Ένα μικρό ξεχασμένο καρουζέλ που κάποια Χριστούγεννα μάλλον κοσμούσε μια πλατεία, ένα σκονισμένο περίπτερο που μοιάζει να φύτρωσε στην έρημη αλάνα κι ένα σύνθημα «Θυμάται ο πρόσφυγας και ο μετανάστης». Είναι γραμμένο με μαύρα γράμματα στον τοίχο ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου, εδώ όπου κάποτε βρίσκονταν ζώα. Ένας παλιός στάβλος, λοιπόν, από τα σφαγεία της περιοχής είναι το πρώτο σημείο της σημερινής μας βόλτας στη γειτονιά του Ταύρου.
Μια περιοχή φτιαγμένη από τούβλα και σίδερα, υλικά οικοδομικά και μνήμες τόπων μακρινών που ξυπνούν μέσα από τραγούδια σε αιωνόβια κουτούκια. Με την οδό Πειραιώς να τον διασχίζει, κοντά τόσο στο αθηναϊκό κέντρο όσο και στο λιμάνι του Πειραιά, ο Ταύρος διατηρεί –άγνωστο για πόσο ακόμα– την εντύπωση μιας κλειστής κοινότητας. Στους δρόμους του έφτασαν κάποτε Μικρασιάτες πρόσφυγες, κάνοντας σπίτια τους τις ξύλινες καλύβες. Μετά τον πόλεμο, εργάτες άρχισαν να πιάνουν δουλειά στα εργοστάσια που ξεφύτρωναν στην περιοχή. Καμίνια, ποτοποιίες, βιομηχανίες γάλακτος και βυρσοδεψεία· μια βιομηχανική πολιτεία ανάμεσα στις εργατικές κατοικίες. Σήμερα οι τοίχοι τους είναι καλυμμένοι με πελώριες ζωγραφιές κι απ’ τα μπαλκόνια τους οι ένοικοι χαιρετούν τα παιδιά της γειτονιάς με τα μικρά τους ονόματα.

Πριν πάρει την τωρινή της ονομασία, όπως μας εξηγεί ο Κώστας Στοφόρος, δημοσιογράφος – συγγραφέας, που μαζί με τον Γιάννη Φρυδάκη, υπεύθυνο της ομάδας Trekking Hellas Athens, έχουν αναλάβει τη σημερινή μας ξενάγηση, η γειτονιά λεγόταν «Νέα Σφαγεία». «Η περιοχή πήρε το όνομά της από τα σφαγεία που ανεγέρθηκαν από τον Εμμανουήλ Μπενάκη το 1916. Η πραγματική ιστορία ξεκινά πολύ νωρίτερα, το 1893, όταν αποφασίστηκε, σε σχέδια του στρατιωτικού μηχανικού Ιφικράτη Κοκκίδη, να μεταφερθούν τα παλιά σφαγεία που ήταν λίγο πιο πάνω, στα όρια της Καλλιθέας, και βρόμιζαν όλη την περιοχή», λέει ο Στοφόρος. Όσον αφορά την ονομασία «Ταύρος» υπάρχουν, όπως μας εξηγεί, δύο εκδοχές: η ιστορική, που λέει ότι το όνομα οφείλεται στην οροσειρά της Μικράς Ασίας, από την οποία ήρθαν οι πρόσφυγες, και η μυθολογική, που ανάγεται σε προφορικές αφηγήσεις των ανθρώπων της περιοχής, σύμφωνα με τις οποίες ένας ταύρος το έσκασε από τα σφαγεία και ψάχνοντας σε μια πλατεία, σε ένα εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη βρήκε μια εικόνα. Θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για θαύμα κι έτσι πήρε την ονομασία της η περιοχή.

