Δύο νεαροί μηχανόβιοι επιταχύνουν με θόρυβο περνώντας από μπροστά μας, πριν χαθούν πίσω από μια συστάδα πεύκων. Με το πρόσωπο στραμμένο προς τον χειμωνιάτικο ουρανό βγάζουν κραυγές χαράς, με τον παρατεταμένο ήχο της εξάτμισής τους να σπάει την ηρεμία γύρω μας. Είμαστε στον Υμηττό, στα 525 μ. υψόμετρο, και ετοιμαζόμαστε να χτυπήσουμε την πόρτα της Μονής Αστερίου, ενός από τα πολλά μοναστήρια του (εννέα τον αριθμό), οι προσευχές των οποίων «κυκλώνουν το κλεινόν άστυ», όπως μας εξηγεί λίγο αργότερα ο πατήρ Αλέξιος. Ήρθε εδώ το 2013, όταν το μοναστήρι ήταν εγκαταλελειμμένο (θυμάται τις νυχτερίδες που είχαν φωλιάσει), και μαζί με άλλους δύο μοναχούς τελούν καθημερινή λειτουργία. «Ο Υμηττός είναι το Άγιον Όρος της Αθήνας», αναφέρει χαρακτηριστικά στην παρέα μας και μας καλεί στο εσωτερικό.

Εάν κάποιος επισκεφθεί τις πολύ πρωινές ώρες τη μονή που είναι κρυμμένη ανάμεσα στις φυλλωσιές, θα πάρει μέρος στην ακολουθία. Όσοι γυρεύουν όμως να προσευχηθούν είναι μόνο ένα κομμάτι από αυτούς που θα επιλέξουν το βουνό για να ξεφύγουν από την πόλη. O Υμηττός υποδέχεται στα σπλάχνα του καθημερινά πολλές κι ανομοιογενείς φυλές της πόλης: οικογένειες που κάνουν πικνίκ, μαθητές που περπατούν με τους δασκάλους τους σε βατά μονοπάτια, μεσήλικους δρομείς που αναζητούν μια γερή δόση αδρεναλίνης στην απότομη αύξηση των παλμών και στο ανισοσκελές έδαφος, Gen Z ποδηλάτες βουνού που βρίσκουν στις πλαγιές αυτές την ιδανική πίστα για downhill ή άλλους που μετατρέπουν το δάσος σε ησυχαστήριο για γιόγκα. «Αυτή είναι η ψυχοθεραπεία μας», μας είπαν δύο νεαροί που είχαμε συναντήσει νωρίτερα βγαίνοντας από το μονοπάτι που θα μας οδηγούσε στη μονή. Φορούσαν κράνη και ετοιμάζονταν να ξεχυθούν ορμητικά στα χωμάτινα μονοπάτια. Ένας μικρόκοσμος λοιπόν, αυτό είναι ο Υμηττός, ένα κομμάτι του ορεινού μεσογειακού τοπίου, στο οποίο αποκρυσταλλώνεται για τον καθένα ο τύπος της διαφυγής που συμβαδίζει πιο πολύ με τον δικό του χαρακτήρα.
«Ο Υμηττός είναι το Άγιον Όρος της Αθήνας», αναφέρει ο πατήρ Αλέξιος στη Μονή Αστερίου.
Αυτό που αναζητούσαμε εμείς πάντως σήμερα, ξεκινώντας μαζί με τον Γιάννη Φρυδάκη, υπεύθυνο της ομάδας Trekking Hellas Athens, και τους συνοδούς βουνού Σταμάτη Σωτήρχο και Γιώργο Καρβελά (οι οποίοι ανέλαβαν να μας οδηγήσουν σε μια σύνθεση μονοπατιών διαφορετική από αυτές που επιλέγονται συνήθως από τους επισκέπτες), ήταν αυτό που ενώνει ίσως κάθε Αθηναίο που επρόκειτο να συναντήσουμε στη διαδρομή μας: μια ανάσα καθαρού οξυγόνου.
Η ιστορία του βουνού

