Χόλι Μπρίκλεϊ: «Η μουσική κάνει τη μιζέρια ανεκτή»

Χόλι Μπρίκλεϊ: «Η μουσική κάνει τη μιζέρια ανεκτή»

Μια συζήτηση με την Καναδή συγγραφέα για το μπεστ σέλερ μυθιστόρημά της που είναι γεμάτο μουσική –θυμίζοντας το «High Fidelity»–, για όσα τής λείπουν από τα ’00s και για τους δίσκους που θα έπαιρνε μαζί της σε ένα απομονωμένο νησί

7' 47" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο νέος Νικ Χόρνμπι είναι γυναίκα. Αυτό είναι το πλέον ασφαλές δημοσιογραφικό κλισέ που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς για να «πουλήσει» τη Χόλι Μπρίκλεϊ. Τα Κρυφά Διαμάντια γυρνάνε τον χρόνο πίσω στην καρδιά των μουσικών ’00s, του νεοϋορκέζικου εναλλακτικού «μπαμ» με μπάντες σαν τους Strokes και της ευρύτερης indie άνθησης: από τη γουστόζικη εσωστρέφεια των Neutral Milk Hotel έως τις χορευτικές απολήξεις του electroclash. Αλλά και της εποχής που τα μουσικά περιοδικά και τα blogs βρίσκονταν στις επάλξεις και τα τραγούδια κατέβαιναν με το πάσο τους σε mp3, πριν γλιστρήσουν στην τσέπη σε ένα iPod. Εκεί συναντάμε την Πέρσι, φοιτήτρια του Μπέρκλεϊ (όπως υπήρξε και η Χόλι Μπρίκλεϊ, πριν συνεχίσει στο Κολούμπια για το μάστερ στη λογοτεχνία) και μουσικοκριτικό, που κατά βάθος θα ήθελε να έχει ταλέντο στη μουσική. Τελικά, η ηρωίδα έρχεται λίγο πιο κοντά στο όνειρό της όταν συναντά τον μουσικό Τζο και γίνεται… «ghost writer» των στίχων του. Η έκβαση από εκεί και πέρα έχει τις ρομαντικές αναταράξεις που αναμένει κανείς από ένα «rom com» ποπ μυθιστόρημα. Και το κάνει μέσα σε ένα σκηνικό στο οποίο η μουσική παραμένει κάθε στιγμή η πρωταγωνίστρια: είναι η εμμονή της Πέρσι, η κινητοποιός δύναμη, το απόλυτο εισιτήριο της νοσταλγίας προς την τελευταία εποχή που το κινητό μας δεν είχε ακόμη όλες τις απαντήσεις.

Το λογοτεχνικό ντεμπούτο της Καναδής συγγραφέως έχει ήδη τοποθετηθεί στα ράφια των ελληνικών βιβλιοπωλείων (από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), ενώ, στον δρόμο που χάραξαν και τα βιβλία του Νικ Χόρνμπι (που, όπως ήταν αναμενόμενο, συγκαταλέγεται στις επιρροές της), ετοιμάζεται και για τη μεγάλη οθόνη. Το κινηματογραφικό Deep Cuts, όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος, θα είναι μια παραγωγή της A24 και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους θα αναλάβουν η Σίρσα Ρόναν και ο Όστιν Μπάτλερ. Ζητήσαμε από τη συγγραφέα να μας συστηθεί, μιλώντας για τη γέννηση του πρώτου της βιβλίου και τις αιώνιες αγάπες της που κρύβονται σε κάθε του σελίδα. 

