Βρισκόμαστε στην κωμόπολη Κάθριν, στη βόρεια Αυστραλία. Μετά από μερικές ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο της ενδοχώρας, ένα αμερικανικό ελαφρύ αεροσκάφος Cessna 182, που έκανε το πρώτο του ταξίδι πριν από δύο δεκαετίες, αρχίζει να παρουσιάζει προβλήματα. Βρίσκεται δίπλα σε έναν κατάφυτο διάδρομο προσγείωσης που χρειάζεται κούρεμα. Δεν διακρίνεται πουθενά κανένα ανεμούριο (υφασμάτινος κώνος που δείχνει τη φορά του ανέμου). Όταν ο Νάιαλ Γκίμπσον προσπαθεί να βάλει μπρος τον κινητήρα, εκείνος απλώς βρυχάται κουρασμένα και μετά σιωπά. Τον βάζει μπρος μία ακόμα φορά. Ο κινητήρας βγάζει σπίθες και έπειτα μένει ακίνητος. «Σε περιπτώσεις σαν αυτές κάνουμε την προσευχή μας», λέει η σύζυγός του, Μισέλ Γκίμπσον.
Στη Βόρεια Επικράτεια της Αυστραλίας υπάρχουν ιπτάμενοι κτηνίατροι, ιπτάμενοι γιατροί, ιπτάμενοι μηχανικοί και ιπτάμενοι ταχυδρόμοι. Πώς αλλιώς θα μπορούσαν όλοι αυτοί να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες μιας περιοχής που είναι σχεδόν όση η Αλάσκα, αλλά πολύ πιο αραιοκατοικημένη, και στην οποία οι αγελάδες είναι περισσότερες από τους ανθρώπους, σε αναλογία επτά προς έναν; Μιλάμε για μια περιοχή όπου την περίοδο του «Μουσκέματος», όπως είναι γνωστή η εποχή των βροχών, πλημμυρίζουν κάθε χρόνο οι δρόμοι της, απομονώνοντας τους κατοίκους επί μήνες.

Οι Γκίμπσον αποτελούν τους τελευταίους εκπροσώπους μιας μακράς παράδοσης Ιπτάμενων Ιερέων (Flying Padres) –δηλαδή ιερωμένων που διασχίζουν αεροπορικώς την περιοχή για λογαριασμό του Στρατού της Σωτηρίας– η οποία ξεκινά στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Προσφέρουν τις συμβουλές και τις υπηρεσίες τους σε στιγμές-κλειδιά του κύκλου της ζωής, όπως οι βαπτίσεις, οι γάμοι και οι κηδείες. Τα δε χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα σε αυτές τις στιγμές, τα περνούν κάνοντας επισκέψεις για να προσφέρουν ένα παρηγορητικό αυτί σε ανθρώπους που η απομόνωση αποτελεί την καθημερινότητά τους.
Οι Γκίμπσον αποτελούν τους τελευταίους εκπροσώπους μιας μακράς παράδοσης Ιπτάμενων Ιερέων, η οποία ξεκινά στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
«Ήταν πάντοτε εκεί», λέει η Τζέιντ Άντριους, η οποία έζησε και εργάστηκε σε κτηνοτροφικές μονάδες για περισσότερες από δύο δεκαετίες και γνώρισε τρεις «φουρνιές» Ιπτάμενων Ιερέων. Στη συνέχεια συμπληρώνει: «Μετά από ώρες σκληρής και βρόμικης δουλειάς στην κτηνοτροφική μονάδα, επέστρεφες στο σπίτι σου και έβρισκες ένα φιλικό πρόσωπο να σε περιμένει στην κουζίνα για να μοιραστείτε ένα φλιτζάνι τσάι». «Ήταν υπέροχο το να έχω κάποιον να μιλήσω, γιατί μπορεί να νιώσεις μεγάλη μοναξιά εδώ», καταλήγει.
