Την Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου έλαβα ένα απρόσμενο μέιλ από κάποιον Γκρεγκ του Koryo tours με έδρα το Πεκίνο: «Κυρία Γιαννούλη, σας ανακοινώνουμε με χαρά ότι η ταινία σας επιλέχθηκε για να προβληθεί στο 18th Pyongyang International Film Festival! Η επιτροπή του PIFF σας προσκαλεί να παρευρεθείτε στο φεστιβάλ στις 21-28 Οκτωβρίου 2025». Ο Χρόνης Πεχλιβανίδης, παραγωγός και διευθυντής φωτογραφίας του ντοκιμαντέρ, τo είχε υποβάλει την περασμένη άνοιξη, κάπως σαν αστείο.
Η Βόρεια Κορέα (ή αλλιώς DPRK – Λαoκρατική Δημοκρατία της Κορέας) παραμένει από το 2019 επίσημα κλειστή για τον γενικό τουρισμό. Η διαδικασία να εκδοθούν οι βίζες δεν ήταν εύκολη και μέχρι τελευταία στιγμή δεν γνωρίζαμε αν θα πραγματοποιηθεί το φεστιβάλ. Τίποτα δεν είναι σίγουρο –μέχρι να συμβεί– στην πιο περίεργη χώρα του κόσμου. Σάββατο μάθαμε ότι οι βίζες μας είχαν εγκριθεί, Δευτέρα πετούσαμε. Κλείσαμε τις τελευταίες δύο θέσεις για Πεκίνο, παρά τις φοβικές αντιδράσεις των παιδιών μας, και αρχίσαμε τις προετοιμασίες. Δεν μπορείς να διαφωνείς με το ίδιο σου το πεπρωμένο.
Πρώτες εικόνες

πολλά κτίρια, ακόμα και παιδιατρικά νοσοκομεία.
Επιβιβαζόμαστε γεμάτοι ενθουσιασμό στο αεροπλάνο της Air Koryo, της μοναδικής εταιρείας που πετάει για Βόρεια Κορέα από Πεκίνο, όποτε προκύπτει ανάγκη για δρομολόγιο. Αεροσυνοδοί με μίνι φούστες μάς σερβίρουν δυτικά μπέργκερ, γάλα σε παιδική συσκευασία, σοκοφρέτες και ένα λουκάνικο. Ένας κρατικός αστυνομικός-κατάσκοπος πηγαινοέρχεται μπρος πίσω στην καμπίνα, ελέγχοντας με αυστηρό ύφος την τάξη και την ασφάλεια. Ένας επιβάτης που τολμάει να φωτογραφίσει μια αεροσυνοδό δέχεται αμέσως δριμύτατη επίπληξη. Στις οθόνες βλέπουμε βίντεο της νέας ευημερούσας χώρας, με χαρούμενες οικογένειες Βορειοκορεατών να διασκεδάζουν σε χιονοδρομικό κέντρο, σε water parks ή να πλατσουρίζουν στο καινούργιο τους γιγαντιαίο παραθαλάσσιο θέρετρο. Ονειρικές σκηνές κιτς ευτυχίας.
Φτάνοντας στο αεροδρόμιο, αφού κρατικοί υπάλληλοι έλεγξαν τις βαλίτσες μας εξονυχιστικά, διατάζουν να τους ακολουθήσουμε σε ένα δωματιάκι. Ένας στρατιωτικός αστυνομικός κρατάει στα χέρια του το ταξιδιωτικό περιοδικό που είχα πάρει στο «Ελ. Βενιζέλος» και το Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες του Χρόνη. Με σπασμένα αγγλικά, μας ανακρίνουν για τα δύο αυτά ύποπτα αντικείμενα. Τους περιγράφουμε το περιεχόμενο και τους λέμε να τα κρατήσουν αν είναι παράνομα, δεν τα θέλουμε.
Σύντομα, το σκηνικό αλλάζει: Μια στρατιά από συνοδούς, κυβερνητικούς και εθελοντές του φεστιβάλ μάς περιμένουν έξω με αγωνία, φωτογράφοι και οπερατέρ μάς απαθανατίζουν σαν σταρ καθώς βγαίνουμε από τις αφίξεις μια μεγάλη, αναπάντεχη, θερμή υποδοχή. Όσο αστράφτουν τα φλας, συνειδητοποιώ με τρόμο πως μόλις φτάσαμε σε μια χώρα από όπου, αν για κάποιον λόγο έπρεπε να φύγουμε, δεν θα μπορούσαμε! Ένας μαυροντυμένος, αυστηρός κύριος με σχιστά μάτια και με έναν μεγάλο χαρτοφύλακα παραμάσχαλα, και μια γοητευτική κυρία με αρχηγικό ύφος, μας πλησιάζουν πριν μπούμε στο πούλμαν. Ζητούν ευγενικά από τον Χρόνη να γίνει μέλος της κριτικής επιτροπής του φεστιβάλ. «Είναι πολύ τιμητικό», του λένε. Το ύφος τους δεν σηκώνει αντιρρήσεις. «Θα βλέπω όλη μέρα ταινίες;» ρωτάει εκείνος. Γνέφουν καταφατικά. «Δεν είναι κάτι που θα επιθυμούσα, ήρθα για να δω τον τόπο σας». Το βλέμμα τους παγώνει. Τελικά συμφωνούν να δει λιγότερες από τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, ώστε να ακολουθεί στις περισσότερες ξεναγήσεις του γκρουπ των καλεσμένων.

Μπροστά στο αεροδρόμιο, μια γιγαντοοθόνη προβάλλει μια διδακτική ταινία του ’60 με αγγλικούς υπότιτλους. Το πούλμαν ξεκινάει. Οι συνοδοί μας, ένας για κάθε καλεσμένο, θα είναι η σκιά μας για τις επόμενες επτά ημέρες. Οι συμβουλές τους για την ασφάλειά μας είναι σαφείς: Δεν θα μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε πουθενά μόνοι ή να έχουμε οποιαδήποτε επαφή με ντόπιους. Η φωτογράφιση επιτρέπεται μόνο με τα κινητά μας, μέσα από το πούλμαν και με αυστηρή προειδοποίηση να μην αποτυπώσουμε τους ηγέτες της χώρας.
Έξω στην ομιχλώδη λεωφόρο, σκυθρωποί πολίτες περπατούν με γοργό βήμα μπροστά από ψηλά κτίρια τύπου σοβιετικής αρχιτεκτονικής. Πιο πέρα, άνθρωποι σε μαύρα ποδήλατα ή στοιβαγμένοι σε σαθρά λεωφορεία μοιάζουν απόντες από τη ζωή τους. Μουδιασμένοι και μελαγχολικοί, βλέπεις πάνω τους τις δεκαετίες του ελέγχου και της καταπίεσης. Στο βάθος, εργάτες σκάβουν τον δρόμο και, καθώς τους πλησιάζουμε, ο Χρόνης σηκώνει αυθόρμητα το κινητό του. Ο αστυνομικός πετάγεται από τη γαλαρία και του ζητάει ευγενικά να το κατεβάσει, ενώ την ίδια στιγμή, έξω από το παράθυρο, ένας στρατιώτης σηκώνει τη βίτσα του και χτυπάει με δύναμη έναν εργάτη.
Φτάνοντας στην πρωτεύουσα

Στην πρωτεύουσα, το σκηνικό είναι διαφορετικό. Πολύχρωμα, πολυώροφα κτίρια –όλα κρατικά–, μπλοκ με φουτουριστικούς ουρανοξύστες, μοντέρνα εστιατόρια μπάρμπεκιου, υπερσύγχρονοι φωτισμένοι αυτοκινητόδρομοι με λίγα ακριβά αυτοκίνητα –κινεζικής αλλά και ντόπιας παραγωγής– και ηλεκτρικά ποδήλατα προαναγγέλλουν τη σύγχρονη δυναμική της χώρας. Η Πιονγιάνγκ, η «Πρωτεύουσα της Επανάστασης», ανήκει στην κοινωνική και εργασιακή ελίτ. Για να κατοικήσεις εκεί, απαιτείται ειδική κρατική άδεια. Αστυνομία και στρατός ελέγχουν τα σύνορα της πόλης, για να μην εισέλθουν μέλη των κατώτερων τάξεων από την επαρχία. Θηριώδη μπρούντζινα αγάλματα και εικόνες της Δυναστείας των Κιμ κοσμούν πολλές γωνιές της πεντακάθαρης πόλης. Όλοι οι πολίτες της χώρας φορούν υποχρεωτικά μια μικρή κονκάρδα με τη φωτογραφία του Κιμ Ιλ-Σουνγκ, ιδρυτή της χώρας, και του γιου του Κιμ Γιονγκ-Ιλ. Όλοι φέρουν το πεπρωμένο, την κατάρα, τη σωτηρία τους, στο πέτο. Στο σημείο της καρδιάς.
Φτάνουμε στο πολυτελές ξενοδοχείο Yanggakdo. Το χρυσό κλουβί μας για τις επόμενες επτά ημέρες. Εδώ, το 2016, ένας Αμερικανός φοιτητής προσπάθησε να κλέψει ένα προπαγανδιστικό πανό από τοίχο του πέμπτου ορόφου όπου διαμένει το προσωπικό, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 15 χρόνια καταναγκαστικά έργα. Απελευθερώθηκε μετά από 17 μήνες κράτησης, αλλά βρέθηκε σε κωματώδη κατάσταση και απεβίωσε λίγο μετά την επιστροφή του στις ΗΠΑ.

Παντού στον χώρο, σκορπισμένοι μυστικοί αστυνομικοί, εκπαιδευμένοι με τα σοβιετικά πρότυπα. Στο υπόγειο του ξενοδοχείου, με ατμόσφαιρα κατασκοπική, βρίσκονται χώροι για μπόουλινγκ, εσωτερική πισίνα και σάουνα, αίθουσα μασάζ, μπαρ, καραόκε και μπιλιάρδο, ενώ στους διαδρόμους υπάρχει η εφημερίδα The Pyongyang Times στα αγγλικά, με αποκλειστικά νέα και φωτογραφίες του ηγέτη τους Κιμ Γιονγκ-Ουν. Το δωμάτιό μας είναι ευρύχωρο και με υπέροχη θέα στην πόλη. Στην τηλεόραση κινεζικά, ρωσικά κανάλια και το μοναδικό κρατικό, όπου η παρουσιάστρια, ντυμένη με ροζ παραδοσιακό φόρεμα, εξυμνούσε με ενθουσιασμό τον ηρωισμό των Βορειοκορεατών στρατιωτών.
Μας ενημερώνουν ότι το δείπνο μας είναι έτοιμο. Η κριτική επιτροπή θα φάει σε ξεχωριστό χώρο από τους υπόλοιπους καλεσμένους, φαγητό καλύτερης ποιότητας και γεύσης. Βρισκόμαστε σε ένα δωμάτιο με ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι με ροζ λαμέ τραπεζομάντιλο, ένα πιάνο και μια μικρή οθόνη τηλεόρασης. Ένας Κινέζος, ένας Βορειοκορεάτης, ένας Ρώσος και μια Αυστριακή σκηνοθέτις έχουν ήδη καθίσει. Με εξαίρεση την τελευταία, οι υπόλοιποι δεν μιλάνε λέξη αγγλικά και, καθώς οι μεταφραστές τρώνε σε άλλη αίθουσα, το πρώτο δείπνο κυλάει κάπως αμήχανα και σιωπηλά. Το φαγητό έχει γεύση πλαστικού. Πολλά μικρά πιάτα με σαλάμια άγνωστης ζωικής προέλευσης, ψάρια, τουρσιά, άνοστα κρύα noodles, εύγευστη –δικής τους παραγωγής– μπίρα και Cool, η δική τους Coca Cola. Το προσωπικό πολύ ευγενικό, κάνει ό,τι μπορεί για να μας περιποιηθεί. Στο τέλος σερβίρουν ζεστό νεσκαφέ, μια σπάνια πολυτέλεια.
Να σερφάρουμε, ούτε λόγος. «Δεν έχουμε πρόσβαση στο διαδίκτυο, μας το έχουν κόψει οι Αμερικανοί», μας είπαν. Παρ’ όλα αυτά, εκείνοι επικοινωνούν με δικό τους τοπικό δίκτυο, ανταλλάσσουν μηνύματα, παραγγέλνουν φαγητό και ψωνίζουν ρούχα-παπούτσια, συνήθως κινεζικές απομιμήσεις Adidas ή Polo.
Η χαρά του σινεμά

Την επόμενη μέρα, όσο ο Χρόνης βλέπει ταινίες σε ένα ανήλιαγο, γεμάτο υγρασία κτίριο με πολυκαιρισμένες μοκέτες, υπό το άγρυπνο μάτι κρατικών αστυνομικών, εγώ ακολουθώ τις τουριστικές ξεναγήσεις πίσω από τα τζάμια του πούλμαν μαζί με τους υπόλοιπους καλεσμένους. Οι γυναίκες έξω στους δρόμους, δυναμικές και κομψές, φορούν παλτό σε φωτεινά χρώματα. Οι παντρεμένες έχουν τα μαλλιά τους κοντά, οι ανύπαντρες μακριά αλλά ποτέ λυτά. Το μακιγιάζ τους είναι πολύ ελαφρύ και δεν βάφουν τα μαλλιά και τα νύχια τους. Οι άντρες έχουν ένα συγκεκριμένο κοντό κούρεμα «της μάχης». Το κούρεμα του Κιμ Γιονγκ-Ουν απαγορεύεται, όπως και τα «ιμπεριαλιστικά» τζιν παντελόνια. Μέσα στο πούλμαν ανταλλάσσουμε κουβέντες γνωριμίας, μια αίσθηση σχολικής εκδρομής, οι Ρώσοι αρχίζουν να τραγουδάνε. Κοιτάζω πάλι μέσα από το παράθυρο όλους εκείνους τους μαγικούς ανθρώπους. Τι σημαίνει ελευθερία για τους Βορειοκορεάτες; Πώς να επιθυμείς κάτι που δεν γνωρίζεις; Αναρωτιέμαι πώς να είναι ο έρωτάς τους, αν ζουν στιγμές απελευθέρωσης και αφύπνισης μέσα από το σμίξιμό τους.
Να σερφάρουμε, ούτε λόγος. «Δεν έχουμε πρόσβαση στο διαδίκτυο, μας το έχουν κόψει οι Αμερικανοί», μας είπαν. Εκείνοι επικοινωνούν με δικό τους τοπικό δίκτυο.
Αργά το απόγευμα ετοιμαστήκαμε για τη μεγάλη βραδιά της τελετής έναρξης του φεστιβάλ. Η τελευταία διοργάνωση είχε πραγματοποιηθεί το 2019, οπότε ο κόσμος ανυπομονούσε να δει τις εβδομήντα ταινίες που θα προβάλλονταν στους 14 κινηματογράφους της πόλης. Ο προηγούμενος ηγέτης Κιμ Γιονγκ-Ιλ ήταν μεγάλος σινεφίλ. Στα κινηματογραφικά τους στούντιο (Chollywood) παράγονται ταινίες που αντλούν τη θεματική τους από τον αντι-ιαπωνικό αγώνα και σύγχρονα σοσιαλιστικά δράματα. Άδεια προβολής λαμβάνουν μόνο μετά από έγκριση των ηγετών.
Μπροστά από την είσοδο του Cinema House, οι επίσημοι καλεσμένοι έχουν αρχίσει να φτάνουν. Επιλεγμένοι πολίτες του κοινού της πρωτεύουσας, ελάχιστοι ξένοι πρέσβεις και ντόπιοι κινηματογραφικοί αστέρες βγαίνουν από ακριβά αυτοκίνητα, ενόσω κάμερες της κρατικής τηλεόρασης καταγράφουν τη μεγαλοπρεπή εκδήλωση. Ανεβαίνοντας μαζί με τις διάσημες ηθοποιούς το κόκκινο χαλί, με εντυπωσιάζει ότι δεν έχουν το παραμικρό ύφος έπαρσης, είναι ήρεμες και αψεγάδιαστες, σαν πορσελάνινες κούκλες. Αντικρίζοντας τη μεγάλη αίθουσα τελετής με τους περίπου 3.000 θεατές που θυμίζουν κομπάρσους σε ασπρόμαυρη σοβιετική ταινία, σκέφτομαι ότι αυτό είναι το πιο περίεργο μέρος στον κόσμο για να προβληθεί η ταινία μου.
Η μεγαλειώδης βραδιά ξεκινάει, με τους λαμπερούς παρουσιαστές να κάνουν την είσοδό τους μέσα από καπνούς και επικές μουσικές, καλωσορίζοντας το κοινό, εξυμνώντας τον σκοπό του φεστιβάλ και τα ιδανικά της Ανεξαρτησίας, της Ειρήνης και της Φιλίας. Στη συνέχεια ανεβαίνει στη σκηνή ο Χρόνης και τα υπόλοιπα μέλη της κριτικής επιτροπής, ο πρόεδρος βγάζει έναν παθιασμένο λόγο, χαρούμενα φαντασμαγορικά βίντεο της νέας ακμάζουσας πρωτεύουσας προβάλλονται στη γιγαντοοθόνη, ώσπου ξεκινάει η προβολή της ταινίας έναρξης, μια ρωσική περιπέτεια εποχής που ενθουσιάζει το κοινό. Διψασμένοι να δουν κάτι διαφορετικό, χειροκροτούν, συμμετέχουν, γελούν, απολαμβάνουν την ταινία με όλη τους την ψυχή. Σε μια χώρα αποκλεισμένη από τον έξω κόσμο, που ζει τη δική της εκδοχή της πραγματικότητας, ο κινηματογράφος φαντάζει ένας από τους καλύτερους τρόπους σύνδεσης ανθρώπων και πολιτισμών. Η τέχνη του σινεμά, σαν μια μάσκα οξυγόνου.
«Εδώ παντρεύονται από αγάπη»

Οι επόμενες ημέρες κυλούν με επισκέψεις σε μεγαλοπρεπή μνημεία θριάμβου και αντίστασης, στο τσίρκο, σε μουσεία και εκθεσιακούς χώρους δικής τους επιλογής. Νιώθουμε να μας χρησιμοποιούν ως μάρτυρες στις βόλτες επίδειξής τους προς τον έξω κόσμο. Ένα πρωί, μας πάνε σε ένα νοσοκομείο για παιδιά. Σύγχρονες, φρεσκοβαμμένες εγκαταστάσεις για τα ευνοημένα παιδιά της πρωτεύουσας, με ζωγραφιές στους τοίχους δυτικών παραμυθιών, τη Χιονάτη, τη Σταχτοπούτα. Μια συμπαθής καλοντυμένη έφηβη μας ξεναγεί στους χώρους, όπου μαμάδες, πλάι σε άρρωστα (;) παιδάκια με μάσκες, μας κοιτούν σαν να μας περίμεναν από ώρα. Σκόρπιοι γιατροί κάθονται ακίνητοι σε γραφεία μπροστά από κλειστούς υπολογιστές. Η κατάσταση είναι αλλόκοτη σαν σκηνικό σε ψυχολογικό θρίλερ. Στον χώρο των ακτινογραφιών, ένα μικρό κορίτσι είναι ξαπλωμένο στον μαγνητικό τομογράφο, αλλά, μόλις απομακρυνόμαστε, σηκώνεται σβέλτα σαν να είχε ολοκληρώσει τη σκηνή της.
Σε μια χώρα που ζει τη δική της εκδοχή της πραγματικότητας, ο κινηματογράφος φαντάζει ένας από τους καλύτερους τρόπους σύνδεσης ανθρώπων και πολιτισμών.
Το απόγευμα επισκεπτόμαστε ένα δαιδαλώδες, πολύχρωμο κτίριο, ντυμένο με μοκέτες με τεράστια λουλούδια και ατμόσφαιρα Μάγος του Οζ, όπου ταλαντούχα μικρά παιδιά παίζουν βιολί, ντραμς και παραδοσιακά όργανα. Ένα άλλο βράδυ πηγαίνουμε σε ένα μοντέρνο πολυσινεμά, με ποπ κορν και νάτσος, και παρακολουθούμε ένα δακρύβρεχτο διαφημιστικό για τις υπεράνθρωπες αθλητικές επιδόσεις των Βορειοκορεατών και τα πολυάριθμα μετάλλια σε πρωταθλήματα ταεκβοντό και γυναικείου ποδοσφαίρου. Ένας άγουρος συναισθηματισμός που υποκινείτο μέσω της μελό μουσικής αναδυόταν σε κάθε έκφανση της ζωή τους. Η νεαρή συνοδός μου με ρωτάει αν μου άρεσε η ταινία και της απαντάω όσο πιο πιστευτά μπορούσα ότι «ναι, βέβαια!».
Προσέχω τα λόγια μου. Ο κίνδυνος υποβόσκει, αιωρείται στην ατμόσφαιρα, σε κάθε βλέμμα που σε παρακολουθεί διακριτικά αλλά ασταμάτητα. Πας στην τουαλέτα και σε κοιτάνε καχύποπτα. Ο φόβος υπονοείται. Σιωπηλός, σχεδόν αόρατος και γι’ αυτό πιο τρομακτικός. Δεν είσαι σε κάποιο πολεμικό μέτωπο ή σε μια κακόφημη γειτονιά του πλανήτη ώστε να ενεργοποιηθούν οι εσωτερικοί, ενστικτώδεις μηχανισμοί άμυνας. Φαινομενικά είσαι ασφαλής από κάθε δυτικού τύπου κίνδυνο. Τα παιδιά πάνε μόνα τους στο σχολείο, δεν θα σε κλέψουν, δεν θα σε πειράξουν. Ποιος να τολμήσει; Δεν υπάρχει ούτε ως ιδέα, ως «δικαίωμα», η κακοποιητική συμπεριφορά. Σε μια φαινομενικά ασφαλή περιοχή, ο κίνδυνος είναι άγνωστος, ύπουλος, καραδοκεί, ο φόβος είναι πρωτόγνωρος και αχαρτογράφητος.

«Επιτρέπονται οι προγαμιαίες σχέσεις;» ρωτάω τη νεαρή συνοδό μου. «Ναι», μου λέει. «Οι άνθρωποι εδώ παντρεύονται από αγάπη, όχι από προξενιό», συνεχίζει. «Κι αυτό ενισχύεται, για να κρατήσουν οι γάμοι». Τη ρωτάω αν επιτρέπεται το διαζύγιο. «Ναι, βάσει νόμου, ωστόσο κανείς δεν παίρνει». «Εσύ έχεις κάποια σχέση; Είσαι όμορφη, θα έχεις πολλούς θαυμαστές…» Αναστατώθηκε. «Ω, όχι, όχι! Εγώ αγαπάω τη μαμά μου, τον μπαμπά μου, την αδελφή μου, τον ανιψιό μου και τον Κιμ, τον Μεγάλο μας Ηγέτη».
Ο Κιμ, στο κέντρο ενός ηγεμονικού σύμπαντος, ένας ζωντανός θεός, που όλα τα φροντίζει και τα παρέχει δωρεάν, αλλά ταυτόχρονα τα ελέγχει και τιμωρεί, συχνά μοιραία. Η κυβέρνησή του φοβάται τους πολίτες, διότι η ύπαρξή της εξαρτάται από τον δικό τους φόβο, τη δική τους υπακοή. Αν δεν υπήρχε η ισορροπία του τρόμου, με τις φυλακές-κάτεργα, στα οποία μπορεί να καταλήξουν ισόβια όσοι προσβάλουν ή βλάψουν με κάποιον τρόπο το σύστημα, ή οι συγγενείς τους (αντί αυτών), η αυτοκρατορία των Κιμ θα κατέρρεε. Επιβιώνει με τον φόβο τους, με τον τέταρτο μεγαλύτερο στρατό του κόσμου και τα πυρηνικά. «Όσο έχουμε πυρηνικά, είμαστε ασφαλείς», σχολιάζει η συνοδός μου.
Τις πρώτες ημέρες προσπαθούμε να μη χαλαρώσουμε για να μη μας ξεφύγει κάτι. Είναι εξαντλητικό. Η παρατήρηση με το μάτι του ντοκιμαντερίστα μάς δίνει δύναμη. Μας παρακολουθούν και τους παρακολουθούμε. Τους προσεγγίζουμε όμως με ανθρωπιά, αγάπη και κατανόηση. Η συμπεριφορά τους είναι θέμα εκπαίδευσης και επιβίωσης. Γρήγορα διαπιστώνουμε ότι οι Βορειοκορεάτες είναι λαός φιλότιμος, γενναιόδωρος και εργατικός. Άνθρωποι περήφανοι και αξιοπρεπείς, με χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Έννοιες όπως πονηριά, φθόνος, ζήλια, ανταγωνισμός, ιδιοτέλεια και αλαζονεία δεν έχουν νόημα σε αυτή τη χώρα.
Από το mall στο μετρό

Ο Χρόνης ζητάει ευγενικά από τους οδηγούς μας να πάρουμε ένα ταξί και να ξεφύγουμε από το υπόλοιπο γκρουπ για να επισκεφθούμε μια τοπική αγορά. Προς μεγάλη μας έκπληξη, δέχονται. Είμαστε το μόνο ζευγάρι στο γκρουπ, αναγνωρίζουν το δέσιμό μας και φαίνεται πως μας έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη. Μπαίνουμε στο ταξί μαζί τους και μετά από δέκα λεπτά βρισκόμαστε μέσα σε ένα ολοκαίνουργιο πολυκατάστημα. Άδειο από πελάτες, γεμάτο εισαγόμενα γκουρμέ προϊόντα κάθε είδους, προορισμένα για ξένους διπλωμάτες, Ρώσους επισκέπτες και κρατικούς λειτουργούς. Δεν μας επιτρέπουν να τραβήξουμε φωτογραφίες και, όταν τους ρωτάω γιατί υπάρχουν αντικλεπτικά αφού κανείς δεν κλέβει, δεν ξέρουν τι να απαντήσουν. Το αμερικανικό δολάριο είναι το μόνο αποδεκτό νόμισμα συναλλαγής για τους ελάχιστους επισκέπτες της χώρας. Οι τιμές για τους ξένους είναι δέκα φορές υψηλότερες από αυτές που αγοράζουν οι ντόπιοι.
Ρωτάμε αν μπορούμε να ανεβούμε στον όροφο πάνω από το σούπερ μάρκετ – πριν μας απαντήσουν αρνητικά, είμαστε ήδη στις κυλιόμενες σκάλες. Σοκαρισμένοι αντικρίζουμε προϊόντα Ikea, εξεζητημένες γιαπωνέζικες τουαλέτες, ακριβά μηχανήματα γυμναστικής, πιάνο με ουρά, ντιζαϊνάτα εστιατόρια σούσι και μια μινιμαλιστική τσαγερί με τρεις πελάτες. Μια οθόνη τηλεόρασης είναι ανοιχτή στο βάθος και προβάλλει μια γιορτή που συμβαίνει την ίδια ώρα έξω στους δρόμους: Χιλιάδες συγκεντρωμένοι άνθρωποι κλαίνε γοερά, ο Κιμ Γιονγκ-Ουν περιφέρεται ανάμεσά τους, κάποιους τους αγκαλιάζει – μόλις έχουν επιστρέψει από το μέτωπο της Ουκρανίας οι εναπομείναντες στρατιώτες. Έπειτα, ο Κιμ μιλάει στο πλήθος, δίνοντας σε μια νέα λεωφόρο το όνομα «Δρόμος των Μαρτύρων», προς τιμήν των νεκρών ηρώων.
Στη συνέχεια ικανοποιούν μία ακόμα επιθυμία μας: να επισκεφθούμε το υπέροχο μετρό τους με τις γιγαντιαίες σοσιαλιστικές τοιχογραφίες, τα γλυπτά και τους πολυελαίους. Φτιαγμένο στις αρχές της δεκαετίας του ’70, το μετρό τους είναι το βαθύτερο στον κόσμο –36 ορόφους κάτω– και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως πυρηνικό καταφύγιο. Ο χώρος είναι λες και δεν είχε μυρωδιά. Άνθρωποι διαβάζουν τα νέα της ημέρας σε οθόνες touch screen. Ένα μείγμα παράδοσης και μοντέρνας αισθητικής. Χαλαρωτική μουσική ακούγεται από τα μεγάφωνα. Εκατοντάδες πολίτες κάθε ηλικίας μπαινόβγαιναν σε βαγόνια εισαγόμενα από το Βερολίνο. Με μια διάχυτη ηρεμία, χωρίς στρες, παραδομένοι στη μοίρα τους. Ποζάρουν στα κινητά μας αμίλητοι, σαν αόρατοι.
«Έπρεπε να το περιμένουμε»

Λίγο πριν από το τέλος, μας πηγαίνουν εκδρομή στο ιερό όρος Μιοχιάνγκ, τρεις ώρες έξω από την πρωτεύουσα. Ο δρόμος είναι φαρδύς και άδειος, οι Ρώσοι ξαναπιάνουν το τραγούδι κι εγώ παρατηρώ τις σκιερές ισχνές φιγούρες των αγροτών, σαν μαύρες πινελιές σε απέραντες καφεκίτρινες εκτάσεις σκαμμένες με το χέρι. Πρώτα επισκεπτόμαστε τη «Διεθνή Έκθεση Φιλίας», ένα ογκώδες κτίριο μέσα στο βουνό, όπου εκτίθενται δώρα ξένων ηγετών από όλο τον κόσμο, προς τους ηγέτες της Βόρειας Κορέας. Ελεφαντόδοντα, κεφάλια αρκούδων, βάζα, φυλαχτά και μια μπάλα του μπάσκετ με υπογραφή του Μάικλ Τζόρνταν από τη Μαντλίν Ολμπράιτ. Το μπάσκετ είναι η μεγάλη αγάπη του Κιμ, από τότε που ως έφηβος στην Ελβετία κοιμόταν με μια μπάλα του μπάσκετ στο προσκέφαλο. Σε άλλες αίθουσες βλέπουμε φωτογραφίες του πλάι στον Τραμπ και άλλους ηγέτες, καθώς και το αυτοκίνητο, το βαγόνι και ένα μικρό αεροπλάνο του Στάλιν δωρισμένα στον παππού του. Σε μια αίθουσα, μάλιστα, υπάρχει προθήκη δώρων από συλλόγους, φορείς και κόμματα της Ελλάδας!
Στη συνέχεια μεταφερόμαστε σε ένα πανέμορφο ξενοδοχείο και μας ειδοποιούν ότι μετά το γεύμα θα μαζευτούμε στον κήπο για «διασκεδαστικές δραστηριότητες». Ο Χρόνης ρωτάει τον κυβερνητικό με τον χαρτοφύλακα αν μετά θα μπορούσαμε να πάμε για πεζοπορία στο βουνό, κι εκείνος απαντά κατηγορηματικά ότι αυτό απαγορεύεται. Ο διασκεδαστής-ανιματέρ παιδικών πάρτι βάζει τα δυνατά του για να μας απασχολήσει με τσουβαλοδρομίες, χορό και αγώνες κουτσό. Μιάμιση ώρα μετά, επιστρέφουμε στα δωμάτιά μας εξαντλημένοι αλλά χαρούμενοι από τη σουρεαλιστική αυτή εμπειρία. Τα χαμόγελά μας όμως παγώνουν όταν διαπιστώνουμε ότι, όση ώρα χορεύαμε στην αυλή, είχαν μπει και είχαν ψάξει τα πράγματά μας. Νιώθουμε θυμό, ανασφάλεια και προδοσία − αλλά κρατάει λίγο. «Θα έψαξαν όλα τα δωμάτια… Έπρεπε να το περιμένουμε», λέμε και κοιμόμαστε σφιχταγκαλιασμένοι.
Το τέλος του ταξιδιού

Η τελετή λήξης του φεστιβάλ πραγματοποιείται στις 27 Οκτωβρίου και είναι εξίσου μεγαλειώδης και εντυπωσιακή με την τελετή έναρξης. Έχουμε βέβαια πια κουραστεί από τις φιέστες, όταν ξάφνου, εντελώς αναπάντεχα, ακούγεται δυνατά το όνομά μου. Η ταινία μου έχει βραβευτεί! Χειροκροτήματα, επικές μουσικές, λαμπιόνια, τηλεοπτικές κάμερες, σηκώνομαι με αμηχανία να παραλάβω το βραβείο. Μετά από αυτή την απρόσμενη τιμή, δωρίζουν σε όλους αναμνηστικά βιβλία για τις ζωές των ηγετών τους και πάμε για ύπνο.
Στην αίθουσα των αναχωρήσεων αγκαλιάζομαι σφιχτά με τη νεαρή συνοδό μου. Με κοιτάζει βαθιά στα μάτια συγκινημένη. «Δεν θα με ξεχάσεις, έτσι δεν είναι;»
Ζώντας –έστω για λίγο– τόσο ιδιαίτερες στιγμές, οι άνθρωποι δενόμαστε με απρόσμενους, ακατανόητους δεσμούς. Στην αίθουσα των αναχωρήσεων αγκαλιάζομαι σφιχτά με τη νεαρή συνοδό μου. Με κοιτάζει βαθιά στα μάτια συγκινημένη. «Δεν θα με ξεχάσεις, έτσι δεν είναι;». «Δεν θα σε ξεχάσω, σ’ το υπόσχομαι». Βγάζω αυθόρμητα τα γυαλιά ηλίου μου και της τα χαρίζω, να τα φοράει να με θυμάται. Ξέρουμε και οι δύο ότι δεν θα συναντηθούμε ποτέ ξανά. Δεν θα μιλήσουμε τηλεφωνικά, ούτε θα ανταλλάξουμε μηνύματα. Όλα αυτά είναι ανέφικτα. Έπειτα δίνω το χέρι μου στον αστυνομικό-φύλακα του Χρόνη. Το πρόσωπό του μόνιμα ανέκφραστο, μια ήρεμη μάσκα με ένα ελαφρύ, σταθερό μειδίαμα. Η χειραψία μας κρατάει αρκετά δευτερόλεπτα. Και είναι ζεστή και τρυφερή. Μια μυστική συνομιλία μεταξύ μας, ένας αναπάντεχος τρυφερός αποχαιρετισμός.

