Βαμπίρ, φαντάσματα, ζόμπι: Ο γοτθικός τρόμος κατακτά τα σινεμά
βαμπίρ-φαντάσματα-ζόμπι-ο-γοτθικός-τρ-563959936
Χειμωνιάτικο τοπίο από τη νέα παραγωγή για τα Ανεμοδαρμένα ύψη. (Φωτογραφία: Warner Bros)

Βαμπίρ, φαντάσματα, ζόμπι: Ο γοτθικός τρόμος κατακτά τα σινεμά

Μέσα σε λίγους μήνες, οι μεγαλύτερες κινηματογραφικές παραγωγές ποντάρουν όλα τα λεφτά τους στη ρομαντική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Όχι, δεν πρόκειται για ρίσκο, αλλά για ένα από τα πιο σίγουρα στοιχήματα στην ιστορία του σινεμά.

Χειμωνιάτικο τοπίο από τη νέα παραγωγή για τα Ανεμοδαρμένα ύψη. (Φωτογραφία: Warner Bros)
Φόρτωση Text-to-Speech...

«Δεν είμαστε θεοί, αλλά, αν έπρεπε να φερθούμε τόσο αλαζονικά όσο οι θεοί, πρέπει, αν μη τι άλλο, να κάνουμε θαύματα. Δεν συμφωνείτε;» αναφωνεί ο Βίκτορ Φρανκενστάιν (Όσκαρ Άιζακ) στην ομώνυμη ταινία του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο. Ο καθηγητής ιατρικής βρίσκεται στο κέντρο ενός κυκλικού αμφιθεάτρου, έτοιμος να διδάξει ένα πολύ διαφορετικό μάθημα ανατομίας: με όπλα του τον ηλεκτρισμό και μερικές χειρουργικές βελόνες, δίνει νέα πνοή σε ένα πτώμα αποτελούμενο από τα μέλη διαφορετικών ανθρώπων. Οι γηραιοί καθηγητές φρίττουν και τον αποκηρύσσουν∙ οι νεαροί φοιτητές ξεσπούν σε ζητωκραυγές και τον αποθεώνουν. Στη συνέχεια της ταινίας, ο Φρανκενστάιν θα πέσει θύμα του εγωισμού και της ιδιοφυΐας του. Η ιστορία του, άρρηκτα συνδεδεμένη με το τερατώδες δημιούργημά του, είναι γνωστή σε όλους μας – ακόμα και σε όσους δεν έχουν διαβάσει το γοτθικό μυθιστόρημα της Μαίρης Σέλλεϋ από τo 1818. Το σινεμά και η τηλεόραση την έχουν φιλοξενήσει σε δεκάδες διαφορετικές εκδοχές της: από θρίλερ μέχρι κωμωδία και από δράμα εποχής μέχρι mockumentary.

«Εκατόν πενήντα χρόνια πριν από τον Τζορτζ Ρομέρο (Η νύχτα των ζωντανών νεκρών) και τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ (Οδύσσεια του διαστήματος), γράφτηκε ένα βιβλίο όπου η σωματική παραμόρφωση και η ανταρσία της τεχνολογίας συνυπήρξαν, δημιουργώντας ένα τέρας που είναι ταυτόχρονα ζόμπι και τεχνητή νοημοσύνη ή κάτι ενδιάμεσο», αναφέρει σε παλιότερα κείμενό του ο σινεκριτικός του Guardian Ρίτσαρντ Κινγκ. Φέτος εκθείασε την άρτια κινηματογράφηση του Ντελ Τόρο, τον «άδειασε» όμως όσον αφορά την ουσία της ταινίας του, αναφέροντας με νόημα ότι, παρά τις εντυπωσιακές εικόνες, δεν προσέφερε τίποτα καινούργιο στη φιλμογραφία του τέρατος, όπως πρόσφατα έκανε o Γιώργος Λάνθιμος με το Poor Things. Γιατί τι είναι η εν λόγω ταινία αν όχι μια επαναφήγηση του μύθου του Φρανκενστάιν;  

Βαμπίρ, φαντάσματα, ζόμπι: Ο γοτθικός τρόμος κατακτά τα σινεμά-1
Ο Τζέικομπ Ελόρντι ως «τέρας» στον Φρανκενστάιν του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο. (Φωτογραφία: Cr. Ken Woroner/Netflix © 2025.)

