«Η ταινία-σοκ του φετινού Φεστιβάλ των Καννών». Όταν διαβάζεις τέτοιες φράσεις στο προωθητικό υλικό μιας ταινίας, συνήθως συμβαίνει κάτι από τα δύο: είτε πρόκειται για μεγάλη απάτη είτε όντως κάτι προκλητικά πρωτοποριακό σε κάποιο –άγνωστο σε ποιο– επίπεδο παραμονεύει. Στην περίπτωση του Sirāt ισχύει ευτυχώς το δεύτερο, γι’ αυτό και οι ανταποκρίσεις από την πρώτη προβολή του στις Κάννες τον περασμένο Μάιο κάνουν λόγο για αποσβολωμένους θεατές, που δέχτηκαν για πρώτη φορά την αναπάντεχη μετωπική επίθεση στις αισθήσεις που επιφύλασσε ο Όλιβερ Λάσε.

Ο γαλικιανής καταγωγής σκηνοθέτης και σεναριογράφος είχε δώσει, βέβαια, εξαιρετικά δείγματα γραφής με το Mimosas και το Θα έρθει η φωτιά – για το τελευταίο είχε μάλιστα λάβει και εγχώρια εύσημα, κερδίζοντας τον Χρυσό Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2019. Ωστόσο, μάλλον λίγοι περίμεναν ότι ειδικά η συγκεκριμένη ταινία, τόσο «δυσπρόσιτη» και εγγενώς προκλητική, αρχής γενομένης από το Βραβείο της Επιτροπής των Καννών, θα έφτανε να κοντράρει στα ίσα το άλλο ευρωπαϊκό μεγαθήριο της χρονιάς, το Sentimental Value (Συναισθηματική αξία) του Γιοακίμ Τρίερ, αποσπώντας πέντε βραβεία στην τελετή απονομής της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου και εισχωρώντας ακόμα και στις οσκαρικές shortlists αλλά και σε πολλές έγκριτες λίστες με τα καλύτερα του 2025 (New Yorker, Screen International, Hollywood Reporter, Indiewire, Vulture, Sight & Sound κ.ά.).
Μια ζηλευτή κινηματογραφική πρόταση
«Ως κινηματογραφιστής, κάθε τόσο πέφτω πάνω σε μια ταινία που μου ξυπνά ένα πολύ συγκεκριμένο μείγμα ικανοποίησης και ζήλιας. Οι περισσότεροι συνάδελφοί μου ξέρουν αυτό το συναίσθημα πολύ καλά – είναι η αντίδραση “Θεέ μου, μακάρι να είχα κάνει εγώ αυτή την ταινία”. Ταινίες σαν το Weapons του Ζακ Κρέγκερ ή το Μια μάχη μετά την άλλη του Πολ Τόμας Άντερσον είχαν αυτή την επίδραση πάνω μου φέτος. Όμως στην περίπτωση του Sirāt του Όλιβερ Λάσε, ακόμα κι αν είχα το ταλέντο να σκεφτώ μια τέτοια ιστορία, το Χόλιγουντ δεν θα επέτρεπε σε κανέναν μας να την αφηγηθεί». Τάδε έφη Φέδε Άλβαρες, σκηνοθέτης του πρόσφατου Alien: Romulus, όταν κλήθηκε από το IndieWire, μαζί με άλλους κινηματογραφιστές, να επιλέξουν τις αγαπημένες τους ταινίες της χρονιάς. Κι αν δεν είναι τιμητικά αυτά τα λόγια, ειδικά όταν προέρχονται από συνάδελφο, τότε τι είναι;

Προσωπικά θεωρώ ότι το Sirāt είναι η καλύτερη ταινία του 2025, ένα γνήσιο δείγμα κινηματογραφικής πρότασης σε όλα τα επίπεδα, από εκείνες που τόσο πολύ σπανίζουν πλέον στην έβδομη τέχνη. Και κάθε φορά που πετυχαίνω στα σόσιαλ μίντια τον πανύψηλο, εντυπωσιακό Λάσε να παρευρίσκεται σε κάποια τελετή ή παρουσίαση, συχνά πλάι στον executive producer της ταινίας, Πέδρο Αλμοδόβαρ, χαίρομαι στ’ αλήθεια που μια τόσο οριακή δημιουργία δείχνει να αναγνωρίζεται μαζικά, τουλάχιστον από μεγάλη μερίδα της κριτικής και από τους «ειδικούς», γιατί το κοινό –και το ελληνικό, που πρόκειται να έρθει επιτέλους σε επαφή με τη δημιουργία του Λάσε στις 29 Ιανουαρίου– πιστεύω πως θα βγει διχασμένο.