Ο «φονέας των γιγάντων»
Πριν βγούμε από την έρημη αλάνα, χαιρετάμε μια κυρία από το Τμήμα Αστικής Πανίδας που προσφέρει σακιά με τροφές για όσους κατοίκους του Δήμου Μοσχάτου-Ταύρου ταΐζουν αδέσποτα. Κάνουμε μια παράκαμψη για να περάσουμε από τα γραφεία της θρυλικής ποδοσφαιρικής ομάδας του Ταύρου, του Φωστήρα, γνωστού ως «φονέα των γιγάντων». Είναι ένα μικρό δώμα, καλυμμένο με τρόπαια και αφίσες, δίπλα σε ένα υπαίθριο κυλικείο στην πλατεία Αττάλειας, όπου οι άνθρωποι της γειτονιάς καπνίζουν, πίνουν καφέ σε πλαστικά κύπελλα, με τα μπουφάν τους κουμπωμένα για να προστατευτούν από το κρύο. Τα σκυλιά τους παίζουν ανέμελα μπροστά στα πόδια τους. Το σκηνικό έχει μια ηρεμία που σπάνια θα συναντήσει κανείς στους δρόμους του κέντρου.
Σύμφωνα με μια θεωρία, η περιοχή πήρε το όνομά της όταν ένας ταύρος το έσκασε από τα σφαγεία και φτάνοντας σε μια πλατεία, βρήκε μια εικόνα.
Ο Φωστήρας δημιουργήθηκε από νεαρούς πρόσφυγες το 1926. Εντεράδες και άλλοι εργάτες των σφαγείων με διαφορετικές ειδικότητες φορούσαν τη φανέλα του και αναμετριούνταν με τα μεγαθήρια, τους «γίγαντες» του ελληνικού πρωταθλήματος. Ο Γιάννης μού λέει πως ο παππούς του, πρόσφυγας και αυτός από τη Σμύρνη, που εγκαταστάθηκε εδώ μικρός, μετέδωσε το μικρόβιο στον πατέρα του, ο οποίος εξαφανιζόταν συχνά πυκνά, ακόμη και όταν η οικογένεια μετακόμισε σε άλλη περιοχή, για να πάει στο γήπεδο του Φωστήρα. «Ήταν ένα πάθος η ομάδα, που τους ένωνε με βάση την καταγωγή», λέει, και ο Κώστας Στοφόρος μάς διαβάζει με ραδιοφωνική φωνή ένα απόσπασμα από το βιβλίο Ο φονέας και ο φονιάς (εκδ. Κέδρος) του Δημήτρη Κωστόπουλου. Τα σφαγεία ήταν, όπως διαβάζει, ένας ξεχωριστός κόσμος, και ο Φωστήρας ένας μικρόκοσμος εντός αυτού: «Η πλίνθινη καλύβα στα Μανιάτικα, οι γραμμές του τρένου, το ποτάμι με τα βατραχάκια και το γήπεδο, το παλιό γήπεδο του Φωστήρα, εκεί όπου αργότερα έγιναν οι φαρμακαποθήκες».

«Τι ήταν εδώ πριν από 60 χρόνια; Παράγκες, περιβόλια, καρποφόρα δέντρα και στέρνες», μας λέει ο Σταμάτης, ένας ομιλητικός Πόντιος, ντυμένος με τα χρώματα της τοπικής ομάδας, τον οποίο συναντάμε λίγο αργότερα στον δρόμο μας μπροστά στην υπηρεσία οδοκαθαρισμού του δήμου. Στη γειτονιά, όπως εξηγεί, υπάρχουν και Ατταλειώτες και Κωνσταντινουπολίτες. Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, Σταύρος Φραγκούλης, γέννημα-θρέμμα του Ταύρου, αναπολεί, μπαίνοντας στη συζήτηση, την εικόνα της περιοχής όπου μεγάλωσε. Θυμάται τα χαμηλά σπιτάκια, το ψιλικατζίδικο της κυρίας Παρασκευής, τα χαμόσπιτα και τα περιβόλια που απλώνονταν μέχρι το βάθος. «Ήμασταν ωραία γειτονιά», μονολογεί.