Τρεις ιστορίες, δεκάδες ταινίες

«Όταν το είδος [της γοτθικής λογοτεχνίας] εμφανίστηκε τον 19ο αιώνα, τα πρώτα διηγήματα και μυθιστορήματα μοιράζονταν κοινά στοιχεία: καλοσυνάτοι γυναικείοι χαρακτήρες υπό τον έλεγχο σκληρών, ισχυρών ανδρών∙ μελόδραμα και έντονα συναισθήματα∙ υπερφυσικά γεγονότα – όλα φορτωμένα με τις κοινωνικές, πολιτικές και ηθικές ανησυχίες μιας εποχής ταχείας αλλαγής για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες», γράφει Έμιλι Σ. Χιουζ, συγγραφέας του Horror for Weenies: Everything You Need to Know About the Films You’re Too Scared to Watch, σε άρθρο της στους New York Times. Εκτός από τον Φρανκενστάιν, λοιπόν, ο οποίος επανέρχεται συνεχώς στο σινεμά, τους τελευταίους μήνες έχουμε δει δύο διάσημους σκηνοθέτες να ασχολούνται με τον βαμπιρικό μύθο (πρώτα ο Ρόμπερτ Έγκερς με το Nosferatu και πιο πρόσφατα ο Λυκ Μπεσσόν με το Dracula: Α Love Tale) και περιμένουμε άλλη μια μεταφορά για τα Ανεμοδαρμένα ύψη (1847) της Έμιλι Μπροντέ. Οι θυελλώδεις ερωτικές σχέσεις, οι καταραμένοι ήρωες και τα εκδικητικά φαντάσματα, σε συνδυασμό με το εντυπωσιακό καστ (Μάργκο Ρόμπι, Τζέικομπ Ελόρντι) και το «φιλικό» προς τη γενιά Ζ τρέιλερ, αφήνουν μεγάλες υποσχέσεις για τεράστια εισπρακτική επιτυχία. Σε κάθε περίπτωση, ένα είναι σίγουρο: η γοτθική λογοτεχνία, κατά περίεργο τρόπο, παραμένει πάντα «hot» στη μεγάλη οθόνη.  

Ανατρέχοντας στη Βικιπαίδεια, βλέπει κανείς ότι το μυθιστόρημα της Μπροντέ μετράει πάνω από δέκα ταινίες μεγάλου μήκους (συμπεριλαμβανομένων παραγωγών του ινδικού και ιαπωνικού σινεμά), το τέρας του Φρανκενστάιν έχει εμφανιστεί περισσότερες από 400 φορές στον κινηματογράφο, ενώ μπορεί για τον Δράκουλα (1897) του Μπραμ Στόκερ οι ταινίες που τον αφορούν άμεσα να μην ξεπερνούν τις 60, στοιχεία όμως του βαμπιρικού μύθου βρίσκουμε σε περισσότερες από 538 (!) παραγωγές, σύμφωνα με το Collider. Με μια πρώτη ανάγνωση, η εξήγηση φαίνεται απλή: οι ιστορίες αυτές έχουν τέρατα και love story – και τα πρώτα και τα δεύτερα «πουλάνε». Είναι όμως αυτό αρκετό; Μήπως υπάρχει «κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει»;

Βαμπίρ, φαντάσματα, ζόμπι: Ο γοτθικός τρόμος κατακτά τα σινεμά-2
Σκηνή από το Νοσφεράτου του Ρόμπερτ Έγκερς. (Φωτογραφία: FOCUS FEATURES LLC)

Βασικά ένστικτα

«Άκου τα, τα παιδιά της νύχτας. Τι μουσική κάνουν!» λέει ο Κόμης Δράκουλας στον φιλοξενούμενό του, τον Τζόναθαν Χάρκερ, καθώς έξω από τα παράθυρα του κάστρου ακούγονται τα ουρλιαχτά των λύκων. Είναι μια ανατριχιαστική στιγμή, την οποία συναντάμε τόσο στο βιβλίο όσο και στις περισσότερες κινηματογραφικές μεταφορές του· η ερμηνεία του Γκάρι Όλντμαν στην εν λόγω σκηνή, στην ομώνυμη ταινία του Φράνσις Φορντ Κόπολα από το 1992, είναι δύσκολο να ξεχαστεί από κάποιον θεατή. Αντίστοιχα, «δύσκολος» να τον ξεχάσει κανείς είναι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον ρόλο του τέρατος, από τον Φρανκενστάιν (1994) διά χειρός Κένεθ Μπράνα, αφού τις στιγμές που οργίζεται πιστεύεις ότι θα βγει μέσα από την οθόνη και θα σε αρπάξει – καμία σχέση, δηλαδή, με τον Τζέικομπ Ελόρντι στη φετινή ταινία του Ντελ Τόρο, που, εκτός από ευπαρουσίαστος, προκαλεί κυρίως αισθήματα συμπάθειας και οίκτου παρά τρόμου.

H γοτθική λογοτεχνία, κατά περίεργο τρόπο, παραμένει πάντα «hot» στη μεγάλη οθόνη. 

