Η Ελίζαμπετ Τόνεφ πρέπει να ήταν περίπου τριών ετών όταν έστησε για πρώτη φορά τα πόδια της στην πρώτη position. Δεν θυμάται το πρώτο μάθημα, αν έκλαιγε ή αν ενθουσιάστηκε με τις ροζ φουστίτσες και τα καλσόν∙ για την ίδια, η αίθουσα χορού ήταν ο φυσικός της χώρος. Οι γονείς της, χορευτές και εκείνοι στο Κρατικό Μπαλέτο Βερολίνου, είχαν ανοίξει ιδιωτική σχολή χορού. Την έπαιρναν παντού μαζί από μωρό, ίσως και από ανάγκη. «Οι περισσότεροι χορευτές ανατρέχουν σε μια παράσταση που στάθηκε η αφορμή για να ξεκινήσουν. Εγώ δεν έχω τέτοιες εικόνες, νομίζω πως περισσότερο ερωτεύτηκα τη διαδικασία. Με γοήτευε ό,τι προηγείται μιας παράστασης: οι αμέτρητες δοκιμές, ο ιδρώτας, η σκληρή δουλειά, τα μαθήματα, η ρουτίνα των χορευτών, αλλά και η ένταση, το άγχος μιας πρεμιέρας». Παραδέχεται πως η πορεία της έμοιαζε προδιαγεγραμμένη, όμως ξεκαθαρίζει πως οι γονείς της δεν την πίεσαν να ακολουθήσει τον χορό επαγγελματικά. «Το αντίθετο, μου έλεγαν πως δεν πρέπει να επηρεάζομαι από τις δικές τους αποφάσεις και μου τόνιζαν ότι ο συγκεκριμένος χώρος είναι δύσκολος».
Η 25χρονη χορεύτρια, γεννημένη στο Βερολίνο, με πατέρα Βούλγαρο και μητέρα Ισπανίδα, θα ερμηνεύσει τη Ζιζέλ στις πρώτες δύο παραστάσεις της νέας παραγωγής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (και κατά τη γνώμη μου, η πλέον κατάλληλη ηλικιακά για να ερμηνεύσει τον ρόλο της αθώας χωριατοπούλας που καταρρέει ψυχικά όταν ανακαλύπτει την πραγματική ταυτότητα του πρώτου της έρωτα).

Επισκέπτεται την Αθήνα για πρώτη φορά, όμως στον συγκεκριμένο ρόλο έχει ήδη δοκιμαστεί σε παραγωγή του Κρατικού Μπαλέτου της Βαυαρίας. Η ένταξή της, μάλιστα, ως Α΄ χορεύτριας στο διάσημο σχήμα –μέχρι πέρυσι χόρευε ως σολίστ στο Εθνικό Μπαλέτο Ολλανδίας – έχει προκαλέσει ενθουσιασμό. Τα γερμανικά ΜΜΕ την επευφημούν, αναγνωρίζοντάς της πως είναι μία από τις λίγες Γερμανίδες ψηλά στην ιεραρχία σε μεγάλο γερμανικό μπαλέτο.
Η αρχή
Σε ηλικία δέκα χρόνων, η Ελίζαμπετ αφήνει τη σχολή των γονιών της και δίνει εξετάσεις στην Κρατική Σχολή Χορού στο Βερολίνο. «Στη σχολή της οικογένειάς μου υπήρχε απλώς η αγάπη για το μπαλέτο. Ξεκινώντας, όμως, μαθήματα στην επαγγελματική σχολή, συνειδητοποίησα πόσο απαιτητικό ήταν αυτό που επιχειρούσα να σπουδάσω». Στα 16 της συμμετέχει, κιόλας, σε παραγωγές του Κρατικού Μπαλέτου Βερολίνου και στα 19 της δέχεται πρόσκληση από τη βοηθό του καλλιτεχνικού διευθυντή στο Εθνικό Μπαλέτο Ολλανδίας να ενσωματωθεί στην junior company. «Στην πραγματικότητα, η πρόσκληση είχε έρθει έναν χρόνο νωρίτερα, όμως ήθελα να τελειώσω το σχολείο. Αυτή ήταν πάντα μία από τις βασικές συμβουλές της μητέρας μου, ώστε αν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά με τον χορό, να έχω και άλλες επιλογές. Δεν ήθελα μετά από τόση προσπάθεια να τα παρατήσω και να φύγω».