Οι Γκίμπσον κάνουν «επισκέψεις χωρίς ραντεβού», ασκώντας μια παλαιά τέχνη σε έναν καιρό στον οποίο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιτρέπουν τα «updates» σε πραγματικό χρόνο. Και δη όταν οι δορυφόροι της Starlink έχουν καταστήσει κανόνα τις γρήγορες συνδέσεις στο ίντερνετ, ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα μέρη της Βόρειας Επικράτειας. Οι δυο τους, κυρίως η Μισέλ Γκίμπσον, τηλεφωνούν, στέλνουν μηνύματα ή emails στους ιδιοκτήτες των ράντσων για να τους ρωτήσουν αν μπορούν να τους κάνουν μια σύντομη επίσκεψη. Κάποτε, καθώς περνούσαν από μια μονάδα εκτροφής βοοειδών, εξέπεμψαν σήμα μέσω ασυρμάτου ρωτώντας: «Είναι κανείς εδώ;». Στο τελευταίο τους ταξίδι, ο κινητήρας του Cessna αρχίζει να «υπακούει» με την τρίτη προσπάθεια. Τα λιγοστά λευκά κτίρια της κτηνοτροφικής μονάδας που αφήνουν πίσω τους σύντομα αρχίζουν να μοιάζουν με κουκκίδες, πριν γίνουν ένα με το πράσινο και καφέ θολό τοπίο. Σε λίγο, στο οπτικό τους πεδίο δεν θα είναι ορατό κανένα δημιούργημα ανθρώπου.
Στη μοναξιά των βοσκοτόπων

Ένα σημαντικό κομμάτι της Βόρειας Επικράτειας αποτελείται από κοινότητες Αβορίγινων και κτηνοτροφικές μονάδες –μερικές εκ των οποίων είναι τόσο μεγάλες που συναγωνίζονται σε μέγεθος το Κονέκτικατ– που τις διασχίζουν εκατοντάδες χιλιόμετρα από δρόμους, τους οποίους θα μπορούσε κανείς να περιγράψει, στην καλύτερη περίπτωση, ως «απαιτητικούς». Από ψηλά, πολλοί από αυτούς τους δρόμους μοιάζουν με λεπτές γραμμές που η φύση θα μπορούσε με ευκολία να αφανίσει. «Πρόκειται για μια αχανή έκταση, στην οποία δεν υπάρχει τίποτα», λέει ο Ντέιβιντ Σρίμπτον, ο οποίος υπηρέτησε ως Flying Padre από το 2003 έως το 2014. «Δεν μπορούσες με τίποτα να ξεφύγεις από την αίσθηση της πραγματικής απομόνωσης».
Αυτή η αίσθηση είναι που ελκύει κάποιους ανθρώπους στην περιοχή, μια αίσθηση που αποτελεί τη μόνη ζωή που έχουν γνωρίσει κάποιοι άλλοι άνθρωποι. Έφηβοι και νεαροί ενήλικες από διάφορες πόλεις της Αυστραλίας αιτούνται να εργαστούν σε κτηνοτροφικές μονάδες, για να αλλάξουν παραστάσεις. Πολλοί Αβορίγινες, πάλι, γεννιούνται σε κοινότητες στις οποίες αυτή η απομονωμένη ύπαρξη αποτελεί τον κανόνα. Τα τελευταία τρία χρόνια, από τότε που μετακόμισαν εδώ από τη δυτική Αυστραλία, οι Γκίμπσον –ο Νάιαλ, 61 ετών, και η Μισέλ, 60 ετών, αμφότεροι χειροτονημένοι ιερείς– έπρεπε να μάθουν τους ρυθμούς και το λεξιλόγιο της ζωής των κτηνοτροφικών μονάδων. Πριν, υπηρετούσαν σε μια περιοχή της οποίας οι κάτοικοι ασχολούνταν με τα πρόβατα και τις καλλιέργειες δημητριακών.