Διαβάζοντας κανείς το βιογραφικό σου, θα έλεγε πως το βιβλίο έχει μια σαφή αυτοβιογραφική διάσταση. Ήθελες να αφηγηθείς τη δική σου ιστορία; 

Είναι αυτοβιογραφικό κυρίως στον βαθμό που ήθελα να εξερευνήσω δύο αληθινά στοιχεία μου: τη ζήλια μου για τους μουσικούς και την τελειομανία μου. Θεώρησα πως αυτά θα ήταν ενδιαφέροντα σημεία για έναν χαρακτήρα και θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως εμπόδια σε μια ιστορία αγάπης. Αλλά η ιστορία είναι απόλυτα μυθοπλαστική, από την πρώτη της σκηνή και τον διάλογο που ανοίγει το βιβλίο. Αν γκουγκλάρεις βέβαια το όνομά μου, η πρώτη αναζήτηση που βγαίνει είναι «σύζυγος της Χόλι Μπρίκλεϊ» – ο κόσμος πιστεύει ότι είναι ο Τζο! 

Σκεφτόμουν πως τα Κρυφά Διαμάντια είναι ένα βιβλίο που συνδυάζεται με το Meet Me In The Bathroom της Λίζι Γκούντμαν και την εξιστόρηση της μουσικής σκηνής της Νέας Υόρκης στα ’00s. Φανταζόμουν κάποια σαν την Πέρσι ως τον μέσο φαν εκείνων των συγκροτημάτων. Μελέτησες καθόλου αυτή την περίοδο ή όλα ήρθαν βιωματικά;

Ήξερα ότι ήθελα να γράψω για τους νέους και η δεκαετία του 2000 ήταν η εποχή που ήμουν νέα, οπότε ξεκίνησα από εκεί. Στις επιλογές των τραγουδιών κατευθύνθηκα από την ιστορία, από όσα έκαναν οι χαρακτήρες και ποιες κινήσεις τους ήθελα να διευκολύνω. Κάποιες φορές, ναι, ήταν τα τραγούδια του Meet Me In The Bathroom, κάποιες άλλες ήταν ραδιοφωνικά χιτ όπως το Hey Ya (σ.σ. των Outkast) ή κομμάτια της παιδικής μου ηλικίας, όπως το The Heart of the Matter του Ντον Χένλεϊ ή το Total Hate των No Doubt. Οι μόνες παράμετροι που έβαλα στον εαυτό μου, πέρα από το να μη χρησιμοποιήσω τίποτα που βγήκε μετά το 2008, ήταν να μου αρέσουν. Το βιβλίο είναι ένα έργο αγάπης με κάθε έννοια. 

Αγαπάς τη μουσική, οπότε πώς και αποφάσισες να εκφράσεις αυτή σου την αγάπη με ένα μυθιστόρημα και όχι μέσα από στίχους, όπως κάνει η ηρωίδα του βιβλίου;

Αγαπώ τη μουσική, μα περισσότερο τη μυθοπλασία. Αυτό είναι κάτι στο οποίο διαφέρουμε με την Πέρσι. Πάντα είχα εμμονή με τα μυθιστορήματα και, σε αντίθεση με τη μουσική, ανακάλυψα από νωρίς πως είχα έφεση στο γράψιμο. Διάβασα το High Fidelity στο λύκειο και θυμάμαι καθαρά να σκέφτομαι: «Οκέι, να κάτι που μπορώ να κάνω και συνδυάζει τα δύο πράγματα που αγαπώ περισσότερο». Μου πήρε κάποιες δεκαετίες να καταλάβω πώς να το κάνω με πρωτότυπο τρόπο, αλλά ήταν από τότε ο σκοπός μου. 

