Υπήρχε κάποτε μια εποχή που κάθε σπίτι είχε, χωροταξικά, βιβλιοθήκη και δισκοθήκη. Η βιβλιοθήκη, συνήθως, βρισκόταν στο γραφείο και η δισκοθήκη σε κάποιο έπιπλο στο σαλόνι. Από τότε έχουν περάσει πολλές δεκαετίες και τα σπίτια μεγάλωσαν, αλλά σπανίως προβλέπουν εκτενείς χώρους για βιβλία και δίσκους. Η μουσική έχει ψηφιοποιηθεί, ενώ τα βιβλία, για διάφορους λόγους, έχουν πάψει να θεωρούνται απαραίτητα για την πλειονότητα των συμπολιτών μας. Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται πως κάποτε, όταν κάναμε επισκέψεις, χαζεύαμε βιβλία και δίσκους και σχεδόν καταλαβαίναμε αμέσως αν θα ταιριάξουμε φιλικά με τον οικοδεσπότη ή όχι. «Δείξε μου τι διαβάζεις και τι ακούς, για να σου πω ποιος είσαι;» Ναι, σχεδόν ίσχυε αυτό…
Ήταν Μάρτιος του 2021, όταν δέχθηκα ένα e-mail από την ομάδα του Ομίλου ΤΕΜΕΣ. Γνώριζα ότι ο όμιλος είχε στην ιδιοκτησία του ένα από τα πιο εμβληματικά τοπόσημα στην ιστορία της πόλεως των Αθηνών τα τελευταία 60 χρόνια, το περίφημο Χίλτον. Το mail με προσκαλούσε στα γραφεία της εταιρείας στο Παλαιό Φάληρο, να συζητήσουμε σχετικά με το νέο members club που σχεδιαζόταν να λειτουργήσει στις καινούργιες εγκαταστάσεις στη Βασιλίσσης Σοφίας, ανεξάρτητα από το ξενοδοχείο και τις ιδιωτικές κατοικίες. Ένα μεσημέρι Παρασκευής, λοιπόν, έστειλα μήνυμα στο 13033 για κατ’ εξαίρεση μετακίνηση (ήταν ακόμα η περίοδος της πανδημίας) και ξεκίνησα για κάτι που προφανώς με ενδιέφερε (η συνεργασία με μια μεγάλη και σοβαρή εταιρεία αναφορικά με τον νέο προορισμό της πρωτεύουσας), αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα εξελισσόταν σε μια απολαυστική επαγγελματική πρόκληση, που θα απαιτούσε την επιστράτευση πολλών διαφορετικών ικανοτήτων.
Από την πρώτη συνάντηση με το τμήμα Στρατηγικής και Ανάπτυξης της ΤΕΜΕΣ, κατάλαβα αμέσως τα εξής: πρώτον, η ομάδα ήταν υποδειγματικά στελεχωμένη. Δεύτερον, το όραμα ήταν ξεκάθαρο: ένα νέο, πολυδιάστατο σημείο αναφοράς που, σεβόμενο τη βαριά κληρονομιά του Χίλτον, θα κατέθετε κάτι εντελώς φρέσκο και σύγχρονο στην πόλη των Αθηνών. Τρίτον, το ζητούμενο ήταν μια πλήρης βιβλιοθήκη για τα μέλη: 1.600-1.800 ελληνικά και ξένα βιβλία. Η προοπτική ήταν τόσο ελκυστική, που δεν ήξερα καν αν κατάφερνα να καλύψω τον ενθουσιασμό μου πίσω από το σοβαρό επαγγελματικό προφίλ που όφειλα να κρατάω.