Η οσμή του αλεσμένου καφέ είναι αυτή που ξεχωρίζουμε τη στιγμή που περνάμε από ένα φαρδύ πεζοδρόμιο, που ονομαζόταν στην αργκό των κατοίκων «Πλάκα», το σημείο που, όπως μας ενημερώνει ο Γιάννης, κάποτε ένωνε διαφορετικές ψηφίδες της κοινωνικής ζωής των κατοίκων. Εδώ γινόταν νυφοπάζαρο, υπήρχαν εμπορικά μαγαζιά, στραγαλοποιεία και φωτογραφεία, ένας μικρόκοσμος δίπλα στον θερινό κινηματογράφο, τη Μασκώτ. «Μέχρι τη δεκαετία του ’60 και του ’70, αυτό ήταν το κέντρο του Ταύρου», προσθέτει ο Γιάννης, και σε λίγο περνάμε τις γραμμές του τρένου.

Ο νέος χαρακτήρας
Το παρελθόν της γειτονιάς καθρεφτίζει την ιστορική μνήμη, ανοίγει όμως και τον δρόμο σε νέες εμπειρίες. Το αθηναϊκό κέντρο συνεχίζει να επεκτείνεται, τη στιγμή που αρκετοί καλλιτέχνες βρίσκουν στα υλικά του βιομηχανικού τοπίου τις πρώτες ύλες για τα δικά τους έργα. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν επίσης η Σχολή Καλών Τεχνών, η Πειραιώς 260, το Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, καθώς και το Tavros Art Space, επιμελήτρια του οποίου είναι η Ειρήνη Φουντεδάκη. Τόσο με εκθέσεις όσο και με δράσεις και προγράμματα (σε συνεργασία με σχολεία ή πολιτιστικούς συλλόγους του Ταύρου) στοχεύει να κάνει ένα άνοιγμα στη γειτονιά. Έναν διάλογο με την ιστορία της – από τους πρόσφυγες του ’22 και την άνθιση των βιομηχανιών μεταπολεμικά μέχρι τον ρόλο της γειτονιάς κατά την Αντίσταση στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον χαρακτήρα της στον Εμφύλιο Πόλεμο. Μια σύνδεση της Ιστορίας με τη σύγχρονη τέχνη, σε συνεργασία με καλλιτέχνες του σήμερα.

Η Ειρήνη πιστεύει ότι υπάρχει ανάγκη διαφυγής από το κέντρο. «Λόγω ενοικίων, το κέντρο δεν είναι πολύ φιλικό προς οποιονδήποτε θέλει να ανοίξει έναν χώρο τέχνης, εκτός κι αν μιλάμε για γκαλερί που λειτουργούν με διαφορετικούς όρους», λέει, ενώ υποστηρίζει πως γειτονιές όπως ο Ταύρος κρύβουν διαφορετικές ιστορίες που ίσως δεν ταιριάζουν στο αφήγημα του τι είναι Αθήνα και Ελλάδα σήμερα. «Αν κοιτάξουμε πιο κοντά στον σύγχρονο Ταύρο, θα δούμε ότι φιλοξενεί και πάρα πολλές καινούργιες μεταναστευτικές κοινότητες, όπως την αλβανική ή τους Μπενγκάλι [σ.σ. εθνοτική ομάδα της περιοχής της Βεγγάλης], κοντά στο Μοσχάτο – τα σχολεία έχουν αρκετά παιδιά από αυτή την κοινότητα. Νιώθω ότι όλα αυτά τα σημεία της Ιστορίας, για τα οποία δεν μιλάμε πολύ, είναι λίγο ταμπού. Σίγουρα δεν τα βλέπει κανείς τόσο έντονα στο κέντρο», υποστηρίζει. «Ξέρουμε ήδη πολλούς καλλιτέχνες που έχουν το στούντιό τους στον Ταύρο γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Επειδή είχε όλα αυτά τα μικρά εργαστήρια ανθρώπων που δούλευαν με υλικά, όπως για παράδειγμα το γυαλί και το ξύλο, υπάρχει ίσως η υποδομή. Κάποιοι χώροι έχουν μια μικρής κλίμακας εργαστηριακή φύση, γι’ αυτό η γειτονιά είναι το τέλειο μέρος για τέτοια στούντιο καλλιτεχνών. Στα επόμενα χρόνια, όπως πάει να γίνει το κέντρο, πιστεύω πως αυτό είναι κάτι που θα γίνει ακόμη πιο έντονο».
Ο Ταύρος, όπως μας εξηγεί η δημοσιογράφος Αφροδίτη Ερμίδη, κάτοικος της περιοχής, μοιάζει να χωρίζεται σε δύο γειτονιές, την επάνω και την κάτω από την Πειραιώς. «Ο κάτω Ταύρος είναι μια πιο βιομηχανική περιοχή με ελάχιστες κατοικίες, ενώ πάνω και μέχρι το τρένο του Ταύρου, από το οποίο και οριοθετείται, είναι μια πολύ μικρή γειτονιά που έχει τα χαρακτηριστικά ενός χωριού. Είναι πολλές οικογένειες που ζουν εκεί πάρα πολλά χρόνια. Ο γιος μου έκανε στο σχολείο παρέα με ένα παιδί στην ίδια γειτονιά όπου έπαιζαν και οι προγιαγιάδες τους. Εδώ ο ένας γνωρίζει τον άλλον», λέει.

