Είναι τέλη Σεπτεμβρίου του 1956 όταν μια πρωτόγνωρη είδηση αναστατώνει τα ήρεμα νερά της Ύδρας και διαχέεται αστραπιαία στα στενά σοκάκια της. «Στο νησί μας θα γυριστεί μια αμερικάνικη ταινία, τα μαγαζιά και οι ταβέρνες μας θα έχουν συνεχώς πελατεία, η Ύδρα θα γίνει γνωστή σε όλο τον κόσμο», αναμεταδίδει σαν άλλος ντελάλης της εποχής, ο 87χρονος Γιάννης Γαβαλάς, γέννημα θρέμμα Υδραίος, που θυμάται τα γεγονότα «σαν να ήταν χθες».
Η καθημερινότητα στη μεταπολεμική Ύδρα δεν είναι εύκολη: μεγάλο μέρος του πληθυσμού έχει μετοικήσει στον Πειραιά λόγω «αναδουλειάς», άλλοι ταξιδεύουν για μήνες αλιεύοντας σφουγγάρια, σπάνια έρχονται τουρίστες στο νησί, η οικονομική στενότητα είναι ορατή. Η σημερινή όψη του κοσμοπολίτικου νησιού δεν μαρτυρά, βέβαια, τις δύσκολες ημέρες που οι κάτοικοι του έζησαν στο παρεθόν· οι παλαιότεροι, όμως, δεν ξεχνούν. Το «Παιδί και το Δελφίνι» της 20th Century Fox αποτέλεσε το σημείο καμπής, που άλλαξε δια παντός την πορεία του τόπου, ο οποίος απέκτησε ένα ανεξίτηλο brand name.
«Η Σοφία Λόρεν έφερε τύχη στο νησί και εμείς σε εκείνη», λέει με νόημα ο κ. Γαβαλάς, πάλαι ποτέ πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού, μουσικός και ποιητής, που ανακαλεί συχνά πυκνά εκείνα χρόνια. Σε ένα από τα παρεϊστικα καφέ της Υδρας διηγήθηκε όσα θυμόταν από το Φθινόπωρο του ’56 στην Αμάντα Πάλμερ, κινηματογραφική παραγωγό από την Αυστραλία, που από το 2023 ζει στην Ύδρα· εκείνη είναι, μεταξύ άλλων, και ο ιθύνων νους της πολιτιστικής πρωτοβουλίας ArtCinema, που φέρνει σε επαφή καλλιτέχνες με χορηγούς στον πλέον κατάλληλο τόπο για καλλιτεχνικές ζυμώσεις, την Ύδρα.

Η Ελλάδα πρώτη φορά στο Χόλιγουντ
«Σε εκείνον τον πρωινό καφέ με τον Γιάννη Γαβαλά συνειδητοποίησα ότι ενώ η Σοφία Λόρεν είχε πολλάκις μιλήσει στον διεθνή Τύπο για τις εντυπώσεις της από την Ύδρα, οι κάτοικοι που έζησαν από κοντά τα γυρίσματα και ορισμένοι εξ αυτών εργάστηκαν ως κομπάρσοι στην παραγωγή, δεν είχαν την ευκαιρία να καταθέσουν κάπου τις δικές τους αναμνήσεις», σημειώνει η Αμάντα, που δεν χάνει χρόνο. Επικοινωνεί με τον σκηνοθέτη και φίλο της, Αντώνη Σωτηρόπουλο, και του εξηγεί την ιδέα της ένα ντοκιμαντέρ που να μιλά για τα έργα και τις ημέρες της Σοφίας Λόρεν στην Ύδρα με μαρτυρίες όσων ήταν παρόντες εν τη γενέσει της ταινίας, αλλά και ιστορικούς και τοπικούς παράγοντες που μπορούν να αξιολογήσουν νηφάλια και αντικειμενικά την επίδραση της εν λόγω ξένης παραγωγής στην εξέλιξη της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας.
