηκαν σε αρχαιολογικό χώρο στη Γερμανία διαπίστωσαν ότι οι Νεάντερταλ εξήγαν μεδούλι από οστά ήδη πριν από 125.000 χρόνια, πολύ πριν κάνουν κάτι αντίστοιχο οι πρώιμοι Homo sapiens.
«Φυσικά και το έκαναν», σχολίασε ο δρ Ζιλιάο. «Γιατί να μην το έκαναν;» Για χρόνια, η διατροφή των Νεάντερταλ θεωρούνταν ότι βασιζόταν κυρίως στο κυνήγι μεγάλων θηραμάτων, συμπέρασμα που προέκυπτε από την ανάλυση ισοτόπων αζώτου στο κολλαγόνο των οστών τους. Ωστόσο, μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Science Advances υποστηρίζει ότι τα ίδια δεδομένα θα μπορούσαν να δείχνουν μια πιο ποικίλη διατροφή, παμφαγίας, η οποία περιλάμβανε ακόμη και έντομα.
Η Μέλανι Μπίσλι, ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Purdue της Ιντιάνα και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, πρότεινε ότι τα σκουλήκια (οι προνύμφες μυγών) που μετατρέπουν την άπαχη πρωτεΐνη σε λίπος, αποτελούσαν μια τροφή πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, άφθονη και εύκολα προσβάσιμη σε δύσκολες περιόδους. Παρομοίασε την κατανάλωση προνυμφών με το να τρως καραμέλες από καλαμπόκι (candy corn), αν και συνέστησε να μην επιμείνουμε πολύ σε αυτή τη σύγκριση.
Για χρόνια, η διατροφή των Νεάντερταλ θεωρούνταν ότι βασιζόταν κυρίως στο κυνήγι μεγάλων θηραμάτων, ωστόσο νέες μελέτες δείχνουν ότι έτρωγαν ακόμη και έντομα.
Ο δρ Ζιλιάο δήλωσε ότι οι Νεάντερταλ πιθανότατα ακολουθούσαν μια ευέλικτη διατροφή, προσαρμόζοντας τις διατροφικές τους συνήθειες στις διαθέσιμες τροφές σε όλο το εκτεταμένο γεωγραφικό τους εύρος: από το Γιβραλτάρ έως τη Σιβηρία. Η αντίληψη ότι οι Νεάντερταλ ήταν αποκλειστικά υπερσαρκοφάγοι, πρόσθεσε, είναι «μια χαζή και εντελώς παράλογη θεωρία».
Η πιο φωτεινή «κηρομπογιά»
Αρχαιολόγοι, με επικεφαλής τον Φραντσέσκο ντ’ Ερίκο από το Πανεπιστήμιο του Μπορντό στη Γαλλία, ανέλυσαν 16 θραύσματα ώχρας που βρέθηκαν σε περιοχές των Νεάντερταλ στην Κριμαία και την ηπειρωτική Ουκρανία, με ηλικία που φτάνει έως και τα 100.000 χρόνια. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Science Advances, ξεχώρισε τρία αντικείμενα με σαφή ίχνη σκόπιμης διαμόρφωσης και χρήσης για σχεδίαση. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα ήταν μια κίτρινη «κηρομπογιά» μήκους περίπου πέντε εκατοστών, ηλικίας περίπου 42.000 ετών, όπου η μικροσκοπική ανάλυση έδειξε ότι είχε ξυστεί και ακονιστεί επανειλημμένα, ένδειξη ότι επρόκειτο για ένα εργαλείο μεγάλης αξίας. Το αντικείμενο είχε ξεκάθαρα τροποποιηθεί μέσω λείανσης και «ξυσίματος».

Ο δρ Ντ’ Ερίκο υποστήριξε ότι η «κηρομπογιά» πρέπει να αποδοθεί στους Νεάντερταλ και όχι στους σύγχρονους ανθρώπους: βρέθηκε σε μέρος που είναι γνωστό ότι κατοικήθηκε από Νεάντερταλ και χρονολογείται πριν από την περίοδο κατά την οποία θεωρείται ευρέως ότι έφτασε εκεί ο Homo sapiens. Οι ερευνητές χαρακτήρισαν το εύρημα «κηρομπογιά», εξήγησε, βάσει της λειτουργίας του και των συγκεκριμένων μοτίβων φθοράς, τα οποία επιβεβαιώνουν έντονα ότι χρησιμοποιήθηκε για τη χάραξη ή τη σήμανση επιφανειών, πιθανώς δέρματος ή βράχου. Μικροσκοπικά ίχνη τριβής και εφαρμογής πίεσης, και όχι μόνο το σχήμα του αντικειμένου, δείχνουν ότι χρησιμοποιήθηκε ως καλλιτεχνικό εργαλείο.