Δεν είναι όμως μόνο ο φόβος που αυξάνει την αδρεναλίνη εκείνος που χαρακτηρίζει τη γοτθική λογοτεχνία, προσφέροντας διαχρονικά στους σκηνοθέτες πεδίον δόξης λαμπρόν για να δελεάσουν το κοινό τους. Είναι και άλλα δύο στοιχεία: τα έντονα πάθη και οι καταραμένοι ήρωες. Πριν από κάποια χρόνια, ο Guardian είχε κατονομάσει τα Ανεμοδαρμένα ύψη ως το νούμερο ένα love story της βρετανικής λογοτεχνίας, ενώ οι αναλύσεις για τις προβολές της σεξουαλικότητας πάνω στον βαμπιρικό μύθο ποικίλλουν: από τις εφηβικές ερωτικές περιπτύξεις που δεν περιλαμβάνουν διείσδυση (πολύ έντονα φιλιά στον λαιμό, περίπου όπως το «δάγκωμα» των βαμπίρ) μέχρι τη σκανδαλώδη –ιδιαιτέρα για εκείνη την εποχή– ερωτική διάθεση των γυναικών που έχουν «μαγευτεί» από τον σατανικό Κόμη, και από τον υποβόσκοντα ομοερωτισμό (Δράκουλας-Τζόναθαν Χάρκερ) μέχρι την οργιώδη σκηνή με τις τρεις νύφες του βρικόλακα στην ταινία του Κόπολα. Μάλιστα, ακόμα και ο λιγότερο «ερωτικός» από τους γοτθικούς ήρωες, ο Φρανκενστάιν, στο μυθιστόρημα της Σέλλεϋ ζητάει από τον δημιουργό του να φτιάξει για εκείνον ένα γυναικείο ταίρι. Όταν, τελικά, ο τελευταίος θα το αρνηθεί, θα χάσει ό,τι πολυτιμότερο έχει: το «τέρας», ως άλλη Νέμεσις, θα δολοφονήσει τη σύζυγό του τη βραδιά του γάμου τους.

Βαμπίρ, φαντάσματα, ζόμπι: Ο γοτθικός τρόμος κατακτά τα σινεμά-3
Φλορίνα Κέντριτς, Μόνικα Μπελούτσι, Μικαέλα Μπερκού· οι τρεις νύφες του Δράκουλα, στην ταινία του Κόπολα. (Φωτογραφία: COLUMBIA PICTURES)

Αθάνατοι και βασανισμένοι

«Το πώς ένα ανθρώπινο ον θα μπορούσε να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο, δίχως να οδηγηθεί στην αυτοκτονία πριν ολοκληρώσει μια ντουζίνα κεφάλαια, παραμένει μυστήριο. Πρόκειται για ένα κράμα χυδαίας παρακμής και μεταφυσικού τρόμου», έγραφε για τα Ανεμοδαρμένα ύψη το Graham’s Lady Magazine το 1847. Φυσικά, δεν ήταν όλες οι κριτικές τέτοιες· κάποια έντυπα κατάφεραν να διακρίνουν τις ουσιαστικές λογοτεχνικές αρετές του, κάτω από το «αγριεμένο» προσωπείο. Άλλωστε, πίσω από τα «τέρατα» της γοτθικής λογοτεχνίας, υπάρχουν ιστορίες που τεστάρουν και τα δικά μας όρια. Στη σουηδική ταινία Άσε το κακό να μπει (2008), μια μεταφορά του βαμπιρικού μύθου στην εποχή μας, ένας πατέρας δολοφονεί έναν άνδρα για να «ταΐσει» με το αίμα του τη δωδεκάχρονη κόρη του, η οποία είναι βρικόλακας. Κάπου εκεί, λοιπόν, εγείρεται το τρομερό ερώτημα: Εμείς τι θα κάναμε αν βρισκόμασταν σε ένα τέτοιο αδιέξοδο; 

Είναι φανερό ότι το γοτθικό σύμπαν είναι ένα σύμπαν γεμάτο χαρακτήρες ή, πιο σωστά, πλάσματα που δοκιμάζουν τα όρια του πεπρωμένου τους, μόνο και μόνο για να βρεθούν τσακισμένα από τις δυνάμεις της φθοράς. Μπορεί να κερδίζουν τη μάχη ενάντια στον χρόνο και στον θάνατο από διαφορετικά μετερίζια (ο Δράκουλας και το φάντασμα της Κάθριν που στοιχειώνει τον Χίθκλιφ στα Ανεμοδαρμένα ύψη είναι απέθαντα πλάσματα με μεταφυσικές ιδιότητες, ενώ ο Φρανκενστάιν ζωντανεύει ως παρωδία της ανθρώπινης ζωής μέσα από την επιστήμη), η ύπαρξή τους όμως μοιάζει καταδικασμένη να αποτύχει. Πολύ απλά, δεν είναι γραφτό τους να ευτυχήσουν· κάτι, δηλαδή, που όλοι μας πιστεύουμε, λίγο έως πολύ, στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας. 