Κτηνοτρόφοι για έναν χρόνο

Στα μέσα του Απριλίου, οι Γκίμπσον κάνουν το πρώτο τους αεροπορικό ταξίδι μετά το πέρας του «Μουσκέματος». Καθώς απογειώνονται από τη βάση τους στο Κάθριν, το οποίο βρίσκεται περίπου τρεις ώρες με το αυτοκίνητο νότια του Ντάργουιν, που είναι η πρωτεύουσα της Βόρειας Επικράτειας της Αυστραλίας, ένα μεγάλο μέρος της γης είναι καλυμμένο με το πρασινοκίτρινο χρώμα των βρύων, λόγω των βροχοπτώσεων. Φτάνουν, την ώρα του μεσημεριανού, σε μια μονάδα της οποίας το προσωπικό δεν ξεπερνά τους δέκα ανθρώπους. Οι εργάτες και οι εργάτριες του ράντσου κάθονται σε ένα τραπέζι του πικνίκ και σε έναν καναπέ. Έχουν αρχίσει να τρώνε σάντουιτς, με τα νύχια τους βρόμικα από το πετάλωμα των αλόγων με το οποίο ασχολούνταν το πρωί.
Οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι δεκαοκτάρηδες και νεαροί εικοσάρηδες, ενώ κάποιοι εξ αυτών διανύουν το «gap year» τους, δηλαδή τον ελεύθερο από σπουδές χρόνο τους ανάμεσα στο σχολείο και το πανεπιστήμιο. Άλλοι έχουν περάσει από διάφορες μονάδες. Ο Νάιαλ πιάνει κουβέντα με τον Σαμ Χέιστ, τον 27χρονο επικεφαλής κτηνοτρόφο. Μιλούν για τις αποδοχές αδείας, για τις άλλες μονάδες στις οποίες έχει δουλέψει, για το επερχόμενο campdraft, την αυστραλέζικη εκδοχή του ροντέο. Τα «ζητήματα που έχουν να κάνουν με την πίστη» –για να δανειστούμε την έκφραση που χρησιμοποιούν οι Γκίμπσον γι’ αυτά– δεν υπεισέρχονται συχνά στις κουβέντες που κάνουν, παρεκτός και αν αυτό συμβεί με πρωτοβουλία των συνομιλητών τους.
Ο Νάιαλ ξεκινά τις συζητήσεις χωρίς να δίνει μεγάλη σημασία στη διάρκειά τους ή στον προγραμματισμό που έχει κάνει με τη Μισέλ. Εκείνη κρατάει ένα φύλλο εργασίας στον υπολογιστή της με τις ημερομηνίες και τα τηλέφωνα των κτηνοτροφικών μονάδων και των σχολείων που έχουν να επισκεφθούν και τον σκουντάει όταν μακρηγορεί. Όταν ο Χέιστ πρωτοαφίχθη στη Βόρεια Επικράτεια πριν από έξι χρόνια, έπιασε δουλειά σε μια ομάδα τριών ατόμων. Οι άλλοι δύο ήταν μεγαλύτεροι σε ηλικία άνδρες, απότομοι και κοφτοί στα λόγια τους. Όπως λέει, για τους νέους εργαζομένους που βρίσκονται μακριά από όλα όσα γνωρίζουν, είναι ανακουφιστική κάθε ευκαιρία για κουβέντα με κάποιον εκτός δουλειάς.

Σε έναν πίνακα ανακοινώσεων δίπλα από την κουζίνα υπάρχει μια λίστα με υπηρεσίες ψυχικής υγείας, προσβάσιμες μέσω τηλεφώνου ή διαδικτύου – μάρτυρας του αντικτύπου που μπορεί να έχει η μοναξιά της ζωής σε μια κτηνοτροφική μονάδα. «Εδώ είσαι όλη την ώρα, είτε δουλεύεις είτε όχι, με τους ίδιους ανθρώπους», λέει ο Χέιστ. Στρέφοντας, δε, το κατσαβίδι του προς τους Γκίμπσον, παρατηρεί: «Κι αυτοί εδώ οι τύποι είναι σαν δύο παλιοί γνωστοί σου, που τους σέβεσαι και φροντίζουν να είναι όλοι καλά».
Συγκινητικές στιγμές
Μερικές φορές, οι επικεφαλής των μονάδων υποδεικνύουν διακριτικά στους ιερείς τους εργαζομένους που αντιμετωπίζουν προβλήματα προσαρμογής. Άλλες φορές, οι ιερείς γίνονται, χωρίς να το θέλουν, σύμβουλοι σχέσεων, καθώς καταλήγουν να συζητούν για ερωτικές απογοητεύσεις ή εκκολαπτόμενα ειδύλλια. Άλλοτε χρειάζεται να σηκώσουν τα μανίκια τους για να βοηθήσουν σε ό,τι μπορεί να φανούν χρήσιμοι, από την επισκευή ενός φράχτη που έχει καταστραφεί από τις βροχές έως το καθάρισμα μιας κουζίνας.
Οι ιερείς γίνονται, χωρίς να το θέλουν, σύμβουλοι σχέσεων, καθώς καταλήγουν να συζητούν για ερωτικές απογοητεύσεις ή εκκολαπτόμενα ειδύλλια.
Πριν από μερικά χρόνια, οι Γκίμπσον επισκέφτηκαν ένα σχολείο στο Αμανμπίτζι, μια κοινότητα Αβορίγινων με λιγότερους από εκατό κατοίκους. Εκεί, μια συντετριμμένη γυναίκα τούς είπε ότι δεν είχε τελεστεί η εξόδιος ακολουθία για την εγγονή της, μια δεκαπεντάχρονη που είχε αυτοκτονήσει – οι αυτοκτονίες, δυστυχώς, αποτελούν διαδεδομένη κατάσταση στη Βόρεια Επικράτεια και ανάμεσα στις κοινότητες των Αβορίγινων. Η Μισέλ Γκίμπσον τής είπε ότι θα την τελούσε η ίδια και ο σύζυγός της. Η τελετή έδωσε στους παρευρισκομένους την ευκαιρία να μοιραστούν αναμνήσεις που είχαν από εκείνο το κορίτσι. «Είχε ένα πραγματικά μεγάλο και λαμπερό χαμόγελο. Πολλοί από τους παρευρισκομένους μίλησαν γι’ αυτό», λέει η διευθύντρια του σχολείου, Κάρολιν Τάκερ.

Οι Γκίμπσον επισκέφτηκαν ξανά το συγκεκριμένο σχολείο, τον Απρίλιο. Έπαιξαν διάφορα παιχνίδια και τραγούδησαν αρκετά τραγούδια με τους μαθητές του, στην ίδια τάξη όπου είχαν κοιμηθεί πάνω σε φουσκωτά στρώματα την παραμονή της τέλεσης της νεκρώσιμης ακολουθίας του κοριτσιού. Τα παιδιά, ηλικίας από τεσσάρων έως δεκαπέντε ετών, τους υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό, φωνάζοντας τα ονόματα των χειροτεχνιών και των άλλων δραστηριοτήτων που θυμούνταν ότι είχαν κάνει μαζί τους σε προηγούμενες επισκέψεις τους. Ο Νάιαλ έπαιξε κιθάρα στον αέρα και η Μισέλ μιμήθηκε έναν κροκόδειλο πάνω σε στίχους χριστιανικών τραγουδιών. Η Κανέλια, δεκαπέντε ετών, τους σιγοντάριζε, ενώ τα δύο μικρότερα αδέλφια της χοροπηδούσαν. «Μας είδαν να μεγαλώνουμε», λέει για τους Ιπτάμενους Ιερείς.

