«Η παχυσαρκία κουβαλούσε ανέκαθεν πάρα πολλά στερεότυπα και προβολές για τον υποτιθέμενο χαρακτήρα του παχύσαρκου ατόμου», αναφέρει η ψυχοθεραπεύτρια Αλεξάνδρα Βασιλείου. «Επικρατεί η βαθιά ριζωμένη άποψη ότι ο παχύσαρκος είναι ένας άνθρωπος που δεν έχει αρκετά ισχυρή θέληση και γι’ αυτό δεν κατορθώνει να αποβάλει τα παραπανίσια κιλά του. Πολύς κόσμος συνδέει την παχυσαρκία με νωθρότητα και τεμπελιά». Όλη αυτή η «μυθολογία» είναι εξαιρετικά επιβαρυντική για όλους τους ανθρώπους των οποίων ο Δείκτης Μάζας Σώματος ξεπερνά το «φυσιολογικό» όριο. «Δεν πρόκειται δηλαδή μόνο για μια διάκριση σχετική με την εμφάνιση και την ταύτιση ή μη με τα ισχύοντα πρότυπα ομορφιάς της κάθε εποχής, αλλά για τα χαρακτηριστικά που μεγάλο μέρος της κοινωνίας αποδίδει άκριτα σε ανθρώπους προτού καλά καλά τούς συναναστραφεί».
«Πολύς κόσμος συνδέει την παχυσαρκία με νωθρότητα και τεμπελιά», αναφέρει η Αλεξάνδρα Βασιλείου.
Η παραπάνω στάση έναντι των παχύσαρκων αποτελεί μία από τις πολλές πτυχές του φαινομένου body shaming, το οποίο την τελευταία δεκαετία παλέψαμε να δαμάσουμε. Πάψαμε να κρύβουμε τα αληθινά μας κιλά, ανεβάσαμε στις πασαρέλες μοντέλα plus size, ενώ και η βιομηχανία ρούχων καθιέρωσε μια πιο ευρεία γκάμα μεγεθών. Οι υπέρβαροι και οι παχύσαρκοι δεν αναζητούσαν πλέον εναγωνίως τα κατάλληλα για εκείνους ρούχα σε περιφερειακά μαγαζιά και αποθήκες∙ τα έβλεπαν στις βιτρίνες. Και ξαφνικά, λίγο μετά την παραζάλη της πανδημίας, που χάρισε στους περισσότερους από μας μερικά παραπάνω κιλά, άρχισαν να κυκλοφορούν στην Ελλάδα οι ενέσιμες θεραπείες απώλειας βάρους κι έκτοτε όλα άλλαξαν.
«Το να αποτινάξει ένας παχύσαρκος άνθρωπος μαζί με το επιπλέον βάρος και χαρακτηριστικά που του έχουν προσδώσει –ήδη από την παιδική ηλικία– είναι ανακουφιστικό και λυτρωτικό. Αν μάλιστα αυτό γίνεται εύκολα, τότε το δέλερ είναι μεγάλο», παρατηρεί η κ. Βασιλείου, που έχει δουλέψει με ανθρώπους που βίωναν το στίγμα μαζί με απανωτές ματαιώσεις έπειτα από κάθε αποτυχημένη απόπειρα δίαιτας.
