Μέσα από τις «δουλειές» του αυτή τη σεζόν («Σέρρες» και «Να μ’ αγαπάς» στην τηλεόραση, «Ο Μαγεμένος Βοσκός» από τους Bijoux De Kant στο θέατρο), ο Αλέξανδρος Πιεχόβιακ εξερευνά τι σημαίνει να αγαπάς και να αγαπιέσαι σε διαφορετικές καταστάσεις αλλά και εποχές. Με τη φετινή του εμφάνιση στην τηλεόραση να έχει συζητηθεί πολλές φορές για τους λάθος λόγους, ο Αλέξανδρος ξεκινά να μου μιλά, με πολύ ειλικρινή τρόπο, για όσα τον προβληματίζουν.
«Δεν καταλαβαίνω γιατί οι ηθοποιοί πρέπει να δίνουμε συνεντεύξεις», μου λέει. «Θεωρώ ότι υπάρχουν ειδικότητες πολύ πιο σημαντικές που δεν τους δίνουμε το βήμα. Αντίστοιχα, θεωρώ ότι ο ηθοποιός στο τώρα, έχει χάσει πολύ τη θέση και τη δύναμή του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Έχουμε μετατραπεί περισσότερο σε περσόνες και εικόνες».
Όπως και να ‘χει όμως, επηρεάζετε από τη στιγμή που υπάρχετε δημόσια.
Είναι αλήθεια πως μπαίνουμε καθημερινά στα σπίτια των ανθρώπων και αυτό είναι ανεκτίμητο. Σήμερα που πήγα τη Σάσα (σ.σ. Το σκυλί του) βόλτα το πρωί, με σταματάει μια κυρία και μου λέει «Σε έχω σαν παιδί μου» και συνειδητοποιώ ότι όντως μπορείς να τους κρατάς συντροφιά και παρέα στη μοναξιά τους, στα προβλήματά τους, στη μέρα τους συνολικά. Γι’ αυτό θεωρώ ότι πρέπει να εστιάζουμε περισσότερο στη δουλειά μας, παρά στο γύρω-γύρω. Η δουλειά μας ως ηθοποιοί είναι να λέμε ιστορίες όχι να κάνουμε πρωταθλητισμό.
Γιατί πιστεύεις ότι γίνεται αυτό;
Έχουμε άποψη για τα πάντα. Εννοείται πως στηρίζουμε την ελευθερία του λόγου, αυτό πρεσβεύουμε και αυτό διεκδικούμε, αλλά το γεγονός ότι ανεξέλεγκτα και αφιλτράριστα λέμε τόσο πολύ την άποψή μας για τα πάντα είναι ένα μεγάλο πρόβλημα.

Και αυτό φάνηκε και στα σχόλια που δεχτήκατε για τις «Σέρρες».
Καταναλώνουμε τα πάντα. Θεωρούμε ότι ο άλλος μας ανήκει, ακόμη και στις σχέσεις μας, και επειδή μας ανήκει μπορούμε να τον φάμε, σε πολλά εισαγωγικά. Κι αυτό ακριβώς συνέβη και με τις «Σέρρες». Η σειρά μιλά για την αγάπη σε μια συνθήκη γενικότερης βίας και αυτό πολλούς τους τρομάζει. Δεν μιλά μόνο για τη σχέση δύο αγοριών, αλλά για την αποδοχή και την αγάπη σε κάθε πλαίσιο.
Θυμάμαι να διαβάζω στο σενάριο: «Θέλω να έρθεις από τη δική μου τη μεριά. Δεν χρειάζεται να υπάρχει η μία και η άλλη πλευρά». Δεν χρειάζεται να είμαστε σε στρατόπεδα, μπορούμε να συνυπάρχουμε και να ζούμε όλοι μαζί σε κοινό πλαίσιο χωρίς να πρέπει να προσδιοριστούμε από ταμπέλες και ταυτότητες. Έχουμε την ανάγκη να βάλουμε τον άλλον σε κουτάκι για να τον ελέγξουμε. Και αυτό είδα στα σχόλια στο Χ. Ήταν σαν ένα case study. Είτε ανώνυμα είτε επώνυμα -το ίδιο επικίνδυνο είναι- άνθρωποι έκριναν τη σειρά μόνο και μόνο για τη σεξουαλικότητα των χαρακτήρων της. Και συνειδητοποιώ πόσο επιτακτικό είναι να φέρουμε τέτοιες ιστορίες στην επιφάνεια και να γίνουν καθημερινό βίωμα. Αλλά την ίδια στιγμή με πιάνει μια θλίψη.
Γιατί το λες αυτό;
Γιατί, για εμένα, είναι δεδομένα αυτά τα πράγματα. Και είναι τρομακτικό ότι πρέπει συνεχώς να επανερχόμαστε στο δεδομένο που λέγεται την αγάπη. Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό πρέπει να εγείρει σχόλια βίας, σχόλια εχθρικότητας. Από την άλλη σκέφτομαι ότι αυτή τη στιγμή συμβαίνουν στον κόσμο πράγματα όπως είναι η Παλαιστίνη και συνειδητοποιείς πως το τι είναι δεδομένο είναι πολύ σχετικό.
Πιστεύεις ότι η αγάπη είναι δεδομένη;
Εγώ μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον που με προστάτευσε με αυτές τις αξίες και με έκανε να πιστέψω πως όντως η αγάπη είναι δεδομένη. Αλλά μετά κοιτάω έξω, ακούω ιστορίες από τους φίλους μου, διαβάζω και καταλαβαίνω πως η πραγματικότητα απέχει πολύ – ακόμη και σε κοντινά μου περιβάλλοντα, ακόμη και στην οικογένεια που μένει στο δίπλα σπίτι. Σκέφτομαι ότι και με τους γονείς μου κάναμε μεγάλο δρόμο για να μπορέσουμε να έχουμε μια ουσιαστική επικοινωνία.
Ήταν εύκολη πορεία;
Οι γονείς μου είναι δύο άνθρωποι που ήρθαν από την Πολωνία έχοντας πίσω τους πτυχία. Όταν ήρθαν στην Ελλάδα ήθελαν για τον γιο τους το καλύτερο, δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι θα ασχοληθώ με το θέατρο και θα πεινάσω. Μου λένε θα γίνεις αρχιτέκτονας και το έκανα γιατί ήταν ο τρόπος μου να ξεφύγω. Δούλευα από τα 18 μου για να τους πω «παιδιά, δική μου επιλογή». Πρέπει να έχουμε δικαίωμα στο λάθος. Δεν γίνεται να φτάσεις στα 60 και να έχεις το απωθημένο ότι δεν προσπάθησες για αυτό που ήθελες. Και άμα αποτύχεις, πας παρακάτω. Βέβαια, πάντα θέλεις να έχεις δύο γονείς δίπλα σου είτε αυτό έχει να κάνει με την αποδοχή μιας σχέσης, είτε έχει να έχει να κάνει με την αποδοχή του τρόπου ζωής. Τώρα είμαστε σε ένα σημείο που με καταλαβαίνουν γιατί με βλέπουν χαρούμενο. Και αυτό αρκεί. Είναι τόσο εγωιστικό να μιλάμε για τις ζωές των άλλων. Στο κάτω-κάτω ποιος είσαι εσύ που θα ορίσεις την ευτυχία του άλλου;
Και τι ήταν αυτό που σε έκανε να φύγεις;
Δεν μπορώ να στο προσδιορίσω με λέξεις, αλλά στην επαρχία υπάρχει αυτή η αίσθηση ότι κάτι σε στενεύει. Οπότε, επειδή από πολύ νωρίς υπήρχε η συζήτηση περί σπουδών στο σπίτι, κατάλαβα ότι αυτή ήταν η διέξοδός μου. Άρα πώς θα φύγω από τη Λάρισα; Διαβάζοντας. Γιατί όσο κλισέ κι αν ακούγεται τα βιβλία σου ανοίγουν όντως νέους ορίζοντες. Είμαστε σε μία εποχή που προσέχουμε πολύ τι λέμε και σκέφτομαι πολλές φορές ότι έχουμε φτάσει στην υπερβολή του political correctness. Αλλά από την άλλη, οι λέξεις φτιάχνουν κόσμους. Δηλαδή άμα ένα παιδί μεγαλώνει με συγκεκριμένες λέξεις, με το «σε ευχαριστώ», με το «έχεις δίκιο», με το «σε αγαπώ», αυτές οι λέξεις είναι που του δημιουργούν κόσμους από τους οποίους μπορεί να φτιάξει μετά τις άμυνές του και να ζήσει.

