Υπάρχει ένας μύθος για κάποιους ανθρώπους, ζώα και πράγματα, που λέει πως π.χ. τη Μαντόνα (άνθρωπος) ή την αγαπάς ή τη μισείς. Παρ’ όλα αυτά, εσένα μπορεί να σου αρέσουν μόνο κάποια κομμάτια της ή να αγνοείς παντελώς την ύπαρξή της. Ναι, δεν υπάρχει μόνο «μέση», μα και «άλλη» οδός. Ένας τέτοιος μύθος, με πολύ βαθιές ρίζες, κυκλοφορεί και για το πολιτισμικό φαινόμενο των χριστουγεννιάτικων «standards», είτε μιλάμε για το All I want for Christmas is you της Μαράια Κάρεϊ είτε για το Last Christmas των Wham! είτε για το Have yourself a merry little Christmas του Φρανκ Σινάτρα είτε για την Άγια Νύχτα, τραγουδισμένη από τη χορωδία του Δημήτρη Τυπάλδου.
Όλα αυτά τα τραγούδια θεωρείται ότι «μας διχάζουν». Μάλιστα, έχουν δοθεί και οι σχετικές εξηγήσεις, που συχνά ενδύονται (ψευδο-)επιστημονικό μανδύα, για να γίνουν πιο πιστευτές. Εφόσον γίνουν, έρχονται και επιδρούν πάνω στον μύθο, ισχυροποιώντας την πρόσληψή του ως πραγματικότητα. Όπως και να ’χει, βέβαια, παρατηρώντας τον κόσμο γύρω μας, διαπιστώνουμε πως, όντως, κάποιοι ανυπομονούν να σημάνει η Κάρεϊ την έναρξη της εορταστικής περιόδου και κάποιοι άλλοι εκνευρίζονται που πάνε μια βόλτα στην Ερμού και παίζουν παντού τα Πιο γλυκά Χριστούγεννα της Άντζυς Σαμίου – για έναν σωρό πιθανούς λόγους· π.χ. δεν τους αρέσει η Σαμίου.

Οι έμποροι, πάντως, τα «jingle bells» τα ακούν ως τον «ήχο του καπιταλισμού». Έρευνες έχουν δείξει ότι κάνουν τους πελάτες να μπουν σε εορταστική διάθεση, κάτι που με τη σειρά του έχει συνδεθεί με (επιθυμία για) αυξημένη κατανάλωση. Και όσοι δεν έχουν χρήματα, που είναι χρήσιμα για την κίνηση της αγοράς, είναι εύλογο να βιώσουν αρνητικά συναισθήματα, όπως μειονεξία. Επίσης, τα ίδια τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια είναι εμπορεύματα. Οι δισκογραφικές εταιρείες, μάλιστα, πέρα από τα έσοδα που αντλούν από τις πλατφόρμες streaming, συνηθίζουν να ανατυπώνουν –χωρίς να προβούν σε έξοδα για νέες παραγωγές– τον ιστορικό τους κατάλογο, καθώς κάθε χρόνο παίζονται και πουλάνε «τα ίδια και τα ίδια».
Αυτή η συνθήκη, της ενιαύσιας μουσικής επανάληψης, σε κάποιους δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας, μερικούς τους κουράζει και άλλους δεν τους κάνει «ούτε κρύο ούτε ζέστη». Σε κάθε περίπτωση, τα περισσότερα «εορταστικά σουξέ» έχουν μελωδίες κολλητικές σαν μελομακάρονα, συχνά φτιαγμένες με «υπολογιστικό» τρόπο, ενώ οι στίχοι τους μιλούν για γενικώς θεωρούμενα ευχάριστα πράγματα – τη χαρά, τη συγκίνηση, τα δώρα, τη νοσταλγία, την οικογενειακή θαλπωρή, τα παιδικά χρόνια, τις διακοπές. Αν, δε, πετύχουν τον στόχο τους, απελευθερώνουν στον ανθρώπινο εγκέφαλο ντοπαμίνη, ωκυτοκίνη και διάφορες ενδορφίνες, που μας κάνουν να αισθανόμαστε ωραία.
Τα ίδια πράγματα, όμως, μπορεί κάποιους ανθρώπους να τους εκνευρίζουν, να τους φαίνονται γλυκανάλατα, να τους αφήνουν αδιάφορους. Επίσης, υπάρχουν και οι «αναστοχαστικοί τύποι» που, συνειδητά, δεν θέλουν να αφήνονται στη χειραγώγηση των τραγουδιών – ναι, η μουσική σε παίρνει από το χέρι και σε οδηγεί εκεί που εκείνη θέλει, π.χ. στο καλάθι σου στο Amazon. Πού καταλήγουμε λοιπόν; Στον Λουκρήτιο, ο οποίος στο έργο του Περί της φύσεως των πραγμάτων αναφέρει τη λατινική παροιμία «quod ali cibus est, aliis est venenum»: Ό,τι για κάποιον είναι τροφή, μπορεί για κάποιον άλλο να είναι δηλητήριο. Καλή όρεξη, φέτος, τα Χριστούγεννα και να προσέχετε τι ακούτε.