«Σε εννέα μήνες έχω χάσει 20 κιλά»
«Ανέκτησα την ποιότητα της ζωής μου: μπορώ να ανέβω μια σκάλα χωρίς να κάνω παύσεις, να παίξω αγόγγυστα με τα παιδιά μου καθισμένη οκλαδόν στο χαλί και κυρίως να συγκεντρώνομαι σε ό,τι καταπιάνομαι χωρίς να σκέφτομαι το φαγητό». Η 45χρονη Κατερίνα είναι μία από τους χιλιάδες ανθρώπους στην Ελλάδα που κάνει αδιάλειπτα από το Πάσχα ενέσεις για απώλεια βάρους. «Δεν ήταν μια επιπόλαιη απόφαση», σπεύδει να διευκρινίσει η ίδια. «Τα τελευταία τέσσερα χρόνια κατέβαλα υπεράνθρωπες προσπάθειες να χάσω βάρος, όμως ακόμα και όταν κατάφερνα να χάσω τρία-τέσσερα κιλά, μετά από λίγο καιρό ξαναέπαιρνα πολλαπλάσια». Η ίδια, όπως και χιλιάδες συνομήλικές της, είδε τη ζωή της να αλλάζει άρδην μέσα σε λίγα χρόνια: δύο εγκυμοσύνες, πολλά ξενύχτια και στο ενδιάμεσο μια αγχώδης και πολύμηνη καραντίνα. «Ποτέ μου δεν ήμουν συλφίδα, πάντοτε πάλευα με το βάρος μου, αλλά ήμουν νεότερη και είχα καλύτερες καύσεις· επίσης, είχα την πολυτέλεια να δώσω στον εαυτό μου προτεραιότητα, να αγοράσω ό,τι προέβλεπαν οι οδηγίες του διαιτολόγου και να κάνω συστηματικά γυμναστική». Εσχάτως, τις στιγμές που «ξέκλεβε» ως δικές της μεταξύ οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων, τις γέμιζε ασυνείδητα με λιχουδιές. «Θυμάμαι, μόλις κοιμούνταν τα παιδιά αργά το βράδυ, να κοιταζόμαστε συνωμοτικά με τον άνδρα μου και να λέμε: Τι να παραγγείλουμε τώρα;» Όμως, η δυσχέρεια στις κινήσεις και η αγωνία για μελλοντικά προβλήματα υγείας την είχαν θορυβήσει. «Όταν είδα στη ζυγαριά το 105, είπα “έως εδώ”».

Καθώς τον περασμένο Απρίλιο δεν ενέπιπτε στις κατηγορίες των ασθενών που δικαιούνταν δωρεάν τα φάρμακα, η Κατερίνα πήρε την απόφαση να τα αγοράσει, αναλαμβάνοντας πλήρως το κόστος. «Είναι 250 ευρώ τον μήνα, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο για τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς μας», υπογραμμίζει. Σήμερα, εννέα μήνες αργότερα, μετράει 20 χαμένα κιλά και τέσσερα μικρότερα μεγέθη στην γκαρνταρόμπα. «Μπήκα σε ρούχα που είχα αγοράσει πριν μείνω έγκυος, που τα είχα για πέταμα», τονίζει. Αν και γνωρίζει ότι θα έπρεπε να βρίσκεται υπό ιατρική παρακολούθηση και να κάνει συστηματικά ελέγχους, η ίδια τα εφαρμόζει όλα «στο περίπου». «Έκανα μια αιματολογική εξέταση προτού ξεκινήσω και μιλώ συχνά με την παθολόγο μου στο τηλέφωνο». Επέλεξε τη χαμηλή δοσολογία, «καλού κακού», και όταν κάποια στιγμή αποπειράθηκε να την αυξήσει, η αντίδραση του οργανισμού της ήταν τόσο σφοδρή, που σταμάτησε. Έως πότε, όμως, θα ζει με τις εν λόγω ενέσεις; «Όταν ξεπεράσω μια στρεσογόνα φάση για την επαγγελματική μου εξέλιξη, προτίθεμαι να ξεκινήσω πάλι γυμναστική και διατροφή· αυτό θα γίνει περίπου σε δύο μήνες, όταν πλέον θα έχω ολοκληρώσει σχεδόν έναν χρόνο με το φάρμακο».