Η κουβέντα κύλησε πολύ θετικά, δεν είχε ακριβώς τη μορφή τυπικής συνέντευξης και κάπως έγινε σαφές ότι η συνεργασία ήταν επιθυμητή και από τις δύο πλευρές. Μου έδειξαν σχέδια και μακέτες των χώρων, όλα πολλά υποσχόμενα, και όταν ήρθε η ώρα να αποχωρήσω, κάποιος ανέφερε ότι «εκτός από τη βιβλιοθήκη, σκεφτόμαστε και για μια δισκοθήκη αποκλειστικά με βινύλια». Θυμάμαι ότι αυθόρμητα πήγα να πω «μα πρέπει να το αναλάβω και αυτό», αλλά φίλτραρα τον εαυτό μου, αντιλαμβανόμενος ότι πάντοτε η εξειδίκευση καθιστά κάθε επαγγελματία πιο αξιόπιστο. Γρήγορα, εντούτοις, αποφάσισα ότι η ευκαιρία δεν έπρεπε να πάει χαμένη: «Ξέρετε, μάλλον είμαι ο άνθρωπός σας και γι’ αυτό!».
Θέλω να ελπίζω ότι το θάρρος μου να αυτοπροταθώ ήταν δικαιολογημένο – αν όχι τότε, λόγω προδιαγραφών, τουλάχιστον σήμερα λόγω αποτελέσματος. Η ιδιωτική λέσχη House Of NYNN λειτουργεί από το καλοκαίρι του 2025 και από την πρώτη μέρα ήταν προσβάσιμες στα μέλη και η βιβλιοθήκη και η δισκοθήκη, γεμάτες με βιβλία και δίσκους που επιλέχθηκαν μέσα από μια μακρά διαδικασία (μεσολάβησαν, άλλωστε, τεσσεράμισι χρόνια από εκείνη την πρώτη συνάντηση μέχρι τα εγκαίνια) και με πολύ ειδικά κριτήρια. Πώς λοιπόν κάνεις την επιλογή των τίτλων;
Η ιδανική βιβλιοθήκη
Πρώτα, λαμβάνεις υπόψη σου τα πρακτικά δεδομένα: τα έπιπλα, τους διαθέσιμους χώρους και, ασφαλώς, τον συμφωνημένο προϋπολογισμό. Έπειτα, κάτι ίσως ακόμα πιο σημαντικό, το καθαρά ποιοτικό στοιχείο: σε ποιους θα απευθύνονται οι επιλογές σου; Ποιο θα είναι το προφίλ των μελών μιας τέτοιας λέσχης και τι θα περιμένουν να συναντήσουν; Ή, ακόμα πιο σωστά, τι θα ήθελαν να συναντήσουν, χωρίς απαραίτητα να το ξέρουν; Αφού καταλήξαμε σε όλα αυτά, ξεκίνησε η μεγάλη πρόκληση: να εξασφαλίσουμε όλα τα βιβλία και όλους τους δίσκους που θέλαμε.

Ευτυχώς, ο χρόνος αποδείχθηκε αρκετός. Είχα την πολυτέλεια, λόγω επαγγελματικών ρόλων στο παρελθόν (συνεργάτης σε έντυπα, ραδιοφωνικός παραγωγός, εμπορικός διευθυντής στα Public) να γνωρίζω σχεδόν όλους τους ανθρώπους που μπορούσαν να με εξυπηρετήσουν: εκδότες, διευθυντές πωλήσεων, εισαγωγείς, διανομείς. Ξεκίνησα αμέσως τις επαφές και με χαρά διαπίστωσα ότι κανείς δεν αντιμετώπισε αυτή την πρωτοβουλία απλώς ως μια πηγή εσόδων ή «μία ακόμα τιμολόγηση»· αντίθετα, όλοι τη χαιρέτισαν ακριβώς ως αυτό που ήταν: κάτι όμορφο και πρωτότυπο. Είναι αλήθεια ότι συχνά σε τέτοιου είδους λέσχες υπάρχει μια υποτυπώδης βιβλιοθήκη κυρίως για… χρήση στο Instagram και τα βιβλία επιλέγονται με βασικό κριτήριο τη… ράχη τους, ενώ ακόμα και στο εξωτερικό, κάποια ολοκληρωμένη δισκοθήκη δεν έχει τύχει να εντοπίσω, ούτε και σε ιστορικές λέσχες όπως το Athenaeum του Λονδίνου ή το Soho House ή το Ned’s Club στη Νέα Υόρκη – διοργανώνουν μεν βραδιές βινυλίου, αλλά δεν έχουν ανοιχτό έναν χώρο στα μέλη με πλήρη πρόσβαση σε κάποια πλήρη συλλογή.
Το πιο σημαντικό, όταν διαλέγεις μικρά έργα τέχνης, όπως τα βιβλία και οι δίσκοι, είναι να μην επιστρατεύεις το δικό σου γούστο και μόνο. Ως συλλέκτης ο ίδιος, θα ήταν πολύ εύκολο απλώς να διαλέξω τα «δικά μου αγαπημένα». Kάτι τέτοιο όμως δεν θα είχε κανένα νόημα. Το ζητούμενο ήταν εξαρχής να μείνουν ικανοποιημένα τα μέλη.
Όσον αφορά τα βιβλία, πλησίασα όλους τους σημαντικούς εκδότες και ζήτησα τις πλήρεις λίστες των ενεργών καταλόγων τους. Κάποιοι, αφού έκαναν ορισμένες διερευνητικές ερωτήσεις, σημείωσαν και προτεινόμενους τίτλους. Πέρα από τις προφανείς επιλογές των οίκων με τα μεγαλύτερα εκδοτικά προγράμματα, εξασφάλισα την παρουσία «μικρότερων», των οποίων όμως η συμμετοχή έκανε τη διαφορά: εκλαϊκευμένη επιστήμη από Κάτοπτρο και Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, δοκίμιο από Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου και Αλεξάνδρεια, τα λευκώματα της Άγρας και του Ποταμού, graphic novels από Ίκαρο και Οξύ δίπλα στα πιο γνωστά λογότυπα. Έμφαση δόθηκε στο non fiction (βιογραφίες, πολιτική, business, marketing, Ιστορία, φιλοσοφία, ψυχολογία), αλλά όταν ήρθε η ώρα, δεν μπόρεσα να μην κάνω κάποιες εξαιρέσεις: το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ από Gutenberg, το Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι από Μεταίχμιο, τα διηγήματα του Σόμερσετ Μομ από Άγρα, το Casino Royale του Φλέμινγκ από Διόπτρα, τις Ιστορίες της Ανατολής της Γιουρσενάρ από Πατάκη, τα ποιήματα του Ώντεν από Αντίποδες…
Ως συλλέκτης ο ίδιος, θα ήταν πολύ εύκολο απλώς να διαλέξω τα «δικά μου αγαπημένα». Kάτι τέτοιο όμως δεν θα είχε κανένα νόημα. Το ζητούμενο ήταν εξαρχής να μείνουν ικανοποιημένα τα μέλη.
Στη συνέχεια, είχαμε το στοίχημα των ξένων εκδόσεων, βιβλία δηλαδή στα αγγλικά: τα συγκριτικά εύκολα ήταν τα λεγόμενα art books, οι καλαίσθητες εκδόσεις της Taschen, της Assouline, της Prestel. Μετά όμως; Πώς διαλέγεις 350 ξενόγλωσσους τίτλους μέσα από excel εξαψήφιων διαθέσιμων τίτλων; Ευτυχώς, είχα την πολυτέλεια του χρόνου και κάθε εβδομάδα «χτένιζα» καταλόγους: Thames & Hudson, Faber & Faber, Bloomsbury, Harper Collins, Simon & Schuster, Knopf, Hachette και, φυσικά, Penguin/Random House, μεταξύ άλλων. Συνολικά, υπάρχουν αυτή τη στιγμή περισσότερα από 1.800 βιβλία σε δύο βιβλιοθήκες – ειδικά η εσωτερική είναι ένας ιδανικός χώρος για ανάγνωση, καθώς έχει αναπαυτικές καρέκλες και ένα υπέροχο φυσικό φως από τη Βασιλέως Γεωργίου: με έναν καφέ ή τσάι δίπλα, μπορεί κανείς να χαθεί με τις ώρες μέσα στις σελίδες όποιου βιβλίου επιλέξει.
