Το μεγαλύτερο «τι θα γινόταν αν» μιας γενιάς που μεγάλωσε με την ελληνική μυθοπλασία ήταν η συνέχεια του «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» των Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου. Η ιστορία της σειράς, η οποία προβλήθηκε για επτά επεισόδια τη σεζόν 2000-01 από το Mega, είναι λίγο-πολύ γνωστή: τέσσερις γυναίκες σχεδιάζουν να εκδικηθούν τον κακοποιητή της παιδικής τους ηλικίας, μέσα σε ένα πλαίσιο με πυκνές αναφορές που περνούν από κόσκινο την πολιτική ζωή και τη showbiz της Ελλάδας του μιλένιουμ. Η μυθολογία της «κατάρας» που τη συνόδεψε είναι ακόμα πιο γνωστή.
Πρώτον, το αρχικό καστ ήταν διαφορετικό από αυτό που είδαμε στη μικρή οθόνη, με τη σειρά να γυρίζεται εκ νέου. Δεύτερον, η σειρά σταμάτησε στο 6ο επεισόδιο, με το 7ο επεισόδιο να αποτελείται από συρραφές σκηνών των επεισοδίων που δεν προβλήθηκαν. Τρίτον, παραμένει ακόμα άγνωστο το τι έγινε στα γυρίσματα, με τις φήμες να δίνουν και να παίρνουν εδώ και και 25 χρόνια.
Φαινόταν πως η «κατάρα» θα τερματιζόταν με την ανακοίνωση της κινηματογραφικής μεταφοράς της σειράς σε δύο μέρη, με την πρεμιέρα του πρώτου μέρους να πραγματοποιείται την Πέμπτη 8/1. Μετά την προβολή, όμως, η πολυαναμενόμενη λύτρωση κατέληξε περισσότερο σε άσκηση υπομονής διάρκειας δύο ωρών και κάτι – και μιλάμε για το πρώτο μέρος που προβάλλει σχεδόν όσα είδαμε στη σειρά.
Ως λάτρης του σύμπαντος των Ρήγα – Αποστόλου, ανυπομονούσα κι εγώ για την ταινία, οι προθέσεις της οποίας ήταν ξεκάθαρες από το τρέιλερ. Εξυπηρετούσαν την ανάγκη μιας μερίδας τηλεθεατών που μεγάλωσαν με τη σειρά και, ορμώμενη από τη νοσταλγία και το μύθο της, θα αδιαφορούσαν για όποια κινηματογραφικά κριτήρια.
Η νοσταλγία είναι ένας παράγοντας, ο οποίος ασφαλώς και εγείρει την περιέργεια του κοινού. Χωρίς σενάριο, όμως, που να πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα το σύμπαν, δεν μπορεί να εγγυηθεί καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, ακόμα και αν παιχτούν οι ρόλοι από εξαιρετικούς ηθοποιούς.
Τι έφταιξε, τι πήγε λάθος
Κάθε φορά που η ελληνική τηλεόραση επιβιβάστηκε στο τρένο της επαναφοράς μυθοπλαστικών φορμάτ (κοινώς, στο τρένο των reboots), ήταν αδύνατο να αναβιώσουν κανείς το αποτύπωμα που άφησε η σειρά την περίοδο προβολής, αλλά και να σημειώσουν επιτυχία, καθώς οι τηλεοπτικές συνήθειες έχουν αλλάξει.
Ίσως και γι’ αυτό να είναι προτιμότερη η επαναφορά τους μέσα από το φορμάτ του reunion, όπως συνέβη με την περίπτωση του «Παρά Πέντε», γυρίζοντας εμβόλιμα μερικές έξτρα σκηνές για την ικανοποίηση του κοινού. Ωστόσο, για την περίπτωση του «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;», κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο, λόγω της μυθολογίας της σειράς.
Δε θέλω να σταθώ ούτε στο κακό μοντάζ, ούτε στην απουσία του ρυθμού, ούτε και στους διαλόγους που διατηρήθηκαν σχεδόν ατόφιοι από την περίοδο προβολής των επεισοδίων και οι ατάκες που ταίριαζαν γάντι στην Ελλάδα του 2000, κλωτσούσαν απίστευτα στο παρόν του 2026.
Αντίθετα, στέκομαι στον πραγματικό αντίκτυπο του «Τι ψυχή», ο οποίος δε βρισκόταν τόσο στην πλοκή του, αλλά στο κενό που άφησε πίσω του και στην αίσθηση ότι κάτι διακόπηκε βίαια. Ακριβώς γι’ αυτό, απέκτησε μια δεύτερη ζωή μέσα στη συλλογική μνήμη, αφήνοντας χώρο στη φαντασία, στη φήμη, στην προβολή των επιθυμιών μιας γενιάς τηλεθεατών.
Η ανάγκη να κλείσουν όλοι οι λογαριασμοί, να δοθούν απαντήσεις και να μπουν τελείες μοιάζει περισσότερο με σύμπτωμα της εποχής παρά με καλλιτεχνική αναγκαιότητα, με την περίπτωση του «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» να αποδεικνύει περίτρανα ότι κάποια πράγματα καλύτερα να μένουν στο συρτάρι, παρά να ξεθάβονται πρόχειρα με μοναδικό καύσιμο τη νοσταλγία, όσο κι αν κάποιοι λάτρεις διψούν για ένα τέλος.