Προετοιμασία και παρακολούθηση
Στο Iατρείο Παχυσαρκίας στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «Παναγία η Βοήθεια» προσέρχονται ως επί το πλείστον γυναίκες όπως η Κατερίνα. «Τρεις στους τέσσερις ασθενείς μας είναι γυναίκες, από 30 έως 40 ετών περίπου, οι περισσότερες από τις οποίες χάνουν και παίρνουν βάρος σε όλη τους τη ζωή», σημειώνει ο Διονύσης Χαρτουμπέκης, καθηγητής Παθολογίας και Ενδοκρινολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ο ίδιος είναι υπεύθυνος του παραπάνω Ιατρείου, που δημιούργησε στο πρότυπο ανάλογων δομών στην Ελβετία και στις ΗΠΑ, στις οποίες είχε θητεύσει παλαιότερα. Μέλημα του καθηγητή είναι να κατευθύνει έτσι τους ασθενείς, ώστε να λάβει ο καθένας τη θεραπεία που θα τον βοηθήσει. «Δεν τους αντιμετωπίζουμε ως αριθμούς, χτίζουμε το προφίλ τους, κρατάμε ιστορικό βάρους, καταγράφουμε τους παράγοντες παχυσαρκίας», αναφέρει ενδεικτικά. «Η παχυσαρκία είναι μια πολύπλοκη και πολυπαραγοντική νόσος, γι’ αυτό είναι σημαντικό να ανιχνεύσουμε τις αιτίες, που μπορεί να είναι γενετικές ή επιγενετικές, ψυχολογικής ή και ψυχιατρικής φύσεως», σημειώνει ο ίδιος, που στο πρώτο ραντεβού τούς δίνει ένα ερωτηματολόγιο προς συμπλήρωση. Εκείνοι καλούνται να απαντήσουν με ειλικρίνεια αν τρώνε κρυφά από την υπόλοιπη οικογένεια, αν νιώθουν ντροπή για τις ποσότητες που καταναλώνουν, αν συζητούν το θέμα με άλλους.
«Ζητούμενο είναι να ανιχνεύσουμε το emotional eating, το οποίο πρωτίστως μπορεί να αντιμετωπιστεί με ψυχοθεραπεία», λέει ο κ. Χαρτουμπέκης, που τους ενθαρρύνει πολλές φορές να απευθυνθούν αρχικά σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας. «Πολλοί απογοητεύονται, πιστεύουν ότι θα έρθουν σε εμάς και θα φύγουν με συνταγογράφηση, χρειάζεται να τους εξηγήσουμε πώς λειτουργούν τα εν λόγω φάρμακα, για να πειστούν ότι είναι απαραίτητο να προετοιμαστούν γι’ αυτά». Ιδανικό, όπως μας εξηγεί, είναι οι ασθενείς να έχουν σταθερό βάρος για ένα διάστημα προτού ξεκινήσουν, αλλά και να έχουν παράλληλα με τα φάρμακα συμπεριφορική υποστήριξη, δηλαδή να ακολουθούν πρόγραμμα διατροφής και άσκησης. «Επίσης, πριν από την πρώτη ένεση θα πρέπει να έχει προηγηθεί αιματολογικός έλεγχος, υπέρηχος άνω και κάτω κοιλίας, μέτρηση σύνθεσης μάζας σώματος», προσθέτει. «Τις εν λόγω εξετάσεις τις επαναλαμβάνουμε και στη διάρκεια της θεραπείας». Τα φάρμακα απαιτούν συμβουλευτική και καθοδήγηση από διεπιστημονική ομάδα, ενημέρωση και επίγνωση εκ μέρους των ασθενών. «Επί της ουσίας, θέλουμε η ένεση να δώσει μια ώθηση στον οργανισμό και ο ασθενής να αξιοποιήσει τους μήνες κατά τους οποίους θα χάνει βάρος, για να κάνει ευεργετικές για τον ίδιο αλλαγές στον τρόπο ζωής του».