Στην junior company μένει έναν χρόνο και την επόμενη σεζόν μεταπηδά στο corps de ballet του Εθνικού Μπαλέτου Ολλανδίας. Της αναθέτουν τον κεντρικό ρόλο στο έργο Live του Χανς βαν Μάνεν. «Ο ρόλος δόθηκε σ’ εμένα και στη Μάια Μακατέλι, πρώτη χορεύτρια στην ομάδα. Πέρασε αρκετό διάστημα για να συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλη ευκαιρία ήταν αυτή. Ήμουν 20 χρόνων». Τα επόμενα τρία χρόνια προήχθη σε σολίστ, χόρεψε την Κλάρα στον Καρυοθραύστη, την πριγκίπισσα Ωρόρα στην Ωραία Κοιμωμένη, την Κίτρι στον Δον Κιχώτη και το 2024 απέσπασε το σημαντικό βραβείο Κonstanze Vernon, που φέρει το όνομα της ιδρύτριας του Κρατικού Μπαλέτου Βαυαρίας. «Υπάρχουν καλές και κακές πλευρές όταν ανεβαίνεις τόσο γρήγορα. Το καλό είναι ότι δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς, το άσχημο είναι ότι έρχεσαι συνεχώς αντιμέτωπη με μια τεράστια ευθύνη να διατηρήσεις το υψηλό επίπεδο για το οποίο σε επαινούν. Όταν πιέζομαι, θυμάμαι πως οι γονείς μου μου έλεγαν ότι πρέπει να είμαι πάντα προσγειωμένη και ευγνώμων για την ευκαιρία που μου δόθηκε να πραγματοποιήσω το όνειρό μου. Κάθε μέρα μού υπενθυμίζω ότι χορεύω για μένα – κάνω κάτι που με γεμίζει χαρά. Έχω την τύχη να είμαι σε μια δουλειά που ξεκίνησε ως χόμπι και που, σε αντίθεση με πολλούς επαγγελματίες σε άλλους τομείς, την εκτελώ πάντα με χαμόγελο, με πάθος».
«Οι γονείς μου μου έλεγαν ότι πρέπει να είμαι ευγώμων για την ευκαιρία που μου δόθηκε να πραγματοποιήσω το όνειρό μου. Κάθε μέρα μού υπενθυμίζω ότι χορεύω για μένα».
Τι σκέφτεται για τη λέξη «θυσία»; «Με ρωτούν πολλοί, δεν αντιλαμβάνομαι κάτι ως θυσία. Νομίζω, όμως, πως η πιο δύσκολη περίοδος ήταν όταν σπούδαζα στην εφηβεία. Γιατί εκεί πρέπει να πείσεις τον εαυτό σου να προσπαθήσει σκληρά χωρίς να έχεις βιώσει τη χαρά της σκηνής. Δεν ξέρεις πόσο όμορφο είναι αυτό για το οποίο πασχίζεις μέχρι να βρεθείς μπροστά σε κοινό».
Η Ζιζέλ

Τη ρωτώ αν συνδέεται με τον χαρακτήρα της Ζιζέλ και αν έχει αγαπημένο ρόλο από το κλασικό ρεπερτόριο. «Ίσως λόγω καταγωγής αισθανόμουν πιο άνετα με την Κίτρι στον Δον Κιχώτη, όμως σε αυτές τις κλασικές ιστορίες βρίσκεις πάντα κάποιο νήμα που να σε συνδέει με τον χαρακτήρα που υποδύεσαι. Στη Ζιζέλ, με ιντριγκάρει το πώς θα αποδώσω τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της ηρωίδας μου και με συγκινεί αυτή η υπέρβαση που κάνει, το ότι υπερασπίζεται τον αγαπημένο της ακόμα και αν εκείνος την έχει προδώσει. Ο δυναμισμός της Β΄ πράξης είναι τόσο κόντρα στην εύθραυστη Ζιζέλ της Α΄ πράξης».

Της λέω ότι προσωπικά θα προτιμούσα να δω μια πιο «πειραγμένη» εκδοχή της Ζιζέλ και πιο συντονισμένη με τον 21ο αιώνα. Το μπαλέτο παρουσιάστηκε πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1841 στην Όπερα του Παρισιού και συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία της φιλοσοφικής τάσης που το γέννησε: ρομαντισμός, χρήση υπερφυσικών στοιχείων μέσα από τα Βίλι (πνεύματα νεκρών, προδομένων από τους εραστές τους κοριτσιών που μεταμορφώνονται σε ξωτικά γυρεύοντας εκδίκηση), έκρηξη συναισθημάτων. Της φέρνω το παράδειγμα του Ματς Εκ αλλά και του Άκραμ Καν, που έφεραν την ιστορία στο σήμερα, ο πρώτος σε ένα ψυχιατρικό άσυλο και ο δεύτερος σε μια φάμπρικα όπου δουλεύουν μετανάστριες, μεταξύ των οποίων και η Ζιζέλ. «Είτε πρόκειται για την κλασική ιστορία είτε για κάποια διασκευή, το μήνυμα παραμένει ίδιο. Η αγάπη, η προδοσία, η αθωότητα είναι άχρονες έννοιες, θέματα τα οποία μας αγγίζουν σε κάθε εποχή», σημειώνει. Δεν νομίζω πως οι φεμινίστριες θα συμπαθούσαν ιδιαίτερα την υποχωρητική στάση της Ζιζέλ, επιμένω. «Το έχω σκεφτεί κι εγώ. Τονίζεται κυρίως ο αδύναμος χαρακτήρας της και ο παράφορος έρωτάς της για τον κόμη Άλμπρεχτ που την οδηγεί στον θάνατο, όμως απαιτεί τρομερή δύναμη για να μπορέσεις να συγχωρήσεις». Επισημαίνει ότι στις περισσότερες διασκευές ο Άλμπρεχτ σκιαγραφείται ως γυναικάς, που παίζει με τα αισθήματα των συντρόφων του, εκείνη, ωστόσο, φωτίζει μια διαφορετική πτυχή της ιστορίας. «Την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία, οι γάμοι ήταν αποτέλεσμα κοινωνικών συμβάσεων και οικονομικών συμφερόντων. Ίσως ο Άλμπρεχτ να μην είχε λόγο στην απόφαση της οικογένειάς του, να παντρεύτηκε αυτήν που του υπέδειξαν. Μου αρέσει αυτή η εξήγηση, γιατί με βοηθά να μπω στην ιστορία. Γιατί αλλιώς δεν βγάζει νόημα για μένα∙ για ποιον λόγο να τον συγχωρήσεις αν δεν πρόκειται για πραγματική αγάπη;»
Παραστάσεις: 19, 21/12 (Ελίζαμπετ Τόνεφ), 24/12 (Ξένια Σεβτσόβα), 26, 28, 30/12 (Μάια Μακατέλι), 31/12, 02 & 03/01 (Ξένια Οβσιάνικ), nationalopera.gr