Χωρίς να θέλω να κάνω το παραμικρό σπόιλερ για μια ταινία για την οποία όσο λιγότερα γνωρίζεις τόσο πιο πολύ θα σε ρουφήξει στο σύμπαν της, μπορώ να πω πως πέρα από τις αντικειμενικές αρετές της –δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο, μέσα από ένα ρέιβ πάρτι στις εσχατιές της μαροκινής ερήμου, μετακινεί την έννοια της δυστοπίας λίγο πιο κοντά στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση του πλανήτη, την ασύλληπτη δουλειά που έχει γίνει στον ήχο, στο κάστινγκ, στη διεύθυνση φωτογραφίας, στον σχεδιασμό παραγωγής και στο μοντάζ, τις προφανείς αισθητικές αναφορές σε θρυλικές ταινίες του είδους, όπως το Mad Max 2 και το Ζαμπρίσκι Πόιντ, και βέβαια το καταπληκτικό techno soundtrack του Κάνγκντινγκ Ρέι, οργανικό και αναπόσπαστο κομμάτι της– υπάρχουν συγκεκριμένες αφηγηματικές και κυρίως σεναριακές επιλογές, τόσο ανορθόδοξες, ωμές και ριψοκίνδυνες, που είναι προορισμένες να σοκάρουν και να πολώσουν: κάποιοι θα ενθουσιαστούν με την τόλμη, άλλοι θα εξαγριωθούν με τον αμοραλισμό.
Το Sirāt του Λάσε μετακινεί την έννοια της δυστοπίας λίγο πιο κοντά στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση του πλανήτη.
Και κάπως έτσι ο Λάσε εισέρχεται σε μια λίστα ή μάλλον σε μια αλλόκοτη ελίτ αυτών που αποκαλούμε «οι μεγάλοι προβοκάτορες του σύγχρονου σινεμά». Από εκεί έχουν περάσει κατά καιρούς δημιουργοί που «κάηκαν» γρήγορα, όπως ο Λάρι Κλαρκ και ο Χάρμονι Κορίν, κάποιοι που έχουν πάψει προ πολλού να απασχολούν συστηματικά, όπως ο Όλιβερ Στόουν και ο Πολ Βερχόφεν, άλλοι που παρά τις επιμέρους ενστάσεις χαίρουν μιας πολύ πιο ευρείας αποδοχής, όπως ο Μίκαελ Χάνεκε, ο Ντέιβιντ Λιντς, ο Κουέντιν Ταραντίνο και ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, και μερικοί που, ενώ ξεκίνησαν με πιο άγριες διαθέσεις, στην πορεία αποφάσισαν να λειάνουν τις άκρες, ωριμάζοντας και αποδεικνύοντας την αξία τους πέρα από την πρόκληση, όπως ο Ντέιβιντ Φίντσερ.
Κάννες: το φυτώριο της σινεφίλ πρόκλησης
Δεν είναι τυχαίο το ότι η πορεία του Sirāt ξεκίνησε από τις Κάννες, που αποτελούν διαχρονικό φυτώριο όπου εκκολάπτεται η εκάστοτε κινηματογραφική πρόκληση. Υπήρχε μια περίοδος, από τα τέλη των ’90s μέχρι και τις αρχές περίπου της προηγούμενης δεκαετίας, που το μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ του πλανήτη έδειχνε να αποζητά με μανία το επόμενο μεγάλο σκάνδαλο που θα προέκυπτε μέσα από το επίσημο πρόγραμμά του, τις θρυλικές προβολές του, όλη την αναμονή που θα μεσολαβούσε μέχρι αυτές οι ταινίες να φτάσουν στο ευρύ κοινό, μήνες αργότερα, ή ακόμα και από την ίδια την επιλογή των βραβείων του.