Η λειτουργία των ενέσεων
Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν εισέρχεται η θαυματουργή ουσία στον οργανισμό μας; «Τα εν λόγω φάρμακα μιμούνται ορμόνες που αυξάνουν το αίσθημα κορεσμού και μειώνουν την όρεξη. Ο υποθάλαμος του εγκεφάλου στέλνει γρηγορότερα το σήμα του κορεσμού ενώ ταυτόχρονα καθυστερεί η γαστρική κένωση, με αποτέλεσμα η τροφή να μένει πιο πολλή ώρα στο στομάχι· έτσι νιώθετε πολύ γρήγορα χορτάτοι». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να σιωπήσει ο περίφημος «θόρυβος του φαγητού» που κατατρύχει πολλούς ανθρώπους.
«Ζητούμενο είναι να ανιχνεύσουμε το emotional eating, το οποίο πρωτίστως μπορεί να αντιμετωπιστεί με ψυχοθεραπεία», λέει ο Διονύσης Χαρτουμπέκης.
Οι περισσότεροι από όσους φτάνουν στο κατώφλι του καθηγητή Χαρτουμπέκη έχουν παραπεμφθεί από άλλες ειδικότητες γιατρών. Τα ενέσιμα φάρμακα κρίνονται απαραίτητα όταν ο Δείκτης Μάζας Σώματος είναι τουλάχιστον 28 και συνυπάρχουν σοβαρές συννοσηρότητες – υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, λιπώδες ήπαρ, υπνική άπνοια, μυοσκελετικά προβλήματα, καρδιαγγειακά και σάκχαρο, προδιαβήτης και διαβήτης. «Βέβαια, η παχυσαρκία από μόνη της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως νόσος ακόμη και χωρίς συννοσηρότητες, οπότε έχει θέση η φαρμακευτική αντιμετώπιση σε άτομα με Δείκτη Μάζας Σώματος μεγαλύτερο του 30. Αυτές οι ομάδες ασθενών θα ωφεληθούν τα μέγιστα από τα καινοτόμα φάρμακα. Σε όσους, άλλωστε, έχουν Δείκτη Μάζας Σώματος πάνω από 40 έχει ίσως ήδη προταθεί βαριατρικό χειρουργείο (γαστρικό μανίκι ή γαστρικό by pass). Αν μπουν στο χειρουργείο με λιγότερα κιλά, θα έχουν γρηγορότερη ανάρρωση και καλύτερο αποτέλεσμα», σημειώνει ο ίδιος, εξηγώντας ότι οι δύο μέθοδοι μπορούν να συνδυαστούν λυτρωτικά για τους ασθενείς.
Το δίλημμα της μυϊκής μάζας
«Οι πιο συχνές παρενέργειες των φαρμάκων, που είναι ανάλογα ινκρετινών [σ.σ. δηλαδή τροποποιημένες ορμόνες], αφορούν το γαστρεντερικό σύστημα και εμφανίζονται κυρίως στην αρχή της θεραπείας ή κατά την αύξηση της δόσης· πρόκειται για ναυτία, εμέτους, διάρροια ή δυσκοιλιότητα, είναι συνήθως ήπιες και διαχειρίσιμες επιπλοκές με τη σωστή καθοδήγηση», επισημαίνει από τις ΗΠΑ, όπου τα εν λόγω σκευάσματα κυκλοφόρησαν πολύ νωρίτερα, ο καθηγητής Παθολογίας και Ενδοκρινολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, Χρήστος Μαντζώρος. Ένα θέμα που απασχολεί έντονα την επιστημονική κοινότητα είναι η απώλεια μυϊκής μάζας (σαρκοπενία), ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες ηλικίες. «Προβληματιζόμαστε για την υγεία των οστών στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, ωστόσο μέχρι σήμερα τα δεδομένα δεν είναι ξεκάθαρα και δεν έχει τεκμηριωθεί σαφής αύξηση καταγμάτων, σε ασθενείς βέβαια που έχουν ιατρική παρακολούθηση, επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης και άσκηση αντίστασης», απαντά ο κ. Μαντζώρος. «Πολύ σπανιότερες, αλλά γνωστές, ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν την παγκρεατίτιδα, τη χολολιθίαση (κυρίως λόγω ταχείας απώλειας βάρους, όπως παρατηρείται σε κάθε θεραπεία απώλειας βάρους) και άλλες πολύ σπανιότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Άρα, παρά τη σπανιότητα των παρενεργειών και καθώς δεν υπάρχει θεραπεία χωρίς παρενέργειες, τα εν λόγω φάρμακα πρέπει να χορηγούνται μόνο σε όσους έχουν ένδειξη».