«Επρόκειτο για την πρώτη φορά που το Χόλιγουντ επιλέγει ως σκηνικό ταινίας του την Ελλάδα αλλά και για την πρώτη αγγλόφωνη ταινία της 22χρονης τότε Ιταλίδας ηθοποιού» υπενθυμίζει η κ. Πάλμερ. Ο δημιουργικός της οίστρος, το ταλέντο του Αντώνη Σωτηρόπουλου και της Γεωργίας Ανδρέου, οι γλαφυρές περιγράφες των Υδραίων, αλλά και οι τεχνικές δυνατότητες που προσφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη, οδήγησαν σε ένα μίνι ντοκιμαντέρ που δεν γίνεται να περάσει απαρατήρητο. Tο «Hydra & Sophia: echoes of a dolphin» (Ύδρα και Σοφία: η ηχός του δελφινιού) παρουσιάστηκε στο νησί σε έντονα συγκινησιακό κλίμα τον Οκτώβριο στο πλαίσιο του ArtCinema στην Ύδρα, ενώ αναμένεται να προβληθεί εκ νέου σε άλλα φεστιβάλ.
Η πρώτη συνάντηση με τη μεγάλη σταρ
Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε «Το παιδί και το δελφίνι» να γυριστεί στη Μύκονο, που είναι ήδη αρκετά γνωστή στο εξωτερικό, ωστόσο οι έντονοι άνεμοι, που πνέουν παραδοσιακά στο νησί θεωρήθηκαν σοβαρός ανασταλτικός παράγοντας, οπότε ο κινηματογραφιστής Βασίλης Μάρος, λάτρης της Ύδρας, υπέδειξε το νησί του Σαρωνικού ως καταλληλότερο κινηματογραφικό σκηνικό. Έτσι, λοιπόν, έφτασε η μεγάλη στιγμή και ο νεαρόκοσμος της Ύδρας περίμενε με ανυπομονησία την άφιξη της ομάδας παραγωγής.

«Μια δεκαριά φίλοι είχαμε κάνει σκασιαρχείο και είχαμε στηθεί στην αποβάθρα», διηγείται ο κ. Γαβαλάς, «κανείς μας δεν είχε δει εικόνα της Λόρεν προηγουμένως, είχαμε, βέβαια, ακουστά ότι ήταν καλλονή, αλλά έως τότε κάναμε μόνο εικασίες για την εμφάνιση της». Η ομάδα έφτασε με τις βάρκες, καθώς τότε δεν ήταν εφικτό να προσεγγίσει το πλοίο της γραμμής το λιμάνι. «Ρωτούσε ο ένας τον άλλον ‘αυτή είναι; ή η άλλη;’» συνεχίζει ο κ. Γαβαλάς κατά τη συνομιλία μας, 69 χρόνια αργότερα και πάλι στο λιμάνι της Ύδρας. «Η αλήθεια είναι ότι όταν αντιληφθήκαμε ποια τελικώς ήταν, απογοητευθήκαμε» ομολογεί, «ήταν κουρασμένη από το ταξίδι και ίσως αιφνιδιάστηκε από την υποδοχή».
Είχε, βέβαια, προηγηθεί μια άκρως επεισοδιακή άφιξη της Λόρεν στην Αθήνα, όπου την υποδέχθηκε ο Σπύρος Σκούρας μαζί με εκπροσώπους του κινηματογραφικού κόσμου και πλήθος θαυμαστών, οι όποιοι, σύμφωνα με τον Τύπο της εποχής «ώρμησαν ευθύς ως η Λόρεν εξήλθε του αεροπλάνου και εδημιούργησαν στενόν κλοιόν πέριξ της καλλιτέχνιδος εν τη προσπαθεία των να την ίδουν από κοντά».
Χρειάστηκε, μάλιστα, η παρέμβαση της αστυνομίας, για να διαφύγει η νεαρή σταρ. Η ίδια έχει παραδεχθεί δημοσίως ότι φοβήθηκε και ότι ποτέ έως τότε δεν είχε ζήσει κάτι παρόμοιο με θαυμαστές της.
Διακαής πόθος η selfie με τη Λόρεν
Η πρώτη, πάντως, εντύπωση, των Υδραίων, εν προκειμένω, δεν ήταν το ήμισυ του παντός. Η εικόνα της Λόρεν να περπατά στα σοκάκια, να ανεβαίνει στον μύλο, να ισορροπεί με δεξιοτεχνία πάνω σε βάρκες μαγνήτιζαν το βλέμμα των νησιωτών, πολλοί εκ των οποίων απέκτησαν τότε μια νέα καθημερινή απασχόληση, αυτή της παρακολούθησης των γυρισμάτων σε κάθε πλευρά του νησιού.
«Είχαμε συνηθίσει τα κορίτσια να είναι ντυμένα από την κορυφή έως τα νύχια, οπότε τα ντεκολτέ και η κορμοστασία της Λόρεν μας είχαν αναστατώσει», θυμάται ο κ. Γαβαλάς, «πολύ όμοια της ήταν και η σωσίας της, η Σίλα, που αναλάμβανε ως άλλη κασκαντέρ τις υποθαλάσεις σκηνές». Η νεαρή τότε ηθοποιός σταδιακά απέκτησε οικειότητα με τους ντόπιους, τους χαιρετούσε και συχνά φωτογραφιζόταν μαζί τους σε μια πρώιμη εκδοχή των selfies…

«Μας έλεγε εξαρχής αν εκείνη την ημέρα είχε διάθεση για φωτογραφίες ή όχι», αναφέρει ο κ. Γαβαλάς, που λίγο πριν την ολοκλήρωση της ταινίας πήρε το θάρρος να της ζητήσει να βγάλουν μαζί μια φωτογραφία. «Είχα μαζί μου έναν φίλο που διέθετε φωτογραφική μηχανή, δώρο από τον καπετάνιο πατέρα του, καθώς τότε ήταν κάτι το δυσεύρετο» σχολιάζει. Η Σοφία, που έκανε διάλειμμα, εκείνη την ημέρα δεν είχε διάθεση αλλά κατ’ εξαίρεση δέχεται να φωτογραφηθεί με τον Γιάννη. Παρά, ωστόσο, τις διαβεβαιώσεις του φίλου του, άπειρου επί της ουσίας φωτογράφου, αυτό το στιγμιότυπο δεν απαθανατίστηκε ποτέ. «Είναι κάτι που το έχω παράπονο, γιατί όλο το νησί τα επόμενα χρόνια είχε και από μια κοινή φωτογραφία» σχολιάζει ο ίδιος σήμερα.
Η καθημερινή παρακολούθηση των γυρισμάτων
Η ομάδα παραγωγής καταλύει στην «Υδρούσα» και άλλα, μικρότερα, ξενοδοχεία της περιοχής. Τρώνε καθημερινά στα ταβερνάκια του νησιού, όπως και στην Ξερή Ελιά που έμελλε να εξελιχθεί αργότερα στο αγαπημένο στέκι του Λέοναρντ Κοέν. Ο Στέφανος Δούσκος, 88 χρονών σήμερα, θυμάται ακόμα να σερβίρει τον Άλαν Λαντ, που είχε εξελιχθεί σε θαμώνα της ταβέρνας. «Με φωνάζε να του γεμίζω συνεχώς το ποτήρι, έπινε και έτρωγε σε εμάς κάθε ημέρα», λέει και στον φακό του ντοκιμαντέρ. Στα πιτσιρίκια που τρέχουν ενθουσιώδη πίσω από τους συντελεστές μοιράζονται καραμέλες, στους ενήλικες πάλι δίνονται μικροί ρόλοι κομπάρσων, εργατών και καπετάνιων, διασφαλίζοντας τους ένα πολύ αξιοπρεπές μεροκάματο. «Ήταν μεγάλη υπόθεση τότε ότι κάθε μέρα είχαν λεφτά στην τσέπη τους, ήταν πολύ χαρούμενοι γιατί επιπλέον παρακολουθούσαν κιόλας, μετά τα γυρίσματα μας κερνούσαν όλους», θυμάται ο κ. Γαβαλάς. «Τα πενηντάρικα για εμάς τότε ήταν υπολογίσιμα» προσθέτει ο κ. Δούσκος. Επιπλέον, είχαν μια πρώτη επαφή με την αγγλική γλώσσα, δεδομένου ότι τότε στα ελληνικά γυμνάσιο διδάσκονταν τα γαλλικά.