Οι παλιές βιομηχανίες
Στον Ταύρο υπήρχαν τσιφλίκια. Ένα από αυτά ήταν των Χέλμηδων. Όταν το 1897 ήρθε ο Εμμανουήλ Βασάλος, παντρεύτηκε μια γυναίκα της οικογένειας και πήρε μια μεγάλη έκταση για προίκα. Εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το ΕΠΑΛ της γειτονιάς, ίδρυσε τότε ένα μικρό καμίνι, το οποίο με τον καιρό μεγάλωσε. Εδώ φτιάχνονταν τούβλα με ξύλινα καλούπια, κεραμίδια με πτυχώσεις, που ψήνονταν σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες. «Οι περισσότεροι από τους εργάτες ζούσαν σε καλύβες δίπλα στο καμίνι», λέει ο Κώστας Στοφόρος και μας δείχνει και το σπίτι του Βασάλου, που παραμένει σφραγισμένο, δίπλα στην έκταση την οποία κάποτε επόπτευε απ’ την αυλή του. Στο ανώφλι της κεντρικής πόρτας ξεχωρίζει ένα ζωγραφισμένο αμπέλι, η άκρη από ένα σχέδιο που κοσμούσε το σπίτι του ιδιοκτήτη. Στην Κατοχή, το καμίνι αυτό ήταν, όπως μας εξηγεί ο Στοφόρος, το στέκι του φρουραρχείου των ΕΛΑΣιτών.
«Ο γιος μου έκανε στο σχολείο παρέα με ένα παιδί στην ίδια γειτονιά όπου έπαιζαν και οι προγιαγιάδες τους. Εδώ ο ένας γνωρίζει τον άλλον», λέει η δημοσιογράφος Αφροδίτη Ερμίδη.
Οι φωνές των παιδιών σε ένα σχολικό προαύλιο, αυτό του 2ου Δημοτικού Σχολείου του Ταύρου, που απολαμβάνουν το διάλειμμά τους, ήταν αυτές που μας οδήγησαν σε ένα εκκλησάκι, πλάι στο οποίο υπήρχε μια προτομή με την επιγραφή «Άγαλμα στον άγνωστο ιερέα». Το εκκλησάκι αυτό λειτουργούσε με στρατιωτικό ιερέα, ενώ τα έσοδά του πήγαιναν στο ορφανοτροφείο της Βουλιαγμένης. Μαθαίνουμε ότι από εδώ περνούσε η βασίλισσα Αμαλία, πηγαίνοντας στο κτήμα του Ρουφ, βαφτίζοντας με το όνομά της τελικά τόσο το πυργάκι που επισκεπτόταν όσο και τον δρόμο που διέσχιζε.