Κανένα άλλωστε σύστημα υγείας, όσο πλούσιο και αν είναι, δεν μπορεί να διασφαλίσει τη χορήγηση σε όλους, δεδομένου ότι πρόκειται για εξαιρετικά ακριβά φάρμακα. «Η κατανομή πόρων και υπηρεσιών πρέπει να γίνεται σε όσους έχουν πραγματική ανάγκη, ώστε η αναλογία οφέλους-κόστους να είναι πάντα θετική για το σύνολο της κοινωνίας». Αξίζει να επισημανθεί ότι όλα τα ερευνητικά δεδομένα προέρχονται από ασθενείς που παρακολουθούνται ιατρικά και χορηγούνται επισήμως τα φάρμακα. Παράλληλα, όμως, ανθίζει και η «μαύρη αγορά» σκευασμάτων αδυνατίσματος. Όπως είναι αναμενόμενο, κανείς δεν γνωρίζει τις παρενέργειες που ίσως έχουν εμφανίσει όσοι έχουν γίνει «γιατροί του εαυτού τους» ή έχουν απευθυνθεί σε φαρμακεία του dark web.
Κούρσα αντοχής, όχι σπριντ
Στο Ιατρείο Παχυσαρκίας στο Νοσοκομείο της Πάτρας προσέρχονται, όμως, και άνθρωποι που χρειάζεται να χάσουν επτά-οκτώ κιλά, διεκδικώντας όμως να τους συνταγογραφηθεί το φάρμακο. Ταυτόχρονα, σε χιλιάδες φαρμακεία ανά την επικράτεια προσέρχονται πολίτες με μια απλή χειρόγραφη συνταγή γιατρού που συστήνει την ενέσιμη θεραπεία, για την οποία πληρώνουν αδρά. «Προσπαθώ να τους μεταπείσω· δεν πρόκειται για λαϊφστάιλ φάρμακα. Πρέπει να καταστεί σε όλους μας σαφές ότι η απώλεια βάρους δεν είναι σπριντ, είναι μαραθώνιος», σχολιάζει προβληματισμένος ο κ. Χαρτουμπέκης.

«Θέλω το “σιγουράκι”». Αυτό δήλωσε μια υποψήφια ασθενής στην κλινική διαιτολόγο – διατροφολόγο Άννα Παπαγεωργίου προ ημερών. «Μου διευκρίνισε ότι θα ακολουθούσε για λίγο τις οδηγίες μου, διότι δεν μπορεί να πειθαρχήσει σε δίαιτα, εξ ου και μια ζωή τις σταματάει», λέει η κ. Παπαγεωργίου. «Πάντοτε υπήρχαν άνθρωποι που δυσκολεύονταν να συνεργαστούν με έναν διατροφολόγο, όμως τώρα υπάρχει μια εναλλακτική που τους φαίνεται πανάκεια, γιατί τελικά τη “δουλειά” την κάνει κάποιος άλλος». Οι ενέσεις φαίνεται να ενισχύουν τις ψευδαισθήσεις. «Συχνά οι άνθρωποι έρχονται με μη ρεαλιστικούς στόχους, ζητούν να επανέλθουν στο βάρος που είχαν στα 25 τους χρόνια, ενώ πλέον έχουν περάσει τα 60, ή να αποκτήσουν τον Δείκτη Μάζας Σώματος που δεν είχαν ποτέ. Ζητούμενο, όμως, είναι να πάμε στον σωστό για την υγεία και την ηλικία μας Δείκτη Μάζας Σώματος». Με την ελπίδα ότι το φάρμακο «δεν θα τους χαλάσει το χατίρι», πλήθος ανθρώπων προτιμά να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη για να χάσει έως και 15 κιλά. «Πρόκειται, όμως, για έναν αριθμό κιλών που μπορεί κάποιος να χάσει με διατροφή και άσκηση, χωρίς να διακινδυνεύσει να χάσει μέρος της μυϊκής μάζας. Τα φάρμακα δημιουργήθηκαν για όσους έχουν νοσηρή παχυσαρκία και οι άλλες μέθοδοι δεν μπορούν να τους βοηθήσουν σημαντικά», τονίζει.