Βαμπίρ, φαντάσματα, ζόμπι: Ο γοτθικός τρόμος κατακτά τα σινεμά-4
Ο Κρίστοφ Βαλτς σε σκηνή «εξορκισμού» από το Dracula: A love tale (Φωτογραφία: ALAMY/visualhellas.gr)

«Ο Δράκουλας, ως ένα γοτθικό τέρας, αντιπροσωπεύει τις φοβίες των δυτικών κοινωνιών στα τέλη του 19ου αιώνα: τον φόβο για τους μετανάστες, για τη σύγχρονη τεχνολογία, για τους Εβραίους, για τα δικαιώματα των γυναικών, για την ομοφυλοφιλία», γράφει η Σάρον Μπικλ, λέκτορας αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Νότιου Κουίνσλαντ στην Αυστραλία, στο The Conversation. Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Μήπως, λοιπόν, βλέπουμε σε αυτές τις ιστορίες, ακόμα και όταν είναι απλοϊκά δοσμένες, έναν καθρέφτη του εαυτού μας τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο; Είναι φανερό πως το παρελθόν επιστρέφει για να μας στοιχειώσει ξανά. Ας ελπίσουμε, λοιπόν, να είναι μονάχα τα λογοτεχνικά τέρατα εκείνα που θα κάνουν την επιστροφή τους στον 21ο αιώνα.

Λίγος ακόμη γοτθικός τρόμος

Ο καλόγερος, Μάθιου Λιούις (1796)
Μαγεία, δαίμονες, κατάρες· πριν καν υπάρξει ο όρος, ένας 21χρονος Άγγλος έγραψε ένα μυθιστόρημα-εγχειρίδιο χρήσης για τη λογοτεχνία του φανταστικού. 

H πτώση του Οίκου των Άσερ, Έντγκαρ Άλαν Πόε (1839)
Τι συμβαίνει όταν η καταραμένη ιδιοφυΐα των αμερικανικών γραμμάτων γράφει για μια στοιχειωμένη έπαυλη που την καταπίνει μια λίμνη.

Βαμπίρ, φαντάσματα, ζόμπι: Ο γοτθικός τρόμος κατακτά τα σινεμά-5
Η Μάργκο Ρόμπι ως Κάθριν Έρνσο στα Ανεμοδαρμένα ύψη. (Φωτογραφία: ALAMY/visualhellas.gr)

Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, Κάρολος Ντίκενς (1843)
Ή πώς ένας συγγραφέας ασκεί κοινωνική κριτική στα υψηλά εισοδήματα με όπλο του τις τύψεις του πρωταγωνιστή και έναν θίασο από αλυσοδεμένα φαντάσματα.

Η γυναίκα με τα άσπρα, Γουίλκι Κόλινς (1860)
Πολλοί αφηγητές, πολλές οπτικές γωνίες, πολύ μυστήριο και πάρα πολλή γοτθική ατμόσφαιρα από έναν συγγραφέα που βοήθησε να γεννηθούν τα «αστυνομικά».

Η παράξενη υπόθεση του Δόκτορα Τζέκιλ και του Κυρίου Χάιντ, Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον (1886)
Ένας λογοτεχνικός εφιάλτης που περιγράφει με τα πιο αδρά χρώματα το πώς πολλές φορές το «απόλυτο κακό» συνυπάρχει με τις καλύτερες προθέσεις.

Βαμπίρ, φαντάσματα, ζόμπι: Ο γοτθικός τρόμος κατακτά τα σινεμά-6
Η πρώτη εικονογραφημένη έκδοση (1831) του Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας της Μαίρης Σέλλεϋ. (Φωτογραφία: ALAMY/visualhellas.gr)

Το στρίψιμο της βίδας, Χένρι Τζέιμς (1898)
Το ghost story των ghost stories και μια νουβέλα που ακόμη μέχρι σήμερα αποτελεί πυξίδα για όσους θέλουν να καταπιαστούν με τη λογοτεχνία του τρόμου.

Ρεβέκκα, Δάφνη Ντι Μωριέ (1938)
Η λογοτεχνική παράδοση των στοιχειωμένων σπιτιών βρήκε έναν άξιο συνεχιστή και η εκδοτική βιομηχανία ένα διαχρονικό μπεστ σέλερ.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT