Τα στοιχεία δείχνουν ότι το 2025 αποχώρησαν από την αγορά εργασίας προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν πάνω από 220.000 απασχολούμενοι, μισθωτοί ή αυτοαπασχολούμενοι. Κάποιοι λειτούργησαν και αποφάσισαν υπό τον φόβο ότι θα αυξηθούν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης μετά το 2027, λόγω της σύνδεσής τους με το προσδόκιμο ζωής. Κάποιοι άλλοι έσπευσαν λόγω του ότι θεμελίωσαν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα έστω και με τα λιγότερα δυνατά συντάξιμα έτη. Σεβαστή κάθε επιλογή και απόφαση, δεδομένου ότι αυτή συνδέεται με πολλούς παράγοντες: το είδος της εργασίας (άλλο ένας επιπλέον χρόνος στην οικοδομή και άλλο πίσω από ένα γραφείο), την κατάσταση υγείας, τον οικογενειακό προγραμματισμό κ.λπ. Υπάρχουν όμως και κάποιες οικονομικές παράμετροι οι οποίες συνδέονται με τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης και θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη πριν κατατεθεί η αίτηση παραίτησης λόγω συνταξιοδότησης.
Η πρώτη πληροφορία που πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητή έχει να κάνει με τον λεγόμενο «συντελεστή αναπλήρωσης». Είναι ένα ποσοστό το οποίο πολλαπλασιάζεται με τον συντάξιμο μισθό για να προκύψει το «αναλογικό» κομμάτι της σύνταξης. Αυτό προστίθεται στην «εθνική σύνταξη» –ένα ποσό σταθερό που λαμβάνουν όλοι οι συνταξιούχοι και το οποίο είναι εγγυημένο από το κράτος– και έτσι προκύπτει το μηνιάτικο του συνταξιούχου. Ο συντελεστής αναπλήρωσης εξαρτάται από μία και μόνο παράμετρο: την προϋπηρεσία ή αλλιώς τα έτη ασφάλισης. Η διακύμανσή του δε είναι εντυπωσιακή: στα 15 χρόνια ασφάλισης το ποσοστό διαμορφώνεται στο 11,55% και στα 40 χρόνια εκτινάσσεται στο 50,01%. Γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό το πόσο διαφοροποιείται η τελική σύνταξη ανάλογα με τα χρόνια προϋπηρεσίας. Και όσο καλύτερες είναι οι αποδοχές ενός εργαζομένου κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου, τόσο μεγαλύτερη σημασία έχει ένας πρόσθετος χρόνος απασχόλησης (για τον απλούστατο λόγο ότι το αυξημένο ποσοστό υπολογίζεται επί υψηλότερου ποσού).
Υπάρχει και ένα δεύτερο στοιχείο που καλό είναι να γνωρίζουν οι υποψήφιοι συνταξιούχοι: δεν υπάρχει αναλογικότητα στην αύξηση του «συντελεστή αναπλήρωσης». Είναι έτσι φτιαγμένο το σύστημα ώστε να επιβραβεύονται περισσότερο αυτοί που μένουν πάνω από 30 ή 35 χρόνια στην αγορά εργασίας. Το παράδειγμα είναι σαφές: Αυτοαπασχολούμενος που έχει επιλέξει να κατατάσσεται στη χαμηλότερη ασφαλιστική κλάση θα λάβει αναλογική σύνταξη 104,5 ευρώ αν συνταξιοδοτηθεί με 15 χρόνια απασχόλησης. Αν κάνει υπομονή έναν χρόνο και συνταξιοδοτηθεί με 16 χρόνια, το ποσό θα αυξηθεί στα 112 ευρώ. Δηλαδή, ο ένας χρόνος επιπλέον θα του φέρει αύξηση περίπου 7,5 ευρώ τον μήνα. Ο ίδιος επαγγελματίας έχει να επιλέξει αν θα φύγει με 35 ή 36 χρόνια. Στη μία περίπτωση, η αναλογική του σύνταξη θα είναι 337,6 ευρώ (με τα 35 χρόνια), στη δεύτερη περίπτωση θα είναι 360 ευρώ. Να λοιπόν το συμπέρασμα: ο ένας επιπλέον χρόνος από τα 15 στα 16 έτη φέρνει αύξηση 7,5 ευρώ, στη δε περίπτωση των 35 ή 36 ετών το δίλημμα είναι αν θα λάβει κανείς ή όχι τα επιπλέον 23 ευρώ.
Η μεγαλύτερη επιβράβευση δίνεται για την απασχόληση από το 35ο έως το 40ό έτος. Εκεί, κάθε επιπλέον χρόνος φέρνει και αύξηση 2,50-2,55% στη σύνταξη. Καλό είναι να ληφθεί υπόψη από όσους έχουν φτάσει σε αυτά τα επίπεδα προϋπηρεσίας.