«Συχνά οι άνθρωποι έρχονται με μη ρεαλιστικούς στόχους, ζητούν να επανέλθουν στο βάρος που είχαν στα 25 τους χρόνια, ενώ πλέον έχουν περάσει τα 60», λέει η Άννα Παπαγεωργίου.
Με τα χρήματα που προτίθενται να ξοδέψουν, «θα μπορούσαν να έχουν ακόμα και προσωπικό γυμναστή που θα προσάρμοζε την άσκηση στις ανάγκες τους και τις δυνατότητές τους», αντιπαραβάλλει η κ. Παπαγεωργίου, η οποία εκτιμά ότι μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας οι ασθενείς θα πάρουν πίσω τα κιλά, με τη μορφή μάλιστα σπλαχνικού λίπους, «το οποίο προκαλεί προδιάθεση για διαβήτη».
Χωρίς ενέσεις τα κιλά επιστρέφουν
Η επαναπρόσληψη του βάρους δεν αποτελεί ένα θεωρητικό «σενάριο». Μελέτη από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης που δημοσιεύτηκε προ ολίγων ημερών αποδεικνύει αυτό που πολλοί επαγγελματίες υγείας προέβλεπαν: την άμεση σχεδόν επαναπρόσληψη του βάρους μετά το πέρας των φαρμάκων. «Κάναμε συστηματική ανασκόπηση βιβλιογραφίας, δηλαδή συνολικά 35 μελετών», εξηγεί μιλώντας στο «Κ» ο επικεφαλής ερευνητής, Δημήτρης Κουτουκίδης, αναπληρωτής καθηγητής Διατροφής και Παχυσαρκίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Είχαμε δεδομένα από άτομα με υπερβαρότητα ή παχυσαρκία, με Δείκτη Μάζας Σώματος από 25 ή 30 και πάνω, που είχαν κάνει ενέσεις κατά μέσο όρο για δέκα μήνες και είχαν μείνει χωρίς φάρμακο για οκτώ μήνες». Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι εν λόγω ασθενείς είχαν κατά μέσο όρο χάσει 8 κιλά και ξεκίνησαν να ανακτούν το βάρος με ρυθμό 0,4 κιλά τον μήνα. «Βάσει των υπολογισμών μας, σε 1,7 χρόνια η ζυγαριά θα δείχνει και πάλι το παλιό τους βάρος».
Η βρετανική μελέτη υπενθυμίζει εμμέσως την αξία της κλασικής μεθόδου απώλειας βάρους. «Όσοι παράλληλα με τις ενέσεις ακολουθούσαν και πρόγραμμα διατροφής και φυσικής δραστηριότητας, έχασαν κατά μέσο όρο 4,6 κιλά παραπάνω», σημειώνει. «Επίσης, τα άτομα που σταμάτησαν την ενέσιμη θεραπεία ξαναπήραν τα κιλά γρηγορότερα σε σχέση με όσους είχαν ακολουθήσει και ολοκληρώσει αποκλειστικά παραδοσιακά δομημένα προγράμματα αλλαγής συμπεριφοράς, δηλαδή σε 1,7 χρόνια έναντι 3,9 χρόνων», επισημαίνει ο κ. Κουτουκίδης. Άπαξ και σταματήσουν οι ενέσεις, παύουν να ρυθμίζουν τα υπόλοιπα προβλήματα υγείας των ατόμων με παχυσαρκία, όπως για παράδειγμα στο καρδιαγγειακό και νεφρικό σύστημα. «Πρόκειται για αποτελεσματικά και ασφαλή φάρμακα, καθώς στην αρχική τους μορφή έχουν δοκιμαστεί σε διαβητικούς για πάνω από 15 χρόνια. Όμως, η επίδρασή τους αυτή τη στιγμή αποτελεί απλώς μια ανάσα για τους ασθενείς, αν η θεραπεία σταματήσει», σχολιάζει ο κ. Κουτουκίδης, ο οποίος συστήνει την παράλληλη συμπεριφορική υποστήριξη για την καλύτερη απόδοση των φαρμάκων.