Ψάχνοντας βινύλια
Στη μουσική, τα πράγματα ήταν ελαφρώς πιο δύσκολα, διότι τα βινύλια διακρίνονται, παρά τη δημοτικότητα που έχουν επανακτήσει, από μια κακή… συνήθεια: εξαντλούνται πολύ γρήγορα. Εκεί, λοιπόν, έγινε ένας πρώτος κύκλος επαφών με όλες, ουσιαστικά, τις δισκογραφικές εταιρείες στην Ελλάδα: αφού εξασφαλίσαμε πρόσβαση στους καταλόγους πολυεθνικών εταιρειών, αναζητήσαμε και πιο ιδιαίτερες κυκλοφορίες: τους δίσκους της γερμανικής ECM, σύγχρονη ελληνική σκηνή από Inner Ear και Puzzlemusik, σημαντικές επανεκδόσεις από τη Vea Music, εναλλακτικό ήχο από τη Rockarolla και για κλασική μουσική και όπερα, εκτός από τις γνωστές ετικέτες όπως η Deutsche Grammophon, απευθυνθήκαμε στον Ηλία Ποτουρίδη του Opera Compact Disc, που μας εξασφάλισε μέχρι και κατηργημένες κυκλοφορίες της Melodiya, της μοναδικής δισκογραφικής εταιρείας που λειτουργούσε από το 1964 και έπειτα στη Σοβιετική Ένωση! Ακόμα όμως και όταν ολοκληρώθηκαν αυτές οι παραλαβές, είχαμε σημαντικές ελλείψεις σε τίτλους που είτε ήταν επισήμως κατηργημένοι είτε δεν ήταν προσωρινά διαθέσιμοι: γίνεται όμως να υποδεχθεί κόσμο μια δισκοθήκη χωρίς να έχει το What’s Going On του Μάρβιν Γκέι ή το Solid Air του Τζον Μάρτιν; Εκεί, για πρώτη φορά, δεν δουλέψαμε με αρχεία excel και ηλεκτρονικές παραγγελίες· χρειάστηκαν επισκέψεις σε δισκοπωλεία, σε κακοφωτισμένα υπόγεια, ψάξιμο σε χαρτόκουτες, κάτω από ξύλινες σκάλες, έχοντας αποδεχτεί ότι κάποιοι δίσκοι θα ήταν μεταχειρισμένοι, αρκεί να εξασφαλίζαμε ότι θα βρίσκονταν σε άριστη κατάσταση. Καταλυτική βοήθεια σε αυτό είχα από τον Δήμο Πασσά στο δισκοπωλείο Rock ’n’ Roll Circus, που όχι μόνο μου επέτρεψε να ελέγχω πρώτος κάθε νέα φουρνιά βινυλίων που έφτανε στα χέρια του, αλλά και αναζήτησε μέσω κάθε πιθανού καναλιού συγκεκριμένους δίσκους που δεν μπορούσα να βρω αλλού.
Όταν επιλέγεις έναν πεπερασμένο αριθμό τίτλων για μια συλλογή, είναι εξίσου σημαντικό να ξέρεις τι αφήνεις εκτός, αφού a priori αυτά που θα διαλέξεις θα είναι πολύ λιγότερα. Σκεφτείτε το: υπάρχουν περίπου 90.000 αξιόλογοι δίσκοι από το 1931 που κυκλοφόρησε ο πρώτος δίσκος 33 ¹/ στροφών μέχρι σήμερα, ενώ, όσον αφορά τα βιβλία, μόνο στη χώρα μας κυκλοφορούν περισσότεροι από 11.000 τίτλοι τον… χρόνο.