«Ο ναός χτίστηκε από τον Όσιο Λουκά τον Στειριώτη, και οι τέσσερις αρχαίοι κίονες πάνω στους οποίους είναι χτισμένος δείχνουν ότι αυτό έγινε πάνω στα ερείπια του διδασκαλείου του φιλοσόφου Διοδώρου», μας λέει ο πατήρ Αλέξιος στο εσωτερικό της μονής και στη συνέχεια μας δείχνει μια σειρά από γκραβούρες του 1700 που φιλοτεχνήθηκαν στα Ιεροσόλυμα. Στην παρέα μας δεν αργούν να έρθουν και δύο σκυλιά, που εμφανίζονται πίσω από ένα παρτέρι με ανθισμένα λουλούδια. Στέκονται για μια στιγμή απέναντι και μας παρατηρούν σιωπηλά με τα γαληνεμένα μάτια τους. Σκέφτομαι πως ίσως να μην έχουν δει ποτέ το χάος στους δρόμους της πόλης.
«Στον ομφαλό του ναού υπάρχει υπόγεια κρύπτη που οδηγούσε (τώρα έχει πέσει) στη Μονή Καισαριανής και από εκεί στην Ακρόπολη Αθηνών. Το μοναστήρι πάνω από την τράπεζα είχε τριώροφο αμυντικό πύργο και υπήρχε κρυφό σχολειό· οι μοναχοί έβλεπαν από τον πύργο εάν έρχονταν Τούρκοι και φυγάδευαν τα παιδιά για να μην εξισλαμιστούν», εξηγεί. Μέχρι το 1753 το μοναστήρι ήταν σταυροπηγιακό, ανήκε κατευθείαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το 1833, με διάταγμα του Όθωνα, λόγω του ότι είχε λιγότερους από πέντε μοναχούς, καταργήθηκε ως μονή και συγχωνεύτηκε με τη Μονή Πετράκη.

Το 1897, το μοναστήρι βρισκόταν σε πλήρη παρακμή· κάηκε, καθηλώθηκε, ενώ με την ανακαίνιση του 1930 έγινε ισόγειο. Μας λέει πως το 1958 η βασίλισσα Φρειδερίκη, μετά τον θάνατο του Παύλου, πήρε το μοναστήρι και το έκανε εξοχική κατοικία της ύστερα από παρεμβάσεις, ενώ τότε έφυγαν και τρεις μοναχές που ήταν εδώ.
Οι οδοιπόροι που περνούσαν την πόρτα της μονής ζεσταίνονταν κι έτρωγαν, εξομολογούνταν, συμβουλεύονταν τους πατέρες ή συμμετείχαν σε ακολουθίες. Στον Υμηττό υπήρχαν πολλοί λαγοί και η βασιλική οικογένεια, μετά το άνοιγμα του δρόμου από τον στρατό το 1959, έκανε εδώ τις εξορμήσεις της για να κυνηγήσει. Σήμερα είναι αρκετοί αυτοί που περνούν από εδώ για να προσκυνήσουν, μας εξηγεί ο πατήρ Αλέξιος και σε λίγο μας οδηγεί στο πίσω μέρος της μονής, όπου μας δείχνει τα μελίσσια που συντηρούν. «Οι μοναχοί ασχολούνταν πάρα πολύ με το μέλι, τα μελίσσια είναι το παλιό εργόχειρο του μοναστηριού, το Υμήττειο μέλι ήταν το καλύτερο. Μέχρι σήμερα προσπαθούμε να αναζωογονήσουμε αυτά τα διακονήματα, είναι κάτι που μας θυμίζει τους παλιούς πατέρες που εργάζονταν εδώ».
Μια καστροπολιτεία μυρμηγκιών

Ήταν ακόμα νωρίς το πρωί όταν ο Γιώργος έσκυψε για να μας δείξει ένα ιδιαίτερο μανιτάρι, το λυκοπένιο. «Αρκεί μία σταγόνα βροχής να σκάσει πάνω του για να απελευθερώσει από τους πόρους του μια σκόνη», μας λέει. Την επόμενη στιγμή το αγγίζει κι εμείς, που είμαστε σκυμμένοι πάνω του, βλέπουμε τον καπνό να ταξιδεύει. Λίγο πιο δίπλα ανακαλύπτουμε μια καστροπολιτεία μυρμηγκιών, έξι και επτά φωλιές η μία δίπλα στην άλλη. Ένας δρομέας που περνά από μπροστά της, αγνοώντας την ύπαρξή της, μας χαιρετά κατηφορίζοντας στο μονοπάτι. «Στο βουνό υπάρχουν γραπτοί και άγραφοι νόμοι», λέει ο Σταμάτης. Το να χαιρετάς τους περαστικούς που συναντάς είναι ένας από αυτούς. Γεννιέται όμως εδώ στη φύση και μια ανάγκη πηγαία, ίσως ανεξήγητη, να επικοινωνήσεις με ευγένεια με αυτόν που θα βρεθεί στον δρόμο σου. Μια οικεία φιγούρα στο ανεξερεύνητο ακόμη μονοπάτι.
Ο Πύργος της Ανθούσας ή Κούλα Υμηττού ξεχωρίζει σε λίγο μπροστά μας. Γνωστός με το τουρκικό αυτό όνομα, είναι ερειπωμένος από το 1722. Λίγα είναι γνωστά γι’ αυτόν, σίγουρα δεν είναι βυζαντινός, μάλλον ούτε και φράγκικος. Η τεχνοτροπία του παραπέμπει μάλλον στην Οθωμανική περίοδο. Αυτή η εκδοχή ενισχύεται και από το όνομά του. Οι συνοδοί μας μας εξηγούν πως κατά πάσα πιθανότητα ήταν ένας από τους πολυάριθμους τουρκικούς κουλέδες που χτίστηκαν μέχρι τον 18ο αιώνα σε όλη την Ελλάδα, είτε για να επιβλέπονται τα τσιφλίκια, είτε ως κατοικίες αγάδων, είτε για στρατιωτικούς σκοπούς.

Τον αφήνουμε πίσω και μπαίνουμε σε ένα δρομάκι που πρόκειται να μας οδηγήσει στο διάσελο του ΟΤΕ (οφείλει την ονομασία του στον παλιό σταθμό αναμετάδοσης). Τα μονοπάτια στα οποία μπαίνουμε έχουν ελιγμούς και υψομετρικές διαφορές. Πού και πού συναντάμε πεύκα που είναι πεσμένα κάτω. «Ένα δέντρο υφίσταται τα καιρικά φαινόμενα – βροχές, ανέμους, καταιγίδες, χιόνια, αρρώστιες. Εάν κάτι από αυτά το πετύχει σε αδύναμη κατάσταση, το σπάει, πέφτει και τελικά αρχίζει και σαπίζει και γίνεται χώμα», λέει ο Γιώργος, τρίβοντας τα απομεινάρια ενός πεύκου στην παλάμη του. Όπως λέει, είναι μια μορφή φυσικής ανακύκλωσης. Η ξηρασία όμως, που έχει επηρεάσει με εμφανή τρόπο τα δέντρα γύρω μας, οφείλεται, όπως αναφέρει, και στην κλιματική αλλαγή. Αυτή δίνει περισσότερο χρόνο ζωής και δράσης σε κάποιους φυσικούς εχθρούς του δέντρου. Ο Γιώργος μάς εξηγεί πως ένα έντομο που δεν μπαίνει σε κατάσταση διαχείμασης έχει περισσότερο χρόνο για να συνεχίσει το έργο του, κάτι που επηρεάζει και το δέντρο. Η έλλειψη βροχοπτώσεων παίζει επίσης τον ρόλο της, με τα έλατα να επηρεάζονται και αυτά, εκτός των άλλων ειδών, στις μέρες μας.