Τα τελευταία χρόνια, το καθεστώς αυτό τείνει μάλλον να «μαλακώσει» ή και να εκλείψει, καθώς αφενός οι ταινίες ακολουθούν μια ευρύτερη τάση προς έναν νεοσυντηρητισμό, έχοντας απολέσει προ πολλού όχι μόνο το στοιχείο της πρόκλησης, αλλά και της έκπληξης της ίδιας, ενώ τα σόσιαλ μίντια και η ικανότητά τους να ξεζουμίζουν και να μικραίνουν καθετί δυσθεώρητο, απομυθοποιώντας το σε πολύ λιγότερα από τα 15 γουορχολικά λεπτά, έχουν περιορίσει τη μονάδα μέτρησης επιδραστικότητας των ταινιών που κάνουν πρεμιέρα στο Παλέ στη θλιβερή αποτίμηση των λεπτών του standing ovation μετά την προβολή.

Στην Κρουαζέτ, λοιπόν, ανδρώθηκαν μερικοί από τους μεγαλύτερους προβοκάτορες του σινεμά. Η θέση του επίτιμου «προέδρου» ανήκει δικαιωματικά στον Λαρς φον Τρίερ, τον κάποτε τρομερό Δανό, που επί μία εικοσαετία έπαιζε στα δάχτυλα την έννοια της πρόκλησης, καταφέρνοντας να παραγάγει στο ενδιάμεσο και κάποια αριστουργήματα. Από την ωμή, σπαρακτική ειλικρίνεια του Δαμάζοντας τα κύματα έως τη βραχύβια φούσκα του Δόγματος ’95 και τους Ηλίθιους, από τους ισχυρισμούς της Björk για παρενόχληση και συναισθηματική κακοποίηση στα γυρίσματα του Χορεύοντας στο σκοτάδι έως το μπεκετικό πείραμα του Dogville και έπειτα τις οριακές σκηνές του Αντίχριστου, τις φιλοχιτλερικές δηλώσεις που οδήγησαν στην αποπομπή του από το φεστιβάλ και τις περιπέτειες του Nymphomaniac με τη λογοκρισία, ο Τρίερ ήξερε πώς να στρέφει πάντα τα βλέμματα, τις κάμερες και τις πένες πάνω του.

Πολλοί τον αγαπούν, άλλοι αγαπούν να τον μισούν, οι περισσότεροι έχουν τουλάχιστον μία αγαπημένη τους δική του ταινία, ενώ δεν αντέχουν πολλές άλλες, σε κάθε περίπτωση. Και παρότι έχει να υπογράψει σκηνοθετικά νέα ταινία από το 2018 και το μάλλον ήδη ξεχασμένο Σπίτι που έχτισε ο Τζακ, ο Λαρς φον Τρίερ παραμένει ο μεγάλος Ευρωπαίος μετρ της πρόκλησης.
Μια neon ωμότητα
Πίσω στις Κάννες του 2002, το μεγάλο σκάνδαλο εκείνης της διοργάνωσης δεν ήταν άλλο από την πρεμιέρα του Μη αναστρέψιμος του Γκασπάρ Νοέ, μιας ταινίας τόσο ακραίας, από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις που σε όλους τους καταλόγους με τα αστεράκια της κριτικής έβλεπες δίπλα δίπλα να φιγουράρουν πεντάστερα και μαύρες κουκκίδες. Από τη μία η δεκάλεπτη σκηνή βιασμού της Μόνικα Μπελούτσι στην υπόγεια παρισινή διάβαση και από την άλλη όλη η σεκάνς στο gay sex club, με το λιώσιμο σε πραγματικό χρόνο ενός κρανίου από έναν πυροσβεστήρα, και βέβαια το γεγονός πως επρόκειτο για ένα πρότζεκτ ανεστραμμένου κινηματογραφικού χρόνου, στο οποίο πρωταγωνιστούσε το πιο λαμπερό και ποθητό ζευγάρι του ευρωπαϊκού σινεμά εκείνης της εποχής, η Μπελούτσι και ο Βενσάν Κασέλ, αρκούσαν για να αποτελέσει η ταινία του Νοέ το μεγαλύτερο ίσως σκάνδαλο του 21ου αιώνα για το γαλλικό φεστιβάλ.

Ο Νοέ έκτοτε έχει κρατήσει τον τίτλο του προβοκάτορα (Enter The Void, Love, Climax, Vortex), τον οποίο φόρεσε μεμιάς από την πρώτη του εμφάνιση στα κινηματογραφικά πράγματα με τις μικρού μήκους δημιουργίες του και το εξίσου σκληρό Μόνος εναντίον όλων, όμως στην πραγματικότητα δεν κατάφερε ποτέ να εξαργυρώσει πραγματικά την τεράστια φήμη εκείνης της ταινίας.

του Λαρς φον Τρίερ. (Φωτογραφία: afp/visualhellas.gr)
Όσο για τον Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, η μεγάλη του στιγμή ήταν χωρίς αμφιβολία το 64o Φεστιβάλ Καννών του 2011, όταν η κριτική επιτροπή του Διεθνούς Διαγωνιστικού, προεδρεύοντος του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, του απένειμε το βραβείο σκηνοθεσίας. Ο έτερος Δανός της λίστας είχε δώσει σοβαρά διαπιστευτήρια σκηνοθετικής βιρτουοζιτέ με τη σειρά ταινιών Pusher, Bronson και Valhalla Rising, όμως το παραγεμισμένο με neon φώτα και synth soundtrack Drive, που έκανε μεμιάς σταρ πρώτου μεγέθους τον Ράιαν Γκόσλινγκ, ήταν η μεγάλη του ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να ζυγίσει ιδανικά το στιλ με την ουσία. Ακριβώς αυτή την μπάλα, δηλαδή, που έχασε στις δύο επόμενες ταινίες του, Only God Forgives και The Neon Demon, οι οποίες έκαναν την υπογραφή του συνώνυμη της τσάμπα πρόκλησης και το όνομά του να εξαφανιστεί για μία δεκαετία ακριβώς από τα κινηματογραφικά πράγματα. Φέτος επιχειρεί μεγάλο comeback με το Her Private Hell, το οποίο ακούγεται ήδη ως μία από τις event movies των επόμενων Καννών. Δεν θα πω πως ανυπομονώ ακριβώς, θέλω όμως σίγουρα να δω πού έχει διοχετευτεί η δεκαετής συσσωρευμένη ενέργεια της απραξίας του.
Η πιο ακραία βερσιόν του φεμινισμού
Δύο Γαλλίδες σκηνοθέτριες, δύο ηχηρές φεμινιστικές φωνές που ξεκίνησαν την πορεία τους σχεδόν ταυτόχρονα, βρίσκονται επάξια στη λίστα των προβοκατόρων, με δουλειά που πάντα διχάζει, αλλά έχει ήδη αναγνωριστεί διεθνώς, πράγμα σημαντικό για την ενίσχυση των φωνών τους. Η Ζουλιά Ντικουρνό συστήθηκε το 2016 με το κανιβαλιστικής θεματικής Raw, ακολουθώντας το ρεύμα του new french extremity, αλλά ήταν το Titane του 2021 και ο Χρυσός Φοίνικας που της απένειμε η κριτική επιτροπή του Σπάικ Λι, που έκαναν το όνομά της γνωστό διεθνώς για ένα σινεμά ακραίο, ατρόμητο και γι’ αυτό διχαστικό. Με αναφορές στο Crash του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, η αξέχαστη ιστορία μιας γυναίκας που σταδιακά μεταμορφώνεται σε υβρίδιο ανθρώπου-μηχανής έγινε ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους Φοίνικες στην ιστορία του φεστιβάλ και η Ντικουρνό η μόλις δεύτερη γυναίκα που λαμβάνει την ανώτατη διάκριση. Με το φετινό Alpha (δεν έχει προβληθεί στην Ελλάδα) συνεχίζει στον ίδιο δρόμο, με μια αποστομωτική αλληγορία για το AIDS.