«Έχω δει τη Λόρεν να κλαίει»
Τα γυρίσματα, βέβαια, ήταν ιδιαίτερα απαιτητικά για την πρωταγωνίστρια. «Έχω δει τη Λόρεν να κλαίει, ήμουν εδώ σε ένα σοκάκι και ο σκηνοθέτης της ζητούσε ξανά και ξανά να επαναλαμβάνει μια σκηνή», διηγείται ο κ. Γαβαλάς, «ήθελε και εκείνη να δώσει τον καλύτερο εαυτό της, αλλά κάπου έσπασε». Αξιοσημείωτη βρίσκει η κ. Πάλμερ και μια άλλη λεπτομέρεια, που συνδέεται με το γνωστό τραγούδι «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη». «Η Λόρεν είχε ακούσει τον Τώνη Μαρούδα να το τραγουδάει σε μια ταβέρνα στον Πειραιά και, με δική της έμπνευση και επιμονή, αποφάσισε να το μάθει και να το τραγουδήσει στα ελληνικά – παρόλο που θα ήταν πολύ πιο εύκολο να το μεταγλωττίσει» αναφέρει η κ.Πάλμερ μια άγνωστη πτυχή της ιστορίας, που την άγγιξε ιδιαίτερα.
«Το πάθος και η αφοσίωση που έδειξε η 22χρονη Σοφία Λόρεν ήταν αξιοθαύμαστα» προσθέτει η ίδια, «μου διηγήθηκαν, επίσης, ότι νεαρά κορίτσια στην Ύδρα έβγαιναν κρυφά, παραβιάζοντας την τότε απαγόρευση κυκλοφορίας, για να την ακούσουν και να καθίσουν έξω από το σπίτι όπου έπαιρνε μαθήματα τραγουδιού. Παρά την αντίθετη άποψη του περιβάλλοντος της, εκείνη επέμεινε να το μάθει». Η ερμηνεία της, σύμφωνα με την Αμάντα Πάλμερ, συγκαταλέγεται στα highlights της ταινίας. «Η Σοφία Λόρεν φαινόταν να είναι μπροστά από την εποχή της: ως Ιταλίδα, ήθελε να τιμήσει πραγματικά την εικόνα της Ελληνίδας και της μεσογειακής γυναίκας, σεβόμενη την ελληνική γλώσσα και τον πολιτισμό, υποδυόμενη μια γυναίκα με ισχυρή βούληση».
Η ίδια σκοπεύει σε επικείμενο ταξίδι της στο Λος Άντζελες να προσεγγίσει την οικογένεια της 91χρονης σήμερα Λόρεν και να τους δείξει το ντοκιμαντέρ. Η ίδια νιώθει ότι χρωστάει στη Λόρεν και την ανάδειξη της Ύδρας, που εξελίχθηκε σε ένα διεθνές «καλλιτεχνικό καταφύγιο».
Η ανοιχτή πρόσκληση για μια δεύτερη επίσκεψη
Η αμερικανική ομάδα παραγωγής «ξεχειμωνιάζει» στο νησί και αποχωρεί πλέον στις αρχές του 1957. Στη Ύδρα επικρατεί μελαγχολία, όπως όταν ξυπνά κανείς απότομα από ένα όμορφο όνειρο. Σιγά σιγά, όμως, και αφού η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους, αρχίζουν να καταφθάνουν στην πατρίδα μας οι πρώτοι… σινεφίλ τουρίστες. «Ήδη το 1959 και 1960 άρχισαν να μας ζητούν δωμάτια ξένοι ταξιδιώτες», θυμάται ο κ. Γαβαλάς, ο οποίος πάντοτε περιμένει μια δεύτερη επίσκεψη της μεγάλης σταρ στο νησί. «Ο κόσμος δεν ξεχνά την ημέρα που πάτησες το λιθόστρωτο λιμάνι της Ύδρας. Αυτή η ημέρα του 1956 θα μείνει αξέχαστη», γράφει ο ίδιος σε ποίημα του προς την Ιταλίδα ηθοποιό, στην οποία απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση. «Σαν το αηδόνι του δειλινού σε περιμένουμε στην πέτρινη Ύδρα να τραγουδήσουμε παρέα το μυστήριο της αγάπης “Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη”. Ντύσου τη δύναμη της ψυχής σου Σοφία και σαν θαραλλέα όπως πάντα δέξου το κάλεσμα μας».