Σε λίγο η γειτνίαση μιας αψάκας και ενός φασκόμηλου τραβά την προσοχή μας. Το ένα είναι αλλεργιογόνο, ενώ το άλλο αγαπημένο βότανο. Παραδίπλα υπάρχει και ένα αγριοθύμαρο. Η οσμή του αρκεί για να αφυπνίσει στιγμιαία το αισθητήριό μας και να μας κάνει να χαμογελάσουμε ασυναίσθητα πριν συνεχίσουμε στο μονοπάτι. «Ο Υμηττός έχει περισσότερα από 40 είδη άγριας ορχιδέας, έχει από τις μεγαλύτερες πυκνότητες σε σχέση με το μέγεθός του», λέει ο Γιάννης. Αυτό που τον κάνει όμως να σταματήσει και να μας φωνάξει δίπλα του είναι ένα σπαράγγι που αψήφησε τους νόμους των εποχών και με κάποιον μαγικό τρόπο αποφάσισε να παρατείνει τη δική του άνοιξη και να κάνει την εμφάνισή του στη διαδρομή μας.

Ο Υμηττός είναι το τρίτο σε υψόμετρο βουνό στο Λεκανοπέδιο, με κορυφή στα 1.026 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας – πρώτη είναι η Πάρνηθα (1.413 μ.), δεύτερη η Πεντέλη (1.109 μ.). Η ανατολική πλευρά κοιτάζει στο αεροδρόμιο και στα δυτικά βρίσκεται όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής. Δεξιά, βόρεια-βορειοανατολικά, η Πεντέλη· ευθεία βόρεια, η Πάρνηθα. «Με καθαρό καιρό μπορούμε να δούμε και τις κορυφές του Παρνασσού», λέει ο Γιώργος.
Το βουνό μεταμορφώνεται
Ο καιρός είναι καθοριστικός για την εμπειρία που θα έχει ένας πεζοπόρος στο βουνό. Μπορεί να μεταμορφώσει κάθε κομμάτι της όψης του. «Το βουνό σού προσφέρει κάθε στιγμή κάτι διαφορετικό. Ένα λεπτό αργότερα μπορεί να αποκτήσεις μια εντελώς διαφορετική εικόνα από αυτήν που είχες συναντήσει μέχρι τότε. Η ομίχλη, το φως, η βροχή, το ψιλόβροχο, η συννεφιά, το χιονισμένο πεδίο· όλα παίζουν ρόλο σε αυτό», λέει ο Γιώργος. Μου εξηγεί ότι κάθε φορά που φέρνει κόσμο για ξεναγήσεις, η ενέργεια του βουνού ενώνει εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους. «Η αντίδρασή τους είναι ένα χαμόγελο, ένα βουρκωμένο βλέμμα», αναφέρει. «Λένε: “Τι έχανα τόσο καιρό!”». Θυμάται την αντίδραση μιας δασκάλας κατά τη διάρκεια μιας πεζοπορίας με μαθητές. Τα παιδιά σκόνταφταν στο μονοπάτι. «Μπράβο», έλεγε. «Να μάθουν να περπατάνε».