Το ντεμπούτο της Κοραλί Φαρζά, Revenge, το 2017 ήταν μια εντυπωσιακή ιστορία γυναικείας εκδίκησης που δεν φοβόταν το σπλάτερ και συνέπεσε χρονικά με την έκρηξη του #ΜeΤoo. Όμως το περσινό The Substance, το απίστευτο body horror που έκαιγε όλη τη χολιγουντιανή ματαιοδοξία και σηματοδότησε το μεγάλο comeback της Ντέμι Μουρ στον κινηματογράφο, μέσα από έναν ρόλο «ραμμένο» ειδικά για εκείνη, την οδήγησε μέχρι τις οσκαρικές υποψηφιότητες σκηνοθεσίας.
Plot twist με το στανιό
Με το καλημέρα, έκανε το όνομά του συνώνυμο με την ανατροπή. Η Έκτη αίσθηση σόκαρε τους πάντες στην αλλαγή του μιλένιουμ με το plot twist του τέλους και από εκεί κι έπειτα, κάθε φορά που εκείνος ετοίμαζε νέα ταινία –της οποίας το σενάριο πάντα υπογράφει ο ίδιος– οι προσδοκίες για ένα plot twist που θα μας αφήσει άναυδους ήταν δυσθεώρητες. Βέβαια, ο Σιάμαλαν έγινε δέσμιος αυτής της επιλογής, εξαργυρώνοντας τη φήμη του προς αυτή την κατεύθυνση με ταινίες που ευνοούσαν ακριβώς αυτές τις προσδοκίες. Έτσι, οι αρχικές αντιδράσεις όταν κυκλοφόρησε, για παράδειγμα, το Σκοτεινό χωριό το 2004 ήταν κυρίως εχθρικές, επειδή όλοι περίμεναν κάτι άλλο, πιο μεγάλο – και μάλλον άδικες, αν επανεξετάσει κανείς αυτή την πανέξυπνη σάτιρα του δυτικού καταναλωτισμού.

Έκτοτε η καριέρα του έφθινε διαρκώς, φτάνοντας στο ναδίρ στις αρχές των ’10s. Κατάφερε όμως να ξαναγεννηθεί με το Split και να επανακτήσει το ενδιαφέρον του κοινού, επαναλαμβάνοντας ωστόσο τα ίδια λάθη και δημιουργώντας ταινίες που θα δίχαζαν εκ των πραγμάτων, όπως το Old, που μεσούσης της πανδημίας τα έβαζε με τις φαρμακευτικές, με μια αναπάντεχη και μάλλον «ψεκ» τελική πράξη. Με τα απλώς αξιοπρεπή Χτύπος στην καλύβα και Trap δεν είχε να πει κάτι καινούργιο, συνεχίζει όμως να βγάζει νέα ταινία κάθε ένα-δύο χρόνια και να προσπαθεί πάντα να προσφέρει «WTF!» στιγμές. Του το δίνουμε για την επιμονή.
Του ύψους ή/και του βάθους
Αν ρωτήσεις δέκα ανθρώπους που ασχολούνται με το σινεμά ποιος είναι ο αγαπημένος τους Αρονόφσκι και ποιον Αρονόφσκι σιχαίνονται, οι απαντήσεις θα είναι ποικίλες και πιθανόν αλληλοεπικαλυπτόμενες. Ρέκβιεμ για ένα όνειρο ή Η πηγή της ζωής; Μαύρος κύκνος ή Μother!; Ο παλαιστής ή η Φάλαινα; Καθεμιά από τις παραπάνω ταινίες έχει φανατικούς υποστηρικτές και πολέμιους και πραγματικά λίγοι δημιουργοί έχουν καταφέρει να εγείρουν τέτοια πάθη και διαξιφισμούς ανάμεσα στους σινεφίλ. Υπάρχουν κάποιοι, όπως εγώ, που θεωρούν ότι το Ρέκβιεμ τους καθόρισε, ενώ άλλοι το θεωρούν έναν ανυπόφορο ηθικοπλαστικό αυνανισμό. Το Μother! είναι από τις λίγες ταινίες στην πρόσφατη ιστορία που κατάφερε να πάρει «F», τη χαμηλότερη δηλαδή δυνατή βαθμολογία στο αμερικανικό CinemaScore, που σταθμίζει τις πρώιμες αντιδράσεις του κοινού σε σχέση με τις προσδοκίες του για μια ταινία. Ο ξεχασμένος Μπρένταν Φρέιζερ τιμήθηκε με Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στη Φάλαινα, που προσωπικά θεωρώ ότι είναι ένα εκμεταλλευτικό πορνογράφημα. Σε κάθε περίπτωση, κάθε νέα πρόταση του Αρονόφσκι είναι κινηματογραφικό γεγονός, ακόμα και όταν ο ίδιος βρίσκεται στην πιο ήσυχη φάση του, όπως με το περσινό Κλέφτης από σπόντα – κι εκεί βέβαια, το αναπάντεχο ξεπάστρεμα της ηρωίδας που υποδύεται η Ζόι Κράβιτζ είναι μια όχι συνήθης σεναριακή οδός.

Μια άλλη περίπτωση είναι αυτή του Άρι Άστερ, ο οποίος έδειξε τις προθέσεις του με τη μικρού μήκους The Strange Thing About the Johnsons, τη σπουδαστική του ταινία του 2011 που έγινε viral την εποχή του πρώιμου YouTube και εξέταζε την αντεστραμμένη κακοποίηση ενός πατέρα από τον γιο του. Με τη Διαδοχή και το Μεσοκαλόκαιρο, δύο ταινίες τρόμου που έλαβαν διθυράμβους, ο Άστερ έβαλε ηχηρά το όνομά του στον κινηματογραφικό χάρτη ως ένας από τους πιο ελπιδοφόρους νέους δημιουργούς, όμως η συνέχεια ήταν πολύ πιο διχαστική. Το τρίωρο Ο Μπο φοβάται ήταν ένας χαοτικός αχταρμάς με μια γκρανγκινιολικής λογικής ερμηνεία από τον Χοακίν Φίνιξ, ενώ το περσινό Eddington (που δεν προβλήθηκε ποτέ στους εγχώριους κινηματογράφους) ήταν ίσως η πρώτη απόπειρα του Χόλιγουντ να μιλήσει ευθέως για την πανδημία και τον διχασμό που επικρατεί αυτή τη στιγμή στην Αμερική, όμως ο Άστερ δεν κατάφερε να βάλει σε τάξη τα πολλά που ήθελε να πει. Και οι δύο ταινίες βέβαια, ως είθισται, είχαν λίγους αλλά φανατικούς οπαδούς.
Το μεγαλύτερο τρολ του ευρωπαϊκού σινεμά
Ο Ρουμάνος δημιουργός Ράντου Ζούντε έγινε γνωστός με το βραβευμένο με Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο Αφερίμ!, μια «κανονική» ταινία που κινούνταν σε πιο συμβατικά αφηγηματικά μονοπάτια, παρότι ήταν εγγενής η τάση του να συνδυάζει το σοβαρό με το αστείο και το γελοίο. Το Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό, ωστόσο, ήταν η ταινία που τον εκτόξευσε, αποσπώντας τη Χρυσή Άρκτο το 2021 και καθιερώνοντας ένα μεταμοντέρνο και απόλυτα αμφιλεγόμενο στιλ, που αυτή τη στιγμή μάλλον δεν έχει όμοιό του στο ευρωπαϊκό σινεμά: μαύρες, κατάμαυρες κωμωδίες που μοιάζουν με τεράστιες τρολιές, καταλύουν τις παραδοσιακές κινηματογραφικές νόρμες για να σχολιάσουν κυρίως την πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη σύγχρονη Ευρώπη, σαν φιλόδοξα κολάζ που αντλούν έμπνευση από χίλιες διαφορετικές πηγές, χωρίς να ενδιαφέρονται για οποιαδήποτε ιδέα συνοχής. Το Μην περιμένετε και πολλά από το τέλος του κόσμου εδραίωσε αυτή τη λογική, ενώ το Dracula (δεν έχει προβληθεί ακόμα στην Ελλάδα), η δική του θεοπάλαβη, τρίωρη κατάθεση στον διάσημο γοτθικό μύθο της χώρας του, που εκτυλίσσεται στη σημερινή Τρανσυλβανία, είναι το επισφράγισμα αυτής της πορείας.

