«Ήδη στην κοιλιά της μάνας μου άκουγα διάφορα, όπως τον πατέρα μου να λέει “θέλω γιο”.
Όταν γεννήθηκα, κατάλαβα το χρώμα που ’χει ο γιος, επειδή μια φορά μού είπε η μαμά μου: “Καλό μου κοριτσάκι, τα μάτια σου είναι γαλάζια σαν τον ουρανό, μα ο ουρανός ήτανε άνδρας, και το γαλάζιο χρώμα, αγορίστικο”».
Αυτά είναι τα πρώτα λόγια που διαβάζει όποιος ανοίξει το βιβλίο Ορκισμένη της Ρενέ Καραμπάς (ψευδώνυμο της Ιρένα Ιβάνοβα), το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και ήδη έχει αγαπηθεί από το ελληνικό κοινό. Συνεχίζοντας παρακάτω, μπαίνει στον κόσμο της Μπεκιά, της πρωταγωνίστριας, που μεγαλώνει σε μια πατριαρχική οικογένεια σε μια απομονωμένη περιοχή της Αλβανίας, εκεί όπου βασιλεύει το αμείλικτο Κανούν και οι νόμοι του εθιμικού δικαίου.
H Καραμπάς, η οποία, όχι άδικα, αναγνωρίζεται ως μία από τις πιο ταλαντούχες νέες πένες των Βαλκανίων (η Ορκισμένη τιμήθηκε με το Βραβείο Ελίας Κανέτι, το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Βουλγαρίας), υφαίνει με λόγο λιτό και λέξεις μετρημένες μια ιστορία που μυρίζει χώμα και τιμή. Μια αφήγηση για την οικογενειακή και κοινωνική καταπίεση, για την μπέσα και την αγάπη –στην προκειμένη περίπτωση, ερωτική, ομοφυλοφιλική αγάπη– που επιβιώνει στα πιο άγονα περιβάλλοντα, εκεί όπου η οργή και τα πάθη ευδοκιμούν και ο έρωτας ισοδυναμεί με τον θάνατο. Με αυτή τη μαγιά γεννιέται μια ιστορία για τον άνθρωπο, πέρα από το φύλο, πέρα από τις λέξεις «γιος» και «κόρη», «άνδρας» και «γυναίκα».
Σύμφωνα με το Κανούν, οι γυναίκες ορκίζονται σε αιώνια παρθενία και μεταμορφώνονται σε άνδρες, κόβοντας τα μαλλιά τους, φορώντας ανδρικά ρούχα και αποκτώντας τις ελευθερίες των ανδρών. Η Μπεκιά, η φωνή του μυθιστορήματος, είναι ένα κορίτσι που θέλει απεγνωσμένα να γίνει ο γιος του πατέρα της. Για να πει την ιστορία της, όπως μας είπε η Καραμπάς, όταν τη συναντήσαμε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψής της, απλώς ακολούθησε τη φωνή που ήχησε μέσα της.
Χρειάστηκε να κάνετε ενδελεχή έρευνα για το θέμα του βιβλίου;
Η έρευνα μου πήρε δύο χρόνια, ενώ το γράψιμο δύο μήνες. Διάβασα πολλά βιβλία για το Κανούν και αυτή τη ζωή, για τη σημασία των αλβανικών ονομάτων – γιατί είναι σημαντικό για μένα τα ονόματα των χαρακτήρων μου να έχουν ένα κρυφό νόημα. Κάποια δεν είναι κρυφά· η κεντρική ηρωίδα, η Μπεκιά, λέει ότι το όνομά της σημαίνει «αυτή που επέζησε, που έμεινε ζωντανή». Είχα πολλές σημειώσεις για τους νόμους, για την όλη ατμόσφαιρα, και δεν πήγα στην Αλβανία, όπως νομίζουν πολλοί.

Προέρχομαι από ένα χωριό της Βουλγαρίας, όπου το περιβάλλον είναι παρόμοιο με αυτό του βιβλίου – ο τρόπος ζωής, ο πατριαρχικός νόμος, χωρίς φυσικά τα πράγματα να είναι τόσο αυστηρά. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με έντονα πατριαρχικό τρόπο σκέψης. Είχα αδερφή που έπρεπε να είναι το δυνατό αγόρι της οικογένειας· βοηθούσαμε τον πατέρα να σκοτώσει και να ετοιμάσει μετά τα ζώα, οπότε η ζωή της Μπεκιά είναι η ζωή μου. Δεν ήταν δύσκολο να τη δημιουργήσω ως κόσμο και ως χαρακτήρα. Υπάρχει φυσικά και ένα αγόρι, ο αδερφός της, ο Σάλε, που είναι πολύ ευαίσθητος. Τα πράγματα είναι δύσκολα για τα αγόρια που είναι ευαίσθητα και διαφορετικά από τα άλλα.
Τι σας «τράβηξε» στο θέμα και πώς καταλήξατε στη συγκεκριμένη ιστορία;
Νομίζω πως κάθε βιβλίο έχει τις δικές του φωνές. Είμαι χαρούμενη που μου δόθηκε αυτή η φωνή από ψηλά. Απλώς εμφανίστηκε και μπήκα στο μυαλό της πρωταγωνίστριας, που ήταν το δικό μου μυαλό. Η προσωπικότητά μου χωρίζεται σε διαφορετικές πτυχές των χαρακτήρων μου και απλώς αρχίζω να λέω την ιστορία. Ήταν σαν να έκανα διαλογισμό. Έμπαινα σε μια τέτοιου είδους κατάσταση και μόνο έγραφα· γι’ αυτό και το βιβλίο είναι γραμμένο με τη ροή της συνείδησης. Η δομή υπάρχει, όμως δεν μπορείς να τη δεις.
Πριν αρχίσω να γράφω, σκαρφίστηκα τα βασικά κομμάτια της πλοκής και κουνιόμουν ανάμεσά τους σαν να είναι πέτρες στο ποτάμι – πηδούσα από τη μία στην άλλη. Δεν πρέπει να τις σκέφτεσαι, πρέπει απλώς να είσαι παρών στη στιγμή. Ίσως να είναι μυστικό, δεν ξέρω, αλλά το βιβλίο μου δεν πέρασε από επιμέλεια. Έγιναν κάποιες βασικές διορθώσεις και είχα βέβαια επιμελητή, ο οποίος ίσως άλλαξε δύο λέξεις. Μου είπε: «Δεν έχω να αλλάξω κάτι, είναι τέλειο· αν πάρεις μία λέξη, θα καταρρεύσει».
«Νομίζω πως κάθε βιβλίο έχει τις δικές του φωνές. Είμαι χαρούμενη που μου δόθηκε αυτή η φωνή από ψηλά. Απλώς εμφανίστηκε και μπήκα στο μυαλό της πρωταγωνίστριας».
Ελπίζω ο κόσμος να καταλάβει ότι δεν είμαι εγωίστρια όταν το λέω αυτό, ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου Θεό, όμως μπορώ να πω πως ο Θεός μιλάει στους συγγραφείς. Ήμουν σαν ένα κανάλι όταν έγραφα· κάποιος μου μιλούσε. Δεν μπορείς να επιμεληθείς τον Θεό· είναι τέλειος από μόνος του. Δεν άφησα το μυαλό να επέμβει· το γράψιμο είναι μια ισορροπία μυαλού και καρδιάς. Ό,τι έχεις εφεύρει πριν από το γράψιμο έρχεται απ’ το μυαλό σου, όταν όμως αρχίζεις να γράφεις, πρέπει να τα ξεχάσεις όλα. Είναι περίεργο, γιατί ο χαρακτήρας αρχίζει και ζωντανεύει και μπορείς να το νιώσεις ότι αρχίζεις να τον ακολουθείς. Μερικές φορές με εκπλήσσει με τις πράξεις του. Λέω: «Σταμάτα! Τι κάνεις;» (γέλια).
Υπάρχει τρόπος η λογοτεχνία να αναδείξει φαινόμενα όπως η πατριαρχία, η οποία είναι έντονη στα Βαλκάνια, και να ενδυναμώσει τους αναγνώστες;
Δεν χρειάζεται να ζεις σε αυτόν τον συγκεκριμένο κόσμο, στην Αλβανία, για να βιώσεις αυτή την ευαισθησία των χαρακτήρων και να συνδεθείς μαζί τους. Προσπάθησα να βουτήξω τόσο πολύ στην ανθρώπινη ψυχή, ώστε ο καθένας να μπορεί να δει κάπως τον εαυτό του στους χαρακτήρες μου.

Σε κάθε χώρα το βιβλίο επηρεάζει με άλλο τρόπο τους αναγνώστες. Όταν το έγραφα, δεν σκέφτηκα εάν είναι, για παράδειγμα, φεμινιστικό. Όταν κυκλοφόρησε, άρχισε να μεταφράζεται σε τόσες γλώσσες και σε διαφορετικές χώρες άρχισαν να μιλούν γι’ αυτό ως φεμινιστική λογοτεχνία – κάτι που το προτιμώ από το να τη θεωρούν μια queer ιστορία. Είναι περισσότερα από αυτό: έχει πιο πολύ να κάνει με την ελευθερία της επιλογής και το πώς η αγάπη αντιστέκεται σε τέτοια αυστηρά και αποπνικτικά περιβάλλοντα.
Ελπίζω να αλλάζει κάπως το πώς σκέφτονται οι άνθρωποι γι’ αυτά τα ζητήματα, ακόμη και όσον αφορά την queer πλευρά. Στη Βουλγαρία υπάρχουν πολλοί συντηρητικοί ακαδημαϊκοί, αναγνώστες. Το βιβλίο τούς άρεσε και δεν πρόσεξαν πως αφορά τη σύνδεση που είχαν δύο κορίτσια. Βούτηξαν τόσο βαθιά στην ιστορία και στα προβλήματά της, που δεν συνειδητοποίησαν καν ότι, κατά κάποιον τρόπο, είναι μια γκέι ιστορία αγάπης. Είναι και μια οικογενειακή ιστορία – όλοι έχουν μια οικογένεια, ακόμη και αυτοί που τους έχουν παρατήσει τη βρίσκουν σε φίλους ή άλλους γονείς. Πάντα έχεις αυτόν τον κορμό, τον πυρήνα που σε καταστρέφει με κάποιον τρόπο και πρέπει να βρεις τον εαυτό σου.
Η Μπεκιά αποφασίζει να ακολουθήσει το Κανούν ή εξαναγκάζεται;
Ήταν απόφασή της, αλλά έπρεπε να επιβιώσει. Δεν θέλω να κάνω σπόιλερ, αλλά είναι απόφαση της Μπεκιά να γίνει ορκισμένη παρθένα. Δεν έχει άλλη επιλογή, γιατί θα σκοτωθεί εάν δεν το επιλέξει. Ακόμη και σε αυτό το πατριαρχικό περιβάλλον, ο άνθρωπος έχει μηχανισμούς επιβίωσης. Ακόμη, όμως, και το να συμπεριφέρεται ως γιος του πατέρα της είναι μηχανισμός επιβίωσης. Το κάνει για να αγαπηθεί.
Πείτε μας για το ψευδώνυμο με το οποίο υπογράφετε.
Το «Ρενέ» το πήρα στη Γαλλία και όταν γύρισα από εκεί, άρχισαν να με λένε έτσι. «Καραμπάς» είναι το πατρικό όνομα της μητέρας μου, το οποίο και αποφάσισα να πάρω. Στη Βουλγαρία, όταν μια γυναίκα παντρεύεται έναν άνδρα, παίρνει το όνομά του και το οικογενειακό της όνομα εξαφανίζεται. Ξέρω πολλά για την οικογένειά της, τους προγόνους της μητέρας μου, και ένιωσα σαν αυτή να χάθηκε. Δεν νιώθω έξω από τη γενεαλογική γραμμή του πατέρα μου, γιατί ο παππούς μου ήταν αυτός που δεν ήθελε εγγονές – έχει δύο, αλλά ήθελε εγγονούς, σαν τον πατέρα της Μπεκιά. Νιώθω πίκρα γι’ αυτό και ήθελα να αποκαταστήσω την θηλυκή ενέργεια, γιατί οι άνδρες έχουν την τάση να καταστρέφουν τα πάντα. Θέλω να βρω την ισορροπία και να πάρω ενέργεια και δύναμη από την οικογενειακή μου γραμμή, και μου τη δίνει – είναι επιτυχημένο.
Η Ορκισμένη πρόκειται να γίνει και ταινία. Μιλήστε μας γι’ αυτήν.
Είναι συμπαραγωγή Ιταλίας, Βουλγαρίας, Αλβανίας, Γερμανίας και Ρουμανίας. Τελειώσαμε τα γυρίσματα και θα βγει την άνοιξη του ερχόμενου χρόνου. Σε αυτήν ήμουν σεναριογράφος· ο σκηνοθέτης μου με βοήθησε. Το βιβλίο είναι κινηματογραφικό. Όταν έγραφα, έβαλα στον ώμο την κάμερα και παρατηρούσα τι έκαναν οι χαρακτήρες. Οπότε δεν ήταν δύσκολη η μεταφορά, μόνο η γλώσσα ήταν, γιατί είμαστε στο μυαλό του κεντρικού χαρακτήρα. Εδώ έχουμε παραπάνω κεφάλαια, έχουμε λίγο voice over (μία-δύο φορές) γι’ αυτό που σκέφτεται η ηρωίδα, αλλά κάναμε και παραπάνω σκηνές για τον αδερφό της, τον Σάλε, να έρχεται στη Βουλγαρία και να είναι χορευτής.
Διαβάζοντας οι αναγνώστες το πώς οι χαρακτήρες βίωσαν όσα βίωσαν, μπορούν να γίνουν πιο δυνατοί;
Ίσως, μπορεί. Όπως και να έχει, το βιβλίο αφορά κατά κάποιον τρόπο τη σχέση μου με τον πατέρα μου. Το διάβασε, τον άγγιξε πολύ, αλλά νομίζω πως είδε τα πράγματα από άλλη οπτική και μέσα από αυτό άλλαξε λίγο. Υπάρχουν κάποιες σκηνές που συνέβησαν στ’ αλήθεια στη ζωή μου και αυτός ξέρει ποιες είναι, οπότε βλέπει ως παρατηρητής όσα συμβαίνουν. Νομίζω και για μένα είναι μια θεραπευτική διαδικασία το γράψιμο του βιβλίου – το έβγαζα από μέσα μου, ήταν σαν να επισκεύαζα τον δεσμό με τον πατέρα μου. Το επόμενο βιβλίο που γράφω είναι για τη μητέρα μου.
Πόσο δύσκολο είναι να προχωρήσεις συγγραφικά μετά από μια τέτοια επιτυχία;
Είναι όλο και πιο δύσκολο για το γράψιμό μου, γιατί το βιβλίο γίνεται όλο και πιο επιτυχημένο. Θα ανέβει ως θεατρικό στην Αθήνα και δουλεύω για να γίνει αυτό και στη Βουλγαρία και στην Ιταλία, οπότε υπάρχει το ενδιαφέρον. Οι προσδοκίες είναι όλο και μεγαλύτερες, η ηρωίδα τα πάει καλά χωρίς εμένα – χάρη και στον ατζέντη μου φυσικά, που βοηθάει πολύ. Θα βγει στην Αμερική, στη Βρετανία, στη Γερμανία, στη Βραζιλία.
Είναι δύσκολο να σταματήσω το μυαλό μου όταν γράφω, γιατί αυτό ξέρει τι αρέσει στον κόσμο και δεν θέλει να το χαλάσει. Ξέρω τι να κάνω για να γράψω ένα καλό βιβλίο, αλλά όταν το έγραφα, δεν το σκεφτόμουν – δεν ήξερα τους κανόνες ακόμη. Έγραφα από την καρδιά μου, τώρα υπεραναλύω τα πάντα. Όμως υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα γράψω ούτε μία λέξη εάν δεν έρχεται από τη φωνή και την καρδιά. Αυτήν απλώς πρέπει να τη βρεις· τη φωνή. Αν μπεις στη φωνή και στο κενό αυτό, θα γράψεις το βιβλίο· αν μπεις στο μυαλό, την πάτησες.
Το βιβλίο της Ρενέ Καραμπάς, Ορκισμένη, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Σπύρου Παππά.

