Εδώ και χρόνια υπάρχει σε ολόκληρο τον κόσμο το δίκαιο αίτημα να δοθεί φωνή στους άφωνους, στους ανθρώπους που δεν ακούγονταν καθόλου στον δημόσιο χώρο. «Έτσι είστε;», μοιάζει να απάντησαν οι δισεκατομμυριούχοι της Σίλικον Βάλεϊ της big tech. «Θα πάρουμε τη φωνή κι από όσους είχαν».
Ζούμε μια τεκτονική αλλαγή στο πεδίο της ανθρώπινης έκφρασης, γράφουν σε πρόσφατη δημοσίευση οι Σκοτ Ρόμπινς και Ίνγκα Μπλάντελμε, με τίτλο «Χάνουμε τη φωνή μας; Η παραγωγική ΤΝ και η υποβάθμιση της ανθρώπινης έκφρασης». Όλο και περισσότεροι μπαίνουν στον πειρασμό να αξιοποιήσουν τα εργαλεία της παραγωγικής ΤΝ και να της αναθέσουν ουσιαστικά αυτό που έως χθες, και καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, ήταν αποκλειστικά ανθρώπινη υπόθεση: την έκφρασή τους.
Τώρα, η ανθρώπινη έκφραση διαμεσολαβείται στην καλύτερη περίπτωση ή και υποκαθίσταται ολοκληρωτικά απ’ τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα, και οι άνθρωποι υποβαθμίζονται στη θέση των επιμελητών των αποτελεσμάτων που δίνουν τα εργαλεία της στατιστικής. Το πρόβλημα είναι ότι τα μοντέλα αυτά έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να εκλαμβάνονται ως ανθρώπινες φωνές. Πριν από μερικούς μήνες, η ερευνήτρια Ναταλία Κοσμίνα συμπέρανε ότι η ΤΝ υπονομεύει την κριτική μας σκέψη. Τώρα το δίδυμο των συγγραφέων εμπλουτίζει τον κατάλογο με τα κρυφά κόστη της χρήσης των τσάτμποτ και παρατηρεί ότι χάνουμε μια σημαντική δεξιότητα που μας καθόρισε.
Πρώτον, κανείς δεν μπορεί πια να είναι σίγουρος αν αυτό που διαβάζει είναι προϊόν της ΤΝ. Αυτή η συνθήκη θα δηλητηριάσει τις ανθρώπινες σχέσεις και θα οδηγήσει σε μια ριζική δυσπιστία. Πώς θα νιώθει ο αποδέκτης μιας ερωτικής επιστολής, ενός απολογητικού σημειώματος ή ακόμα και ενός δημοσιογραφικού άρθρου αν ξέρει ή αν υποψιάζεται ότι διαβάζει λόγια γραμμένα από την τεχνητή νοημοσύνη; Όταν διαπιστώνουμε ότι «όλο και περισσότεροι το κάνουν», σημαίνει ότι όλο και περισσότεροι χάνουμε μάλλον την αυθεντική μας φωνή.
Δεύτερον, λένε οι Ρόμπινς και Μπλάντελμε, η ανθρώπινη έκφραση απαξιώνεται. Γνωρίζοντας ή όχι ότι ακόμα και τα έργα τέχνης δημιουργούνται από μηχανές, γινόμαστε πολύ πιο αυστηροί με τους άλλους. Το λάθος, το ακατέργαστο, το ημιτελές λαμβάνουν τώρα κάποια αίγλη, αλλά ίσως να είναι αργά, γιατί, τρίτον, ο άνθρωπος αποθαρρύνεται να εκφραστεί όπως μπορεί και θέλει. Η σύγκριση των έργων του μ’ εκείνα της μηχανής τον καταδικάζει στην αφωνία. Γίνεται έτσι εγγαστρίμυθος, ένα δοχείο μέσα απ’ το οποίο εκφράζονται οι μαθηματικοί υπολογισμοί. Προσοχή, λοιπόν, στο υπό εξαφάνιση κενό που υπάρχει ανάμεσα στον δημιουργό και τον «βοηθό» του. Χωρίς να καταλάβουμε, χάνουμε τη φωνή μας. Γινόμαστε παπαγάλοι με φανταχτερά φτερά, ανίκανοι να πετάξουν.