Πάντως, αν είχες ένα μαγικό ραβδί, θα εξακολουθούσες να θέλεις να είσαι συγγραφέας ή θα προτιμούσες να είσαι μουσικός; 

Ω Θεέ μου, πολύ δύσκολη ερώτηση! Πριν από λίγα χρόνια, η απάντηση θα ήταν εύκολη, θα με έκανα μουσικό χωρίς σκέψη. Η μουσική ενώνει περισσότερους ανθρώπους και με έναν πιο ενστικτώδη τρόπο, ενώ η διαδικασία μοιάζει πολύ πιο κοινωνική και διασκεδαστική. Αλλά τώρα; Νομίζω θα κρατήσω το γράψιμο. Πέρασα τέλεια γράφοντας τα Κρυφά Διαμάντια και σχεδόν κάθε μέρα παίρνω κάποιο μήνυμα από αναγνώστη που μου λέει πόσο συνδέθηκε με το βιβλίο. Επιπλέον, μου αρέσουν η ησυχία και η απομόνωση του γραψίματος, ενώ ικανοποιούμαι και κοινωνικά μέσα στη συγγραφική κοινότητα. Μόλις επέστρεψα από ένα φεστιβάλ βιβλίου και, πιστέψτε με, αυτά τα «φυτά» ξέρουν να περνάνε καλά.

Πέρα από τη μουσική, το βιβλίο αγγίζει και κάποια ζητήματα που πίσω στα ’00s δεν αντιμετωπίζονταν όπως σήμερα: από τους trendsetters που εξελίχθηκαν σε influencers μέχρι τον τρόπο που μια γυναίκα νιώθει τα όρια πάνω στο σώμα της. Κοιτώντας λοιπόν πίσω σε εκείνη τη δεκαετία, είναι μια περίοδος που βλέπεις με νοσταλγία ή και με σκεπτικισμό; 

Και τα δύο. Σχετικά με τη νοσταλγία, είναι τόσο έντονη για εκείνη την περίοδο, που πολλές φορές βιώνω τη λαχτάρα και σωματικά, με πόνο. Νοσταλγώ πολύ την τεχνολογία της εποχής, για μένα το πικ ήρθε στην εποχή του iPod: όταν μπορούσες να κουβαλάς χιλιάδες τραγούδια στην τσέπη σου, αλλά όχι σε μια συσκευή στην οποία το αφεντικό σου μπορούσε να σου στείλει μέιλ. Όταν ο αλγόριθμος δεν σου έδειχνε fake news. Το ίντερνετ ήταν αρκετά καλό στο να μας βοηθάει να επικοινωνούμε και να οργανωνόμαστε, αλλά έμενε στο σπίτι και δεν επηρέαζε τον τρόπο που επικοινωνούσαμε έξω από αυτό. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που το βιβλίο σταματά στο 2008, μαζί με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές εκείνης της χρονιάς: τότε όλοι απέκτησαν smartphone και όλα έγιναν χάλια. Από την άλλη, υπάρχει μια σεξουαλική παρενόχληση στο βιβλίο που πιθανότατα δεν θα συνέβαινε στην εποχή των smartphones. Τώρα υπάρχει μεγαλύτερη λογοδοσία. Τα ’00s ήταν μια εποχή αχαλίνωτου μισογυνισμού, που γινόταν χειρότερος από το γεγονός ότι κανείς δεν μιλούσε γιατί ο φεμινισμός δεν ήταν της μόδας. Εγώ και οι παρέες μου βλέπαμε τις φεμινίστριες σαν «σκονισμένα κειμήλια», που τώρα καταλαβαίνω πως επρόκειτο για ψευδαίσθηση. Για να μην πω για το σύμπτωμα του δικού μας εσωτερικευμένου μισογυνισμού. 

«Νοσταλγώ πολύ την τεχνολογία της εποχής (…) όταν μπορούσες να κουβαλάς χιλιάδες τραγούδια στην τσέπη σου, αλλά όχι σε μια συσκευή στην οποία το αφεντικό σου μπορούσε να σου στείλει μέιλ». 