Το θέμα, βέβαια, με τον Ζούντε, ο οποίος με αυτή την ανερυθρίαστη απαξίωση στους κινηματογραφικούς κώδικες έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αγαπημένα πουλέν των μεγάλων ευρωπαϊκών φεστιβάλ, αλλά και με τον κάθε Ζούντε, είναι η διάρκεια. Η λίστα αυτή χαρακτηρίζεται από μετεωρικές ανόδους και πτώσεις, ακριβώς επειδή χαρακτηριστικό γνώρισμα της πρόκλησης είναι το εφέ του πυροτεχνήματος: σκάει, εντυπωσιάζει (θετικά ή αρνητικά) και σβήνει γρήγορα. Όταν η ανάγκη για πρόκληση γίνεται μανιέρα, το ίδιο το σύστημα και το κοινό σε ξεπερνάει πολύ γρήγορα, αναζητώντας την επόμενη δυνατή συγκίνηση μέσα από μια διαφορετικής φύσης πρόκληση. Από την άλλη, το αντίθετο μονοπάτι είναι η χοάνη του μέινστριμ. Η διαρκής εναλλαγή των δημιουργών που απαρτίζουν αυτή τη λίστα, τους οποίους κάποτε, σε ένα θρυλικό άρθρο του 2003 στο περιοδικό Σινεμά, ο Λευτέρης Αδαμίδης και ο Λουκάς Κατσίκας τούς είχαν ονομάσει «η διεθνής των απατεώνων», επιβεβαιώνει το συμπέρασμα.
Όταν η ανάγκη για πρόκληση γίνεται μανιέρα, το ίδιο το σύστημα και το κοινό σε ξεπερνάει πολύ γρήγορα.
25 «ενοχλητικές» ταινίες του 21ου αιώνα που αξίζει να δείτε
Ρέκβιεμ για ένα όνειρο (2000) του Ντάρεν Αρονόφσκι
Μη αναστρέψιμος (2002) του Γκασπάρ Νοέ
Η δασκάλα του πιάνου (2001) του Μίκαελ Χάνεκε
Ken Park (2002) του Λάρι Κλαρκ
Συλλαμβάνοντας τους Φρίντμαν (2003) του Άντριου Τζαρέκι
Υπερένταση (2003) του Αλεξάντρ Αζά
Γέννηση (2004) του Τζόναθαν Γκλέιζερ
Τα πάθη του Χριστού (2004) του Μελ Γκίμπσον
Στημένο παιχνίδι (2005) του Ντέιβιντ Σλέιντ
Η κάθοδος (2005) του Νιλ Μάρσαλ
Taxidermia (2006) του Γκιόργκι Πάλφι
4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες (2007) του Κριστιάν Μουντζίου
Funny Games (US) (2007) του Μίκαελ Χάνεκε
Μάρτυρες (2008) του Πασκάλ Λοζιέ
Κυνόδοντας (2009) του Γιώργου Λάνθιμου
Αντίχριστος (2009) του Λαρς φον Τρίερ
The Loved Ones (2009) του Σον Μπερν
Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν (2011) της Λιν Ράμσεϊ
Το δέρμα που κατοικώ (2011) του Πέδρο Αλμοδόβαρ
Raw (2016) της Ζουλιά Ντικουρνό
Το χρυσό γάντι (2019) του Φατίχ Ακίν
Το γεγονός (2021) της Οντρέ Ντιγουάν
Ζώνη ενδιαφέροντος (2023) του Τζόναθαν Γκλέιζερ
The Substance (2024) της Κοραλί Φαρζά
Η φωνή της Χιντ Ρατζάμπ (2025) της Κάουτερ Μπεν Χάνια
Η ταινία Sirāt του Όλιβερ Λάσε προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 29 Ιανουαρίου, σε διανομή Feelgood.