Έρχονται ακόμα πιο αποτελεσματικά φάρμακα
«Η επαναπρόσληψη βάρους δεν αποτελεί αποτυχία του ασθενούς, αλλά μια βιολογική επαναφορά σε ένα προϋπάρχον μεταβολικό “σημείο ισορροπίας”, που ρυθμίζεται από ορμόνες όπως η λεπτίνη και τα εγκεφαλικά κέντρα της όρεξης», εξηγεί ο Χρήστος Μαντζώρος. «Οποιοδήποτε, άλλωστε, φάρμακο λαμβάνεται για χρόνια νόσο (π.χ. για υπέρταση) παρουσιάζει παρόμοια φαινόμενα κατά τη διακοπή του». Η ταχεία απώλεια βάρους και η εξίσου γρήγορη επαναπρόσληψη είναι απευκταία, για λόγους σωματικής και ψυχικής υγείας. «Για τον λόγο αυτόν μελετώνται στρατηγικές, όπως η μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης με χαμηλότερες δόσεις, η σταδιακή διακοπή αντί της απότομης, καθώς και ο συνδυασμός με δομημένα προγράμματα διατροφής, άσκησης και ψυχολογικής υποστήριξης· εξυπακούεται δε ότι ο ασθενής πριν από την έναρξη θα πρέπει να έχει ενημερωθεί πλήρως», τονίζει ο κ. Μαντζώρος, στην πρότερη ερευνητική δουλειά του οποίου στηρίχθηκε η δημιουργία των εν λόγω σκευασμάτων.
«Η επαναπρόσληψη βάρους δεν αποτελεί αποτυχία του ασθενούς, αλλά μια βιολογική επαναφορά σε ένα προϋπάρχον μεταβολικό “σημείο ισορροπίας”», εξηγεί ο Χρήστος Μαντζώρος.
«Φάρμακο απώλειας βάρους σε μορφή χαπιού έχει ήδη εγκριθεί στις ΗΠΑ εδώ και περίπου μία εβδομάδα και αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα και στην Ελλάδα», συμπληρώνει με νόημα. Ακόμα πιο εξελιγμένα χάπια αναμένονται τους επόμενους μήνες. Κατά την τηλεφωνική μας συνομιλία ο κ. Μαντζώρος, που ασχολείται ερευνητικά για πάνω από 25 χρόνια με την παχυσαρκία, πολύ πριν ο ΠΟΥ τονίσει το πόσο επιζήμια είναι με τον κωδικό Ε66, κάνει έναν σύντομο απολογισμό και αισιοδοξεί: «Έπειτα από δεκαετίες έρευνας έχουμε αποδείξει ότι η παχυσαρκία είναι μια ορμονοεξαρτώμενη και πολύπλοκη νόσος», λέει. «Πριν από περίπου 30 χρόνια, πιστεύαμε ότι ήταν απόρροια έλλειψης θέλησης, τα δε κλασικά ιατρικά συγγράμματα περιέγραφαν τον λιπώδη ιστό μόνο ως αποθήκη θερμίδων και μέσο προστασίας από το κρύο. Συν τω χρόνω ανακαλύψαμε ότι ο λιπώδης ιστός συμμετέχει στη μακροχρόνια ρύθμιση του βάρους. Επίσης αποδείξαμε ότι στην παχυσαρκία καθοριστικό ρόλο παίζουν η λεπτίνη, οι ινκρετίνες, οι μυοκίνες και άλλες ορμόνες που δρουν στον εγκέφαλο, καθώς και το περιβάλλον. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών επέτρεψε την ανάπτυξη των παραπάνω θεραπειών, που δεν περιορίζονται μόνο στην απώλεια βάρους, αλλά προσφέρουν συνολικά οφέλη στην καρδιομεταβολική, νεφρική και ηπατική υγεία και ίσως μελλοντικά να παρέχουν προστασία σε νευροεκφυλιστικά νοσήματα ή καρκίνους». Ο ίδιος, που έχει αφιερώσει τις γνώσεις και το πάθος του στην έρευνα της παχυσαρκίας, χαρακτηρίζει την αναγνώριση της παχυσαρκίας ως νόσου από τον ΠΟΥ «επιστημονική και κοινωνική δικαίωση».
Ποια ανάγκη καλύπτει η λαιμαργία;
Αν, ωστόσο, συνεχιστούν οι υπερβολές που αναζωπυρώνονται από τις συνεχείς δηλώσεις επωνύμων, ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού, για το «μαγικό φάρμακο», οι επιστημονικές και κοινωνικές κατακτήσεις ενδέχεται να τεθούν εν αμφιβόλω. «Ήδη, αν κάναμε μια σφυγμομέτρηση με το ερώτημα “είστε ευχαριστημένοι με το σώμα σας;”, οι περισσότεροι –και ειδικά οι γυναίκες– θα απαντούσαν αρνητικά, ακόμα και αν είχαν βάρος συμβατό με αυτό που θεωρείται το σωστό για την ηλικία και το ύψος τους», σχολιάζει η Αλεξάνδρα Βασιλείου. «Αυτή η δυσκολία αποδοχής της εικόνας μας και κατ’ επέκταση του εαυτού μας αποτυπώνεται και λεκτικά: δεν λέμε “βάρος”, λέμε “εμφάνιση”, δεν λέμε “ελάφρυνες” σε κάποιον που έχασε βάρος, αλλά “ομόρφυνες”». Οι ενέσιμες θεραπείες θα βοηθήσουν τους παχύσαρκους, αλλά για όλους τους άλλους που έχουν σπεύσει να τις χρησιμοποιήσουν, το όφελος θα είναι μικρό, τουλάχιστον σε ψυχολογικό επίπεδο. «Πρέπει να διαχωρίσουμε μέσα μας ποια είναι η βιολογική και ποια η ψυχολογική πείνα, να κάνουμε μια ψυχολογική διερεύνηση, όχι απαραίτητα με τη συμβολή ειδικού· ας κάνουμε μόνοι μας ενδοσκόπηση, για να συνειδητοποιήσουμε ποιες ανάγκες καλύπτει ο τρόπος που τρεφόμαστε πέραν της επιβίωσης». Τότε θα μπορέσουμε να βρούμε «άλλους τρόπους να καλύψουμε τις ψυχολογικές ανάγκες που ενδεχομένως εξυπηρετεί η υπερβολική πρόσληψη τροφής και να αναπτύξουμε μια διαφορετική φροντίδα εαυτού», αντιπροτείνει η κ. Βασιλείου. «Παρατηρώ ακόμα ένα παράδοξο: τα φάρμακα δημιουργήθηκαν για να βοηθήσουν ανθρώπους με προβλήματα υγείας, αλλά χρησιμοποιούνται πλέον μαζικά από όσους θέλουν να συμμορφωθούν με ορισμένα πολύ αυστηρά πρότυπα ομορφιάς. Αυτή η κοινωνική προσαρμογή ενέχει κινδύνους, τουλάχιστον για την ψυχική μας υγεία».