Το να γράφεις για μουσική νιώθω πως αποκτά μια όλο και πιο αποδυναμωμένη θέση στη σημερινή κουλτούρα, το βλέπω και από τον εαυτό μου, συχνά πρέπει να βρίσκω τρόπους να ανανεώνω τη σχέση μου μαζί της. Είναι κάτι που αισθάνεσαι και εσύ όσο μεγαλώνεις, αποκτάς παιδιά, κ.λπ.; Και είναι το γράψιμο των Κρυφών Διαμαντιών ένας τρόπος να διασφαλίσεις αυτό το πάθος; 

Ναι, έτσι νιώθω. Δεν έχω πια τον χρόνο ή την ενέργεια να ψάχνω καινούργια μουσική και συχνά πιάνω τον εαυτό μου να ακούει τα ίδια και τα ίδια. Πρέπει να μου προτείνουν πολλές φορές μια μπάντα –όπως έγινε πρόσφατα με τους Geese– πριν όντως την ακούσω. Είναι πάντα ανακουφιστικό να κολλάω με νέα μουσική – ουφ, σημαίνει ότι είμαι ακόμη εγώ!

Χόλι Μπρίκλεϊ: «Η μουσική κάνει τη μιζέρια ανεκτή»-1Θα δούμε σύντομα τα Κρυφά Διαμάντια και στη μεγάλη οθόνη, από την A24. Ποιες είναι οι προκλήσεις και οι σκέψεις όταν βλέπεις τις λέξεις σου να γίνονται εικόνες; 

Είμαι εκτελεστική παραγωγός στην ταινία και η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η ίδια με κάθε μεταφορά: τι να κόψεις. Γιατί προφανώς δεν μπορεί να είναι μια τετράωρη ταινία. Αλλά ο σκηνοθέτης Σον Ντέρκιν έκανε κάποιες πολύ έξυπνες επιλογές συμπιέζοντας την υπόθεση χωρίς να χαθεί το πνεύμα της ιστορίας. Και αυτό είναι φοβερό να το βλέπεις. 

Η Πέρσι έχει τη δική της «ιερή» μουσική, αλλά ποια είναι τα βιβλία και τα άλμπουμ που εσύ θα έπαιρνες σε ένα ερημικό νησί; 

Θα χρειαζόμουν τουλάχιστον δέκα άλμπουμ του Έλβις Κοστέλο, αλλιώς θα προτιμούσα να πνιγώ στις ακτές αυτού του νησιού. Θα έπαιρνα και το Abbey Road των Beatles, το Blue της Τζόνι Μίτσελ, το Night Beat του Σαμ Κουκ, ίσως και το Punisher της Φίμπι Μπρίντζερς. Τα βιβλία θα ήταν το High Fidelity του Νικ Χόρνμπι, το Κανονικοί άνθρωποι της Σάλι Ρούνεϊ και το A Feather on the Breath of God της Σίγκριντ Νούνιεζ.

Αδύνατο να μη σε ρωτήσω, λοιπόν, τι θα απαντούσες στο ερώτημα που θέτει ο Νικ Χόρνμπι στο High Fidelity: «Τι προηγήθηκε, η μουσική ή η μιζέρια;». 

Η μιζέρια. Η μουσική την κάνει ανεκτή, ακόμα και όμορφη. Πάντως, ποτέ δεν συνδέθηκα ιδιαίτερα με αυτή την ερώτηση ή τον πρωταγωνιστή για να είμαι ειλικρινής – είναι τόσο κόπανος! Αν και αυτό δεν με σταματά από το να αγαπώ το βιβλίο. 

Και στο επόμενο συγγραφικό σου βήμα, τι ρόλο θα έχει η μουσική; 

Πολύ πιο δευτερεύοντα. Ήθελα το δεύτερο βιβλίο μου να μην έχει καμία σχέση με τη μουσική. Αν και τώρα που ολοκληρώνω το πρώτο draft του, πρέπει να παραδεχτώ πως η μουσική έχει εισχωρήσει σε μερικές βασικές σκηνές. Δεν μπορούσα να αντισταθώ!

Το μυθιστόρημα Κρυφά Διαμάντια της Χόλι Μπρίκλεϊ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT