Παρακολουθώ τα πρώτα λεπτά από το φιλμ του Βλαδίμηρου Νικολούζου
Η χώρα των λησμονημένων τραγουδιών. Η κάμερα είναι στραμμένη σε μια ομάδα νεαρών αγοριών από την κοινότητα Εναουενέ-Ναουέ κοντά στην πολιτεία Μάτο Γκρόσο της Βραζιλίας – προσπαθούν να στερεώσουν ένα φράγμα στο ποτάμι. Φοράνε ρούχα του δυτικού κόσμου (βερμούδες,Τ-shirts, χρωματιστά μποξεράκια και αθλητικά μαγιό) και εξασκούνται σε τεχνικές που παραμένουν οι ίδιες εδώ και εκατοντάδες χρόνια.
Η «φιλανθρωπία» της Δύσης έφτασε μέχρι τον Αμαζόνιο, σκέφτομαι. Όμως αυτή η κοινότητα φαίνεται να αντιμετωπίζει με μια κάπως σκωπτική διάθεση τις «αναγκαιότητες» του δυτικού πολιτισμού. Πίσω στο χωριό, ένας γυμνός άνδρας δένει κάποια κλαδιά και από το τρίχινο μενταγιόν του διακρίνεται ένα ασημένιο ρολόι με μπρασελέ. Τι παράταιρη εικόνα, πιο πολύ και από τα φλοράλ σορτσάκια, από τα ντεπόζιτα και τα ψαλίδια με τις πλαστικές λαβές με τα οποία περιποιούνται τα φτερά της κεφαλής τους στους τελετουργικούς χορούς, η ιδέα της μέτρησης του χρόνου με δυτικούς όρους στον λαιμό αυτού του ανθρώπου φαίνεται να περιγελά όλα μας τα άγχη.
Γνωριμία με το «μακρινό τώρα»

«Το πρώτο που μου έκανε κι εμένα μεγάλη εντύπωση από την επαφή με αυτές τις κοινότητες αυτόχθονων του Αμαζονίου –Αουά, Καϊαπό, Καξινάουα Χούνι Κουίν, Σιπίμπο, Ματίς, Εναουενέ-Ναουέ– είναι η σχέση που έχουν με τον χρόνο. Δεν υπάρχει παρελθόν ή μέλλον για εκείνους, είτε το ένα είτε το άλλο το αποκαλούν “μακρινό τώρα”: Το μακρινό τώρα που δεν έχει έρθει και το μακρινό τώρα που έχει περάσει, όλα διυλίζονται μέσα από το τώρα. Δεν υπάρχει, δηλαδή, αυτή η έννοια του σήμερα ως σημείου σε μια γραμμική απεικόνιση του χρόνου. Υπάρχει το τώρα που δημιουργεί μια κατακόρυφη σχέση με τον χρόνο, καθιστώντας τον ανύπαρκτο», εξηγεί ο Βλαδίμηρος.
«Δεν υπάρχει παρελθόν ή μέλλον για εκείνους, είτε το ένα είτε το άλλο το αποκαλούν “μακρινό τώρα”».
Η ιδέα γι’ αυτό το ντοκιμαντέρ γεννήθηκε από μια ανάγκη του σκηνοθέτη να ερευνήσει τον σαμανισμό, την αρχαιότερη θρησκεία στον πλανήτη. Αμέσως μόλις ολοκλήρωσε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με το Polk (2014), μια ταινία για τον ελληνικό Εμφύλιο, επικοινώνησε την ιδέα του σε παραγωγούς. «Με θεώρησαν κάπως παλαβό που σκεφτόμουν να επιχειρήσω κάτι τέτοιο, το άφησα, τα χρόνια πέρασαν και το 2016 έκανα ένα ταξίδι στο Περού, στην πλευρά του Αμαζονίου, όπου πέρασα κάποιον χρόνο με την κοινότητα των Σιπίμπο». Στο διάστημα αυτό γνώρισε και την Κάτια Μπακίρκα από το Deep Forest Foundation και εκείνη του έδωσε κάποια πλάνα ενός Βρετανού κινηματογραφιστή να τα μοντάρει. Το έκανε και εκεί γύρω στο 2018 επανήλθε η ιδέα του να γυρίσουν ένα φιλμ μαζί. «Ο λόγος που επέμεινα, και θα συνεχίσω να αποτυπώνω σκηνές από την καθημερινότητα αλλά και την κοσμολογική αντίληψη αυτών των κοινοτήτων και στα πέντε σημεία του πλανήτη, είναι γιατί κάποιες από αυτές μπορεί να μην υπάρχουν σε 20-25 χρόνια. Είναι η πρώτη φορά που καταγράφηκε μέσα από τη φωνή του πρωταγωνιστή της ταινίας, του Ιρά Κατακουί, ενός δεινού κυνηγού, ο μύθος της δημιουργίας [σ.σ. εννοεί τον δικό τους μύθο της δημιουργίας]. Όσο και αν έψαξα, βρήκα μόνο ένα απόσπασμα αυτού του μύθου σε ένα βιβλίο ανθρωπολογίας του ’50. Δεν είμαι επιστήμων ανθρωπολόγος, είμαι κινηματογραφιστής-ανθρωπολόγος, και μέσα από τη δική μου ανάγκη να ακουστεί σε έναν σύγχρονο κόσμο αυτή η φωνή και όλη η σοφία που μπορεί να περιέχει για τη φύση, μπορεί να διαφυλαχθούν πολύτιμες παραδόσεις».
«Δεν νιώθουν ποτέ μόνοι»

Ο Βλαδίμηρος διευκρινίζει πως δεν τον ενδιαφέρει αυτή η πουριτανική προσέγγιση της Δύσης, που θεωρεί πως είναι ανώτερη και μπορεί να προσφέρει βοήθεια σε αυτές τις κοινότητες. «Στον χρόνο που πέρασα μαζί τους, συνειδητοποίησα ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, προσπαθώντας να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του να ξεκολλήσει από τη Γη, απομακρύνεται από τον εαυτό του, τη φύση του. Είναι πολύ διαφορετική η σύνδεση που έχουν με τη γη, με τη φύση. Για εκείνους όλα είναι το ίδιο –κλαδιά, πουλιά, πέτρες, άνθρωποι–, δεν κάνουν διαχωρισμό των ειδών. Δεν μιλάνε απλώς για σεβασμό, αλλά για ένα σώμα».
Τον ρωτώ αν υπάρχουν ομοιότητες με τις δικές μας κοινωνικές ή συμπεριφορικές δομές. «Ο τρόπος που γελάνε, που μαζεύονται όλοι γύρω από ένα τραπέζι, που αγκαλιάζονται ή βυζαίνουν τα παιδιά τους, προστατεύοντάς τα. Παρατήρησα χέρια να χαϊδεύουν τα μαλλιά κάποιου όταν κοιμάται, δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί».

Από την άλλη, βέβαια, κάποιες από αυτές τις κοινωνίες είναι «αναρχικές», όπως μου εξηγεί, δεν τηρείται ιεραρχία, δεν υπάρχουν σαμάνοι, η γνώση μοιράζεται, ενώ πολλές από τις κοινότητες είναι μητριαρχικές, οι γυναίκες έχουν μεγάλη δύναμη. «Υπάρχουν μοιρασμένες υποχρεώσεις σε γυναίκες και άνδρες, αλλά δεν υπάρχει η αντίληψη ότι οι άνδρες είναι ανώτεροι. Πολλές γυναίκες μάλιστα θεωρούνται ιερά πρόσωπα». Επισημαίνει πως αυτά τα φύλα –νομαδικά τα περισσότερα– λειτουργούν όντως ως ομάδα. Τα παιδιά μεγαλώνουν όλα μαζί, με μεγαλύτερα παιδιά που προσέχουν τα μικρότερα, με άλλες μαμάδες ή γιαγιάδες, φροντίζοντας ο ένας τον άλλον. «Ζουν όλοι μαζί, δεν νιώθουν ποτέ μόνοι και ίσως γι’ αυτό να μην αισθάνονται θλίψη, αυτή τη θλίψη που πολύ εύκολα αναγνωρίζουμε στους Δυτικούς. Αν κάποιοι έχουν την τάση να απομονώνονται, αυτοί είναι οι σαμάνοι. Εκείνοι αισθάνονται αυτό το κενό μέσα τους, όπως οι δικοί μας ποιητές ή καλλιτέχνες· για κάποιον λόγο όμως εκείνοι ονειρεύονται και για τους άλλους. Θεωρούνται ιεροί. Αυτοί συνήθως θα ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο μες στο δάσος και, όταν ολοκληρωθεί η διαδρομή τους, επιστρέφουν και προσφέρουν τη γνώση τους, μοιράζονται τα οράματά τους και τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο είδαν τον κόσμο, προστατεύουν την κοινότητα».
Μια άλλη ηθική

Τον ρωτώ αν υπάρχει η έννοια της τιμωρίας, της επιβολής ποινής ή του αδικήματος, της προσβολής. «Δεν είδα ποτέ κάποιον να προσπαθεί να υποβιβάσει κάποιον άλλο στην κοινότητα, να ξεχωρίσει. Επίσης, παρατήρησα ότι δεν υπάρχει ιδιοκτησιακή σχέση με τα πράγματα ή τους ανθρώπους, δεν έχουν δικό μου και δικό σου, δεν βγαίνει καμία διάθεση εξουσίας». Μου αφηγείται ότι σε μία από τις αποστολές του έτυχε να γνωρίσει ένα νεαρό ζευγάρι. Είχαν μια κόρη και κάποια στιγμή η γυναίκα αναζήτησε καινούργιο σύντροφο, ο άνδρας ωστόσο δεν έδειξε να ενοχλείται. Τελικά, και εκείνος φαίνεται να έκανε σχέση με την αδελφή της γυναίκας του. Μετά κάθονταν όλοι μαζί. «Σκέφτεσαι ποια είναι τελικά τα όρια της ηθικής, γιατί μας έχει επιβληθεί η έννοια της ενοχής και του λάθους. Δεν λέω πως επέστρεψα ανώτερος ή ότι εμένα δεν θα με ενοχλούσαν συγκεκριμένες συμπεριφορές, παρατήρησα όμως ότι εκείνοι ζουν πέρα από το φάσμα της ηθικής. Στη διάρκεια των αποστολών, και λόγω αντίξοων συνθηκών, υπήρχαν εντάσεις με μέλη του συνεργείου, τους φαινόταν αδιανόητο το ότι θυμώναμε ή διαπληκτιζόμασταν για πράγματα μικρά».

Εκτός από την ηθική, υπάρχουν άλλες λέξεις που δεν γνωρίζουν; «Δεν ξέρουν τι σημαίνει άγχος, αλλά νιώθουν φόβο, έρχονται πια πολύ συχνά αντιμέτωποι με μεταλλευτικές εταιρείες ή υλοτόμους που διαταράσσουν την καθημερινότητά τους». Γνωρίζουν επίσης τη λέξη «όνειρα», αλλά δεν κάνουν σχέδια με τον τρόπο που οργανώνει τη ζωή του ένας άνθρωπος του σύγχρονου κόσμου. Η άλλη βασική τους διαφορά είναι ότι δεν αντιμετωπίζουν τον θάνατο ως τέλος, πιστεύουν στην επιστροφή των ψυχών. «Κάποιοι θεωρούν πως ο νεκρός πηγαίνει ανάποδα στο ποτάμι, φτάνει στην πηγή και επιστρέφει με άλλο πρόσωπο. Δεν υπάρχει ταμπού με τον θάνατο, γι’ αυτό και δεν έχουν ενοχές αν συμβεί οτιδήποτε».
«Κάποιοι θεωρούν πως ο νεκρός πηγαίνει ανάποδα στο ποτάμι, φτάνει στην πηγή και επιστρέφει με άλλο πρόσωπο. Δεν υπάρχει ταμπού με τον θάνατο, γι’ αυτό και δεν έχουν ενοχές αν συμβεί οτιδήποτε».
Τι του έλειψε όσο έζησε μαζί τους; «Ένα τέτοιο ταξίδι εμπεριέχει ρίσκο, από το να πάθεις γαστρεντερίτιδες μέχρι δάγκειο πυρετό και από το να αποχωριστείς το στεγνό σου στρώμα –ζεις σε ένα μόνιμα υγρό περιβάλλον– μέχρι το να διασχίσεις 900 χιλιόμετρα μέσα σε βάρκα, ακόμα και στη διάρκεια της νύχτας. Ξέρεις πως, αν η βάρκα σκιστεί από έναν κορμό δέντρου στο ποτάμι, έχεις ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσεις μέσα στο άγριο δάσος. Πρέπει να ακολουθείς τις συνήθειές τους, το πού τρώνε, πού πλένονται. Δεν γίνεται τίποτα τυχαία και από την άλλη τίποτα δεν μου έλειψε και τίποτα δεν με ξεβόλεψε. Αποζημιώνεσαι όταν βλέπεις μια πανσέληνο χωρίς να υπάρχει ηλεκτρισμός σε απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων».