Οι αριθμοί:
1.700 βιβλία από 25 Έλληνες και 92 ξένους εκδότες
1.600 βινύλια από 15 διαφορετικούς προμηθευτές και περισσότερες από 100 διαφορετικές δισκογραφικές ετικέτες
Όπως λοιπόν στα βιβλία δεν αντιμετωπίσαμε τη λογοτεχνία ως βασική μας προτεραιότητα, έτσι και στα βινύλια δεν ασχοληθήκαμε με τις κατηγορίες μουσικής που προορίζονται πρωτίστως για διασκέδαση εντός συγκεκριμένων χώρων: λαϊκό ελληνικό τραγούδι, ηλεκτρονική μουσική με υψηλά bpm (π.χ. τρανς) ή είδη όπως το μέταλ ή το σκληρό ροκ, που δεν προσφέρονται τόσο για χαλαρωτικές ακροάσεις σε ένα Αναλογικό Δωμάτιο, όπως λέγεται ο χώρος όπου στεγάζεται η δισκοθήκη. Μέσα σε αυτό το δωμάτιο έχουν συνδεθεί και τα εξαιρετικά μηχανήματα που εξασφαλίζουν μοναδική πιστότητα ήχου: ένα βρετανικό πικάπ Linn, ένας ιαπωνικός ενισχυτής Accuphase και δύο αμερικανικά ηχεία Forte IV – δηλαδή ένας συνδυασμός που πολύ δύσκολα μπορεί να έχει ένας ακροατής σπίτι του. Μπείτε, όμως, στο Αναλογικό Δωμάτιο, βάλτε την επανέκδοση του Time Out των Dave Brubeck Quartet σε βινύλιο 180 γραμμαρίων από την Columbia/Legacy, καθίστε στον καναπέ απέναντι από τα δύο ηχεία, κλείστε τα μάτια και θα νομίζετε ότι ο Τζο Μορέλο παίζει ντραμς ειδικά για εσάς μέσα στον ίδιο χώρο. Κι ας έχει φύγει από τη ζωή εδώ και 15 χρόνια.

Αυτή είναι η μαγεία μιας τέτοιας δισκοθήκης: συγκεντρώνει όλα αυτά τα σπουδαία άλμπουμ που έχουν γράψει ιστορία για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί είναι εξαιρετικά στο σύνολό τους (συνθέσεις/εκτέλεση/παραγωγή/σχεδιασμός εξωφύλλου) και δεύτερον γιατί έρχονται από μια εποχή που η μουσική ήταν πολύ σημαντική. Κλείνοντας την ηχομονωμένη πόρτα του Αναλογικού Δωματίου, λοιπόν, και επιλέγοντας ένα άλμπουμ μέσα από όλα αυτά τα ήδη «επίλεκτα», κάνεις μια πράξη εκτός της δικής μας εποχής: ακούς έναν δίσκο με αρχή, μέση, τέλος. Με δύο, τουλάχιστον, πλευρές. Δεν πατάς «skip». Δεν ακούς κάτι βιαστικά για τρία λεπτά. Δεν χρησιμοποιείς την οθόνη του κινητού σου. Δεν αδικείς την τέχνη της μουσικής στριμώχνοντάς τη σε υπηρεσίες streaming μέσα από ασύρματα ηχεία. Την ακούς όπως εξαρχής είχε φτιαχτεί για να ακούγεται.
Σάουντρακ όπως του Blade Runner του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Εναλλακτικό ροκ από Clash μέχρι Arctic Monkeys. Μπλουζ από Τζον Λι Χούκερ μέχρι Ρόμπερτ Κρέι. Ελεκτρόνικα από Art Of Noise μέχρι Daft Punk. Ελληνικό ρεπερτόριο από Γιάννη Σπάρτακο μέχρι Στέρεο Νόβα. Σολίστ από Ζακλίν Ντι Πρε μέχρι Βαν Κλίμπερν. Μαέστροι από Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν μέχρι Θεόδωρο Κουρεντζή. Μπόσα νόβα, τάνγκο, μουσικές του κόσμου, χιπ χοπ, ρέγκε, σόουλ/φανκ, ποπ. Κλασικό ροκ, που είναι και η πιο δημοφιλής κατηγορία στη χώρα μας – από την ώρα που άνοιξε το κλαμπ, οι δίσκοι των Pink Floyd και των Fleetwood Mac είναι αυτοί που έχουν παιχτεί περισσότερο! Και, τέλος, μία από τις καλύτερες συλλογές τζαζ, που καταλαμβάνει τον μεγαλύτερο χώρο στα ράφια, καλύπτοντας όλο το φάσμα της, από τα χρόνια του σουίνγκ μέχρι τη νιου τζαζ των BadBadNotGood.