Αποφασίζουμε να διασχίσουμε κι εμείς, λοιπόν, την κάποτε οδό Πύργου Αμαλίας (σήμερα λεωφόρο Ειρήνης) και ενώ βαδίζουμε προς το Ρουφ, μπορούμε να τη φανταστούμε πάνω στο άλογό της να περνά δίπλα από το μέρος όπου σήμερα είναι οι φαρμακαποθήκες του Υπουργείου Υγείας. Το 1836, ο Λουδοβίκος Ρουφ αγόρασε 411 στρέμματα γης με 1.345 ελαιόδεντρα, όπως λέει ο Κώστας Στοφόρος.

Το Κοχύλι και ο Μόσχος, δύο συνοικιακές ψαροταβέρνες, και μια παράγκα τοποθετημένη με κάποιον μαγικό τρόπο ως σκεπή σε μια τσιμεντένια οικοδομή είναι τα σημεία που ξεχωρίζουμε πριν πλησιάσουμε σιγά σιγά στην οδό Πέτρου Ράλλη. Πρώτη στάση στην οδό Πόντου, στα γραφεία της παλιάς ποτοποιίας Λήθη. «Ούζο Λήθη – όποιος αποδείξει ότι δεν είναι αποσταγμένο θα λάβει 10.000 δραχμές», έγραφε η ετικέτα στο πίσω μέρος, μας λέει ο Κώστας Στοφόρος. Σήμερα είναι ένα γιαπί καλυμμένο με θάμνους.
Απέναντι υπάρχει μια τεράστια έκταση, ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο πορσελάνης, αυτό της Μινωικής, την άδεια τσιμεντένια αυλή του οποίου ζεσταίνει χρόνια τώρα ο αττικός ήλιος. Είχε σύμβολο την «Παριζιάνα» της Κνωσού και ιδρύθηκε από τον Γεώργιο Καβάλη, Μικρασιάτη που πέρασε πρώτα από την Κρήτη και τη Μήλο, εκεί όπου αγόρασε ορυχεία από τα οποία πήρε και την πρώτη ύλη. Αντίθετα με τα εργοστάσια αυτά, τα κουφάρια των οποίων παραμένουν στα ίδια σημεία, στη θέση της βιομηχανίας γάλακτος Άστυ, της τελευταίας που συναντάμε πριν διασχίσουμε την Πέτρου Ράλλη, σήμερα βρίσκεται γνωστή αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Αυτό που ψάχναμε, μια ζωντανή χρονοκάψουλα της παλιάς βιομηχανικής ζωής, τη βρήκαμε όμως απέναντι, εκεί όπου κάποτε ήταν το βυρσοδεψείο του Ρουσσάκη, σε ένα βαφείο δερμάτων και σε μια οικογενειακή ιστορία άνω των 150 ετών.