«Άλλη μία απόδειξη για τη συμβολική χρήση χρωστικών ουσιών από τους Νεάντερταλ», σχολίασε ο δρ Ζιλιάο, ο οποίος έχει συνεργαστεί συχνά με τον δρα Ντ’ Ερίκο.
Φιλιά 20 εκατομμυρίων ετών
Τα γενετικά δεδομένα δείχνουν ότι ο άνθρωπος του Νεάντερταλ και ο Homo sapiens διασταυρώθηκαν. Πλέον, νέα έρευνα με επικεφαλής τη Ματίλντα Μπριντλ, εξελικτική βιολόγο στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, υποστηρίζει ότι αυτές οι συναντήσεις πιθανότατα περιλάμβαναν και φιλιά.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Evolution and Human Behavior, διαπίστωσε ότι οι δύο ομάδες μοιράζονταν συγκεκριμένα στοματικά βακτήρια, τα οποία διαφοροποιήθηκαν πολύ μετά τον εξελικτικό τους διαχωρισμό, στοιχείο που, όπως το έθεσε η δρ Μπριντλ, υποδηλώνει «παρατεταμένη επαφή και ανταλλαγή σάλιου».
Η ίδια και οι συνεργάτες της υποστηρίζουν ότι το φιλί δεν αποτελεί σύγχρονη πολιτισμική επινόηση, αλλά ένα βαθιά ριζωμένο χαρακτηριστικό των πρωτευόντων, με προέλευση που χρονολογείται μεταξύ 21,5 και 16,9 εκατομμυρίων ετών πριν. Οι ερευνητές ξεκίνησαν εξετάζοντας αυτή την πρακτική σε διαφορετικά είδη πιθήκων. Όρισαν την πράξη, με έναν πεζό –αν όχι κλινικό– τρόπο, ως «μη επιθετική επαφή στόμα με στόμα», ανεξάρτητη από τη σίτιση. «Δυστυχώς, δεν υπάρχουν απολιθώματα από γορίλλες που ανταλλάσσουν φιλιά», σχολίασε η δρ Μπριντλ.
Η ομάδα παρατήρησε πλατωνικά φιλιά (ως ένδειξη στοργής ή συμφιλίωσης) σε χιμπαντζήδες και ουρακοτάγκους, καθώς και σεξουαλικά φιλιά (για διέγερση) στους μπονόμπο. «Παρακολουθήσαμε ατελείωτο οπτικό υλικό με πιθήκους να φιλιούνται», είπε η δρ Μπριντλ. «Υπήρχε μπόλικη… δράση με γλώσσες στους μπονόμπο, και αυτό δεν ήταν καν το χειρότερο».
Στη συνέχεια, η ομάδα χρησιμοποίησε μοντέλα Μπεϋζιανής Στατιστικής για να ανασυνθέσει την εξελικτική ιστορία του φιλιού. Η υπόθεσή τους είναι ότι, παρά τον πιθανό κίνδυνο μετάδοσης παθογόνων, το φιλί διατηρήθηκε ως εξελικτικό πλεονέκτημα, επειδή βοηθούσε τα άτομα να ενισχύουν κοινωνικούς δεσμούς και να αξιολογούν υποσυνείδητα την υγεία ενός πιθανού συντρόφου. «Όλοι το έχουμε ζήσει», είπε η δρ Μπριντλ. «Φιλάς κάποιον και ξαφνικά συνειδητοποιείς: “Όχι, αυτό δεν πρόκειται να πάει καλά”. Είναι μια δοκιμή πριν από… την αγορά».
Το ερωτικό παιχνίδι ανάμεσα σε ανθρωπίδες δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη, σχολίασε ο δρ Ζιλιάο, δεδομένου του πόσο διαδεδομένη είναι αυτή η συμπεριφορά στο ζωικό βασίλειο. «Οι μαϊμούδες το κάνουν, οι καμηλοπαρδάλεις το κάνουν, οι πολικές αρκούδες το κάνουν και, ω του θαύματος, το έκαναν και οι Νεάντερταλ. Απίστευτο. Ποιος να το φανταζόταν;»