Όταν φτάνουμε στο διάσελο του ΟΤΕ, διαλέγουμε τη στροφή που θέλουμε να πάρουμε. Αποφασίσαμε να αφήσουμε για μετά την κόψη –το σημείο από όπου θα θαυμάζαμε αργότερα μια θέα που απλώνεται από τον Πειραιά μέχρι τα Μεσόγεια και το αεροδρόμιο– και επιλέξαμε να συμπεριλάβουμε στη διαδρομή μας πρώτα το Κορακοβούνι. Λίγο πριν βγούμε από τα δέντρα, οι φυλλωσιές των οποίων μας έκρυβαν τον ήλιο, συναντήσαμε έναν «κούκο» – πέτρες στοιβαγμένες η μία πάνω στην άλλη. «Όταν δεν υπήρχε σηματοδότηση στο βουνό, φτιάχναμε τους κούκους για τον σκοπό αυτόν», λέει ο Χρήστος και εξηγεί πως το όνομά τους προέρχεται από το όνομα της πρώτης ορειβατικής ομάδας στη χώρα. Στο χέρι του Γιώργου βλέπουμε έναν κούκο ζωγραφισμένο με μελάνι.
Πλησιάζουμε τώρα στην κορυφή και μικρά πεύκα απλώνονται γύρω μας. «Ξαναγεννιούνται», λέει ο Γιώργος, δείχνοντας ένα χαμηλό δέντρο, και αναφέρει πως το 2008 υπήρξε μια φωτιά που έκαψε ένα κομμάτι του βουνού μέχρι εδώ, ευτυχώς χωρίς να προχωρήσει. «Το πεύκο έχει έναν υπέροχο μηχανισμό να αναδασώνεται», λέει. «Έχει εγκλιματιστεί τόσο πολύ με την πυρκαγιά, που έχει καταπληκτική αναπαραγωγική δραστηριότητα», εξηγεί. Ένα πεύκο που κάηκε από φωτιά αναπαράγεται στα 15 χρόνια. «Σε μια φωτιά υπάρχουν κουκουνάρια που δεν καίγονται και σκάνε· μέσα σε τρεις μέρες από τη φωτιά, ανοίγουν και βγάζουν σπόρο». Λέει πως την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά, ξυπνούν ανενεργοί σπόροι μέσα από τη γη, σπόροι 80-90 ετών.

Εκείνη τη στιγμή διαπιστώνουμε ότι πίσω του, στην κορυφή αυτή των 728 μέτρων, ξεχωρίζει μια πέτρινη κατασκευή. Δύο νεαροί μάς χαιρετούν από το σημείο εκείνο. Ξεκίνησαν από τον Άγιο Ιωάννη με σκοπό να φτάσουν μέχρι την Τερψιθέα, σε μια διαδρομή τουλάχιστον έξι ωρών. Πίσω τους, κάποιοι έχουν χαράξει με μολύβι και στιλό πάνω στις πέτρες τα ονόματά τους. «Το μόνο που πρέπει να αφήσεις πίσω στο βουνό είναι τα ίχνη σου», λέει ο Γιώργος κουνώντας το κεφάλι του με απογοήτευση και μένουμε για λίγο όλοι σιωπηλοί. Είναι από αυτές τις λιγοστές στιγμές πληρότητας όπου βασιλεύει μόνο το βλέμμα. Μεσημέρι και ο ήλιος χτυπά από τη μια τα Μεσόγεια και από την άλλη όλο το Λεκανοπέδιο. Τα βράδια μπορεί κανείς να δει από εδώ τα φώτα της πόλης να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι, όμως τα παιχνίδια του φωτός που ξεγελούν τα σύννεφα αυτό το χειμωνιάτικο πρωινό, μας αρκούν. Τη στιγμή αυτή την έχουμε άλλωστε κερδίσει. Την επόμενη φορά, ίσως τα πάντα γύρω μας να είναι αλλιώτικα, αφού το βουνό έχει μια μοναδική ικανότητα: μεταμορφώνεται κάθε φορά που το επισκέπτεσαι.

ΔΙΑΔΡΟΜΗ: Ξεκινήσαμε από το Πυροφυλάκιο «Δημήτρης Καραμολέγκος» στην Καισαριανή, συναντήσαμε τον Πύργο της Ανθούσας, ανεβήκαμε στο Κορακοβούνι και αγγίξαμε την κορυφογραμμή του Υμηττού, πριν καταλήξουμε στη Μονή Αστερίου, διανύοντας 10,5 χλμ. σε μια διαδρομή μέτριας δυσκολίας (5 ώρες) με μέγιστο υψόμετρο τα 834 μέτρα.
Η ομάδα της Trekking Hellas Athens οργανώνει πεζοπορίες τόσο σε γειτονιές της πόλης όσο και στον Υμηττό. Περισσότερα στο trekking.gr