Δέρμα και ιστορία
Το ραδιόφωνο παίζει Χατζιδάκι και, ανάμεσα στα κρεμασμένα δέρματα που στεγνώνουν και στα τεράστια εργαλεία που πρόκειται να τα επεξεργαστούν, ξεχωρίζει μια ασπρόμαυρη, αινιγματική φωτογραφία ενός ζευγαριού. Ο Μπάμπης Μπλούτσος, που συναντάμε μαζί με τον γιο του Απόστολο, μας ενημερώνει πως η φωτογραφία χρονολογείται πριν από το 1880. Η περιοχή αυτή ήταν γεμάτη βυρσοδεψεία και εδώ, υπό τη διαχείριση του πεθερού του, βρισκόταν ένα από αυτά. Στο γραφείο της επιχείρησης τον βλέπουμε σε μια φωτογραφία με σηκωμένα τα μανίκια να δουλεύει. Επίσης βλέπουμε μετάλλια που έλαβε το 1900 κάνοντας δειγματοληψία στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού.
«Η οικογένεια έχει ιστορία 150-200 ετών στο δέρμα. Ο πεθερός μου ήταν από τη Χίο και πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου δούλευαν ο παππούς του και ο προπάππους του ως βυρσοδέψες. Το ’64, με τον διωγμό από την Πόλη, ήρθαν εδώ», λέει και προσθέτει με παράπονο: «Υπήρχαν 200 βυρσοδεψεία στην Αθήνα και μέσα σε διάστημα 40 ετών έχουν κλείσει. Πάντα μας υπόσχονταν μια μετεγκατάσταση που δεν έγινε ποτέ, με συνέπεια να μην μπορούμε να αναπτυχθούμε». Ο Απόστολος μου δείχνει τα δέρματα στην τελική τους μορφή, πατημένα, άλλα με σχέδια, άλλα επιχρυσωμένα ή ειδικά επεξεργασμένα, από τα οποία θα φτιαχτούν τσάντες, σανδάλια και άλλα. «Στο εργαστήριο αυτό ακολουθούνται πρακτικές της μεταλλουργίας από το 1960 κι έπειτα: σφυρήλατα, χυτά, σκαλιστά με παντογράφο, μέχρι CNC, η τελευταία τεχνολογία. Όλα θα τα βρεις εδώ».

Φαγητό στη λαδόκολλα
Στην οδό Σαλαμίνας, στη θρυλική ταβέρνα του Λελούδα, σε μια γωνιά κάποιος παίζει μπουζούκι. Δίπλα του δύο-τρεις παρέες, θαμώνες, πίνουν κρασί, τρώνε μεζέδες και σιγοτραγουδούν. Καθόμαστε δίπλα τους και παραγγέλνουμε από μπακαλιάρο και γίγαντες μέχρι κεφτέδες και το «πιάτο του φτωχού» (πατάτες τηγανητές, σάλτσα κιμά και τριμμένο τυρί). Τα τελευταία χρόνια οι οδηγοί των φορτηγών έκαναν εδώ τις στάσεις τους.
«Πέρναγες από τη γιαγιά μου και της έλεγες: “Κυρα-Μαρία, έχω ένα τάλιρο, βάλε μου 50 λεπτά ψωμί, 50 λεπτά ελιές, δύο ντομάτες, μία ρέγκα”», λέει ο Δημήτρης Λελούδας.
Ο Δημήτρης Λελούδας, μας δείχνει μια φωτογραφία του προπάππου του. Το μαγαζί ήταν μπακάλικο. Μετά τον πόλεμο του ’40 άρχισαν να χτίζονται εδώ τα πρώτα εργοστάσια. Το φαγητό στη λαδόκολλα ήταν τότε το σήμα κατατεθέν της εποχής. «Πέρναγες από τη γιαγιά μου και της έλεγες: “Κυρα-Μαρία, έχω ένα τάλιρο, βάλε μου 50 λεπτά ψωμί, 50 λεπτά ελιές, δύο ντομάτες, μία ρέγκα”. Τα ’τρωγες, έπινες μία κούπα κρασί κι έφευγες», λέει. Η γιαγιά του άρχισε να μαγειρεύει και φασολάδα, η οποία μύριζε στους εργάτες. «Οι δύο έγιναν τέσσερις, οι τέσσερις οκτώ. Κάπως έτσι ήρθαν τα πράγματα. Το μαγαζί άλλαζε, όπως άλλαζε και η περιοχή». Μας τσουγκρίζει με το ποτήρι του και σε λίγο η παρέα δίπλα μας αρχίζει να σιγοτραγουδά. «Όταν έρθεις εδώ δέκα φορές, θα καταλάβεις τι σημαίνει αυτό το μαγαζί», μου λέει ένας θαμώνας. Το κρασί του είναι γλυκόπιοτο και το μπουζούκι δεν σταματά να παίζει.
Το τουρ προσφέρεται σε ομάδες κατόπιν αιτήματος στο γραφείο της Trekking Hellas Athens, τηλ. 210-9238661.