«Γιατί αυτά και όχι εκείνα;»
Έχουμε αφήσει ένα μικρό περιθώριο για κάποιες ενισχύσεις: Θα βγει κάτι σημαντικό καινούργιο; Θα επανεκδοθεί κάτι ακόμα πιο σημαντικό παλιό; Θα τα χρειαστούμε και αυτά. Και θα γίνει αμέτρητες φορές ο διάλογος «γιατί αυτά και όχι εκείνα;». Θα έκανα διαφορετικές επιλογές αν μου ζητούσε κάποιος να ξανακάνω το ίδιο μεθαύριο; Εκτιμώ πως όχι, ελάχιστες θα ήταν οι προσθαφαιρέσεις και μερικές φορές ρόλο σε αυτό παίζει καθαρά η τρέχουσα διαθεσιμότητα. Αλλά κάθε φορά που επισκέπτομαι αυτούς τους χώρους, βλέπω κάποιον να ξεφυλλίζει ένα βιβλίο, να ρωτάει αν μπορεί να το δανειστεί ή κάποιον να τοποθετεί με προσοχή ένα βινύλιο στο πικάπ και να κάθεται αναπαυτικά με το ποτό του, χωρίς να έχει το κινητό του δίπλα, νιώθω ότι συμμετείχα σε κάτι που θα έχει διάρκεια. Που θα αντέχει στον χρόνο. Γιατί είμαι σίγουρος ότι και σε τριάντα χρόνια από τώρα, όλα αυτά θα παραμένουν σημαντικά. Μέσα στις σελίδες των βιβλίων και στα αυλάκια των δίσκων συναντάμε το μεγαλείο του ανθρώπινου πολιτισμού. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να εξασφαλίζουμε τον χρόνο και τη διάθεση για να συντονιζόμαστε μαζί του.
Τρία όχι και τόσο συνηθισμένα βιβλία της βιβλιοθήκης
Julian Bell: Καθρέφτης του κόσμου. Μια νέα ιστορία της τέχνης (Μεταίχμιο, 2009) Μέσα από 372 εικόνες και περιγραφικούς χρονολογικούς πίνακες, ο αναγνώστης διατρέχει την Ιστορία της Τέχνης από τα προϊστορικά χρόνια έως τις μέρες μας, μέσα σε 500 σελίδες!

David Lynch: Someone Is in My House (Prestel, 2019) Η άλλη πλευρά του σπουδαίου Αμερικανού σκηνοθέτη: multimedia έργα, φωτογραφίες, πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά – εκφάνσεις του ταλέντου του που μάλλον δεν γνωρίζατε.

Γιάννης Μαμάης: Κολοφώνες (Gutenberg, 2024) Με υπότιτλο «Η μνήμη της τελευταίας σελίδας», αυτή η υπέροχη έκδοση μας θυμίζει ότι στην τελευταία σελίδα κάθε βιβλίου πρέπει ο αναγνώστης να συναντά ένα εικαστικό κατόρθωμα, ένα αυθεντικό έργο τέχνης.

Τρία πολύ ιδιαίτερα βινύλια
Tuxedomoon: Ghost Sonata (Crammed, 1991) Το συγκρότημα από το Σαν Φρανσίσκο που μετακόμισε στις Βρυξέλλες και λατρεύτηκε στη χώρα μας, σε ένα κομψοτέχνημα νεοκλασικής μουσικής.

Eden Ahbez: Eden’s Island – The Music Of An Enchanted Isle (Everland Psych, 2022) Ειδική έκδοση σε ξύλινο κουτί για την 60χρονη επέτειο από την κυκλοφορία του μοναδικού, ουσιαστικά, άλμπουμ του καλλιτέχνη, που πρακτικά ήταν ο πρώτος χίπης στην ιστορία. Έγινε γνωστός ως συνθέτης του Nature Boy που έκανε τεράστια επιτυχία ο Nat King Cole. Δίσκος που ταξιδεύει τον ακροατή σε εξωτικά μέρη!

Bohren & Der Club Of Gore: Bohren For Beginners (PIAS, 2023) Τριπλή συλλογή με τις καλύτερες στιγμές του γερμανικού συγκροτήματος που παίζει νυχτερινή τζαζ για φανταστικά φιλμ νουάρ.


